Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Δικτατορία της 4ης Αυγούστου: Γιατί Χαίρεται ο Κόσμος και Χαμογελάει, Πατέρα;...





Ύμνος της 4ης  Αυγούστου

Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα,
γιατί λάμπει ο ήλιος έτσι
γιατί φέγγει έτσι η μέρα;

Γιατί σαν αυτή, παιδί μου, την ημέρα τη χρυσή
που τη χαίρεσαι και συ
στέρεψε το μαύρο δάκρυ κλείσανε πολλές πληγές,
αψηλώσανε τα στάχυα
κι ένα γύρω όλα τα βράχια
εγινήκαν ανθοβούνια και χρυσοπηγές.

Μιαν ημέρα σαν ετούτη
την ολόφωτη κι ωραία
ξεδιπλώθηκε και πάλι η γαλάζια μας Σημαία
που 'χει τ' ουρανού το χρώμα και σκεπάζει τ' άγιο χώμα
που ελεύθερος πατάς.

Κι έτσι με χαρά κι ελπίδα
για μιαν ένδοξη Πατρίδα
η Σημαία κυματίζει μ' ένα Ταν ή επί Τας!

...Το μικρό δικηγορικό γραφείο που ανοίξαμε στην οδό Εμμανουήλ Μπενάκη αρ. 28, πήγαινε από την πρώτη μέρα καλά. Πρώτη φορά στη ζωή μας έτυχε να υπάρχουν στο πορτοφόλι μας κάθε μέρα (κι ακόμα και τη νύχτα) λεφτά. Στου Γεωργιάδη, τον τελευταίο καιρό ζούσα  σε μια οικονομική ασφυξία και δεν είχα  το θάρρος να βγω στον αέρα. Με τη διχτατορία αναγκαστήκαμε, λίγο πολύ, να βλέπουμε περισσότερο τη δουλειά μας - ο λόγος το λέει. Και η οικονομική εξυγίανση της χώρας είναι άλλωστε η στερεότυπη επαγγελία κάθε διχτατορίας.    Πριν όμως την οικονομική εξυγίανση, στα άτομα είναι η τιμή. Και η τιμή μιας χώρας είναι η ελευθερία. Κι όταν ένα κράτος δε μπορεί να εγγυηθεί στους πολίτες του την ελευθερία, δεν έχει λόγο να υπάρχει. Πάντα είχα την εντύπωση πως μια χώρα που χάνει την ελευθερία της για να εξυγιανθεί οικονομικά, μοιάζει με μια γυναίκα που πορνεύεται για να φτιάξει προίκα. Όσοι οικονομολόγοι πιστεύουν το αντίθετο είναι γομάρια. Τώρα κι εμείς χάσαμε την ηθική μας υπόσταση και μαζεύουμε κατοστάρικα.
Ο κ. Νικολόπουλος, αξιωματικός της Ειδικής Ασφάλειας, επισκέπτεται τα γραφεία μας και τα σπίτια και ψάχνει να βρει - τι να βρει; Αυτό που γυρεύει το έχουμε μέσα μας. Φυλλομετρά βιβλία. Τα έχουμε θάψει στο χώμα. Κατάσχει το Φρόυντ γιατί διάβασε μέσα τη φράση "καταπίεση του υποσυνειδήτου". Συλλάβαν στη Μυτιλήνη το Νικήτα Ράντο γιατί φορούσε πορτοκαλί πουκάμισο. Οι αστυφύλακες, αυτούς που πιάνουν, τους μεταφέρουν στους δρόμους πεζούς, δεμένους με χειροπέδες και με βρωμισμένα ρούχα από το ξερατό - όσους τους έχουν ποτίσει ρετσινόλαδο. Σε τέτοια χάλια είδα μια μέρα στην οδό Φειδίου το Μιχάλη Τυρίμο, Λέσβιο κομμουνιστή, πρώην βουλευτή - μεγάλη ιστορία είναι τούτος.
Κι ο διχτάτορας εναβρύνεται στον μαγικό καθρέφτη της ανισορροπίας του, και πιστεύει τον εαυτό του πατέρα του έθνους. Κρίνει τα πάντα μέσα από το πρίσμα μιας παλαβής αυταρέσκειας - έχει χάσει την ιδιοφυΐα του γιατί έχει ξεφύγει από το διαλυτικό ρόλο που έπαιζε ως τα τώρα κι απομωράθηκε ντιπ. Δήλωσε λοιπόν μια μέρα στα καλά καθούμενα, πως από την αθηναίικη, λέει, δημοκρατία του 4ου π.Χ. αιώνα, προτιμούσε το πολίτευμα  της Σπάρτης,κι απαγόρεψε να διδάσκεται στα σχολειά, από την ιστορία του Θουκυδίδη, ο Επιτάφιος του Περικλή. Οι φημερίδες του γράφαν πως η δημοκρατία  είναι απαρχαιωμένο πολίτευμα.
Εκείνες τις μέρες του τρόμου παρουσιάστηκε ξαφνικά στο γραφείο μας, με καταρακωμένο ηθικό, ο παλιός φίλος μας, συνεργάτης των "Νέων Πρωτοπόρων", ο γιατρός Γιάννης Σιδερίδης - είταν φυλακισμένος στην Κέρκυρα, λύγισε, υπόγραψε δήλωση και τον άφησαν. Αλλά τι είταν εκείνο το χάλι του! "Εγώ είμαι πια ηθικά ξοφλημένος", έλεγε και ξανάλεγε, με παρορμητική επιμονή. Τον εμψυχώσαμε όσο είτανε* δυνατό. Δεν είναι ανάγκη να γίνει κανείς ήρωας όταν δν είναι. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ήρωες, του είπα. Του είπαμε πολλά. Μέρεψε και βρήκε ένα είδος ηθικό καταφύγιο κοντά μας. Μηδέ εμείς δεν είμασταν ήρωες. Δεν είμαστε τίποτα παραπάνω από ό,τι μπορούσαμε να είμαστε.
Μας κουβαλούσαν πού και πού στην Ασφάλεια, μας κρατούσαν κανέ δυο μέρες, μας φοβέριζαν και μας αμολούσαν. Ο κ. Παλαμάρας, ιδιοχτήτης του μεγάρου που είχαμε το γραφείο, παλιός αξιωματικός της χωροφυλακής, έδινε καλές πληροφορίες για μας και για τους φίλους που είχαν γραφείο στο μέγαρό του, τον Παπαδάμ, το Δημάκη και τον Παπαδημήτρη - ήθελε βλέπεις και τούτος να του πληρώνουν ταχτικά τα νοίκια οι ενοικιαστές του!
Κάποια μέρα ο Σιδερίδης μου εξομολογήθηκε πως πρέπει να πάρει διαζύγιο - του το ζήτησε από την Ανάφη που είταν εκτοπισμένη η γυναίκα του, η Ηλέκτρα Αποστόλου, δεν ήθελε πια να έχει σχέση μαζί του, αφότου υπέγραψε δήλωση. Είτανε πελιδνός. Βάλαμε μπρος. Δε θυμάμαι τι εξέλιξη είχε η υπόθεση. Πιθανότατα δεν εκδόθηκε τελικά διαζύγιο. Στον πόλεμο χάσαμε τους φακέλους. Θυμάμαι μόνο μια τραγική λεπτομέρεια απ' όλη αυτή την υπόθεση που και σήμερα ακόμη με συνταράζει. Κάποτε ο Σιδερίδης συνάντησε στο γραφείο μας, το Στράτη Κριτζά, πατιώτη και φίλο μου που είταν τότες ειρηνοδίκης στην Ανάφη - είχε έρθει στην Αθήνα και πέρασε να με δει. Αναστατώθηκε ο Σιδερίδης σαν άκουσε την προέλευσή του και άρχισε να ψιλορωτά, στην αρχή φοβισμένα για τους εκεί, για τους παλιούς του συντρόφους, για την Ηλέκτρα και για το κοριτσάκι τους την Αγνή. 
Ο Κριτζάς απαντούσε κι ο Σιδερίδης κιτρίνιζε - τρέμαν τα βλέφαρά του. Έλεγε για τη μικρή Αγνή πώς μεγαλώνει, πώς τη βγάζουν περίπατο ταχτικά, η μάνα της κι οι άλλες συντρόφισσες της και πώς της εξασφάλισαν το γάλα της κάθεμέρα, έλεγε κι έλεγε ο Κριτζάς, χωρίς να ξέρει σε ποιον μιλά, κι εγώ έβλεπα στο πρόσωπο του φίλου μου την εικόνα της απελπισίας. Έκανε πολλή ώρα να μιλήσει ο Σιδερίδης, όταν έφυγε ο άλλος. Κι έξαφνα μου ξομολογήθηκε πως έστειλε στην Ηλέκτρα μια επιταγή 300 δραχμές για διατροφή του παιδιού τους και κείνη τις γύρισε πίσω, δε δέχτηκε να τις πάρει.
Έγινα έξω φρενών κι άρχισα τον εξάψαλμο ενάντια στην Ηλέκτρα και στην πράξη της και στο φανατισμό που κυβερνά τους ανθρώπους αυτούς, έτσι που να τους βγάζει από τα ανθρώπινα όρια. Με ποιο δικαίωμα τολμά να σε αποξενώσει από το παιδί σου και το παιδί σου από σένα; Το ρώτησε το ίδιο αν θέλει; Ο γιατρός δε μιλούσε κι εγώ φώναζα. "Αν ήμουν αρχηγός στο κόμμα σας και μάθαινα την πράξη της, θα τη διέγραφα σα στερημένη από την ανθρωπιά που πρέπει να χαρακτηρίζει ένα σοσιαλιστή". "Δεν ξέρεις εσύ, δεν ξέρεις", μονολογούσε ο φίλος.
Σε λίγα χρόνια ήρθε ο πόλεμος. Ο Σιδερίδης, παρόλη τη δήλωσή του, ξαναφυλακίστηκε και φυλακισμένο τον παραλάβαν οι Ιταλοί και τον σκότωσαν, ή πέθανε από φυματίωση σ' ένα στρατόπεδο του Αγρινιού. Γι' αυτό το θάνατο ακούστηκαν πολλά. Μέσα στον πόλεμο αργότερα ο αντιστασιακός αγώνας μ' έφερε μια εποχή σ' επαφή με την Ηλέκτρα. Της τα είπα και τότε χύμα. Κι η Ηλέκτρα μου εξήγησε... Θα τα πούμε...
(από το σπουδαίο βιβλίο του Ασημάκη Πανσέληνου "Τότε που ζούσαμε" (εκδόσεις Κέδρος, 10η έκδοση 1982)
*: οι όποιες ανορθογραφίες του κειμένου οφείλονται στο σεβασμό στην ορθογραφία του συγγραφέα, που, φαντάζομαι, είχε τους λόγους του για τις ορθογραφικές επιλογές του.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: