Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

"Η χαραματιά που χαμογέλασες" ποίημα της Γεωργίας Δεληγιαννοπούλου (http://boukalistithalassa.blogspot.gr, 30/6/2016)

............................................................



Γεωργία Δεληγιαννοπούλου (γ.1957)









Η χαραματιά που χαμογέλασες



I.
Πάντα διά μέσου του ορατού το αόρατο πνέει
Ποτέ ερήμην
Τη λεύκα που θροΐζει και τα τρελά τζιτζίκια μην τα υποτιμάς
Έχει  μερίδιο κι ο κατιφές  στη συμφωνία των άστρων
Γι'  αυτό κι εγώ περιστρέφομαι ενεργά
Βιδωνομαι στο Εδώ βαθιά να σμίξω
Με το χωμάτινο το βιος

Κι αν απροσπέλαστα ζούμε, φως μου, Αλλού
Εδώ  εσύ
Με τη χαραματιά που χαμογέλασες
Διέρρηξες τα τουλπάνια του κόσμου

Και δεν το ξέρεις καν
Κι ας τράνταξες με την κόχη των χειλιών σου το φως της Άρκτου

  ΙΙ.
Ωστόσο υπάρχει κόστος

Η πρόσβασή μου στο σύμπαν
χλωμιάζει συχνά από πόνο
Κι είναι ώρες τόσο ξέχωρα όλα
Το σώμα η νύχτα το χώμα
Οι ανθρώπινες διαρροές στα όνειρα
Η καμπή της εποχής που μας έλαχε
Και το δρεπάνι ο νους πετσοκόβει κομμάτια

ΙΙΙ
Σαν μιαν ελιά γριά κι ακλάδευτη
συγκλίνουσα περιδετή φαρδύστερνη
θα σου δοθώ μαργιόλη
με τους ανθούς στητούς
και  ρίζωμα τρις ίσον με ανάστημα φωτός



                                      Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

"Αταξίδευτη" ποίημα της φίλης Λιάνας Ανδρεοπούλη ("Πρωινό Απόι", εκδ. "Εύμαρος", 2016)

.............................................................








Λιάνα Ανδρεοπούλη

 από την ποιητική της συλλογή

             "Πρωινό Απόι"
 (εκδόσεις "Εύμαρος", 2016)









Αταξίδευτη

Πώς τόλεγαν εκείνο το καράβι
κανείς τους δε θυμάται πια
κι ας τον χαζευανε ώρες πολλές
κατάφωτο μ' ορθάνοιχτη τη μπουκαπόρτα
ένα τεράστιο καράβι
μόνο γι' αυτούς ετοιμασμένο
άγκυρες βαρειές
κι η θάλασσα σκοτεινή
να γλέιφει τρυφερά τα μάγουλά του στη 
χειμωνιάτική βραδιά
δυο ποτήρια σ' ένα γυμνό πατάρι
η σερβιτόρα διακριτική σαν ανύπαρκτη
να τους σερβίρει ξανά και ξανά
σίγουρο φάνταζε το ταξίδι
με τόση λαχτάρα που πλανιότανε
πάνω του οι φλογισμένες τους ματιές

η θάλασσα αταξίδευτη έμεινε
και το καράβι απορημένο
το άδειο τραπέζι να κοιτά
πώς να λεγότανε κείνο το καράβι
κανεις τους δε θυμάται πια


  

 

Ο ποιητής Ηλίας Κεφάλας παρουσιάζει τη ζωγράφο Φωτεινὴ Χαμιδιελὴ (facebook/Ηλίας Κεφάλας, 30/6/2016)

..........................................................

Ο ποιητής Ηλίας Κεφάλας παρουσιάζει 

τη ζωγράφο  Φωτεινὴ Χαμιδιελὴ


 Ἡ Φωτεινὴ Χαμιδιελὴ (Fotini Hamidieli) ζεῖ καὶ δημιουργεῖ στὴ Βέροια. Μιὰ ἐπίσκεψη στὸ σπίτι-ἐργαστήριό της μὲ γέμισε μὲ λυρικὴ διάθεση, οἶστρο δημιουργίας καὶ συνεχὴ τάση ἀναστοχασμῶν. Μοιράζομαι κάποιες φωτογραφίες ἔργων της μὲ ὅλους τοὺς φίλους μου, καθὼς καὶ ἕνα πρόχειρο σημείωμα γιὰ τὴν τεχνική της, προάγγελο ἐνδελεχοῦς κειμένου γιὰ ἑτοιμαζόμενο λεύκωμα προς ἔκδοση.






[...]Πλημμυρίδα του χρώματος σὲ ὅλες τὶς δυνατὲς ἀποχρώσεις ὅπου ἡ ἔντονη κλίμακα ἀποδίδει παραστατικὰ τὴν ἐσωτερικὴ ἔνταση τῶν μορφῶν. Κυριαρχεῖ τὸ γυναικεῖο πρόσωπο, ἐνῶ τὸ ἀνδρικὸ διαχἐεται φευγαλέα καὶ ὑπαινικτικὰ, ἐκεῖ ποὺ τὸ θέμα χάνει τὴ σαφήνειά του καὶ ὑποχωρεῖ στὸ διφορούμενο καὶ στὸ πολύσημο τῶν πολλαπλῶν ἐκδοχῶν. Τὸ πρῶτο πλάνο πάντα εἶναι ἡ κεντρικὴ ἰδέα τοῦ θέματος, τὸ γεννεσιουργὸ κύτταρο, ἀλλὰ ἡ ἀνάγνωση συνεχίζεται καὶ στὸ σκιερὸ παρασκήνιο, στὴ λειτουργία τοῦ φόντου, ὅπου πολλὲς φορὲς ἐκεῖ βρίσκονται μισοκρυμμένα τὰ κλειδιὰ τῶν ὁλοκληρωμένων μηνυμάτων. Πλὴν τῶν ἀνθρώπινων μορφῶν, κυρίως ὁλοκληρωμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν πάντα τὴ θλίψη σὲ μεγέθυνση, τὰ θέματα συμπληρώνονται μὲ τὰ λουλούδια ποὺ ἐπιβάλλονται μὲ μιὰ σπαρακτικὴ ἄνθιση, δείχνοντας τὸ τὶ θὰ πεῖ πόνος μέσα στὴν ὀμορφιά. Πουλιὰ ἐπίσης συλλαμβάνονται σὲ στάσεις αιφνίδιας ἀναμονῆς πρὶν τὴν ὁλοσχερή τους ἀπομάκρυνση, μισοκρυμμένα μέσα στὰ λουλούδια καὶ τοὺς μόλις διακρινόμενους μίσχους. Πουλιὰ σύμβολα τῆς ἀπώλειας, αὐτοῦ τοῦ λίαν ἀγαπητοῦ ἕν τι ποὺ κατέχουμε καὶ ποὺ εἶναι γραφτὸ νὰ μᾶς φύγει μακριὰ καὶ νὰ τὸ χάσουμε γιὰ πάντα.































































































[...] τὰ μάτια τους ἀποτυπώνουν συνήθως αὐτὸ ποὺ ἔχει ἐπικρατήσει συμβατικὰ νὰ λέγεται πετρωμένο βλέμμα. Καρφωμένα στὸ κενὸ φανερώνουν τὴν ἀδόκητη ἀγωνία, μιὰ κατάσταση διαρκοῦς ἰσχύους, καθὼς δὲν εἶδαν κάτι μακριὰ καὶ πέτρωσαν στὸ σημεῖο αὐτὸ μένοντας μαρμαρωμένα, ἀλλὰ καταδεικνύουν τὴν ἐσώστρεφη ὄραση, αὐτὸ ποὺ βλέπουν πρὸς τὰ πίσω καὶ πρὸς τὰ μέσα τους, τὸ ἐγκατεστημένο πλέον σημεῖον τοῦ πόνου στὴν διαρκὴ κατεργασία τοῦ λογισμοῦ καὶ σχεδὸν σὲ κάθε ἐσοχὴ τῆς συνείδησης. Αὐτὸ τὸ λυρικὸ ἀπόσταγμα τῆς θλίψης προβάλλεται μὲ καταρράχτες ἀτόφιων χρωμάτων ποὺ παραμένουν στὴ βασική τους ὑφή, χωρὶς νὰ ἀποπειρῶνται προσμίξεις καὶ συζεύξεις, ἀφοῦ αὐτὴ ἄλλωστε εἶναι καὶ ἡ λειτουργικὴ χρήση τοῦ ὑδροχρώματος [...]


























































Ο ποιητής και η ζωγράφος

"ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ" διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851 - 1911)

...........................................................





Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 - 1911)












ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ

 

 

 

Μιὰ ζωή, πενῆντα χρόνια! Εἶχαν συζήσει ὁμοῦ. Ὣς τόσον ἡ γριὰ δὲν ἦτο ἀκόμη 65 ἐτῶν· τὴν εἶχε πάρει πολὺ μικρήν, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ὁ γέρος. Αὐτὸς τώρα ἦτο ἄνω τῶν 85. Καὶ ἡ γριὰ τοῦ τ᾿ ἀνέβαζε μέχρις 90. Κι ὁ γαμβρός, ὁ σύζυγος τῆς ἐγγονῆς, χωρὶς νὰ ξεύρῃ, ἐβεβαίου ὅτι ὁ γέρος θὰ εἶχε φθάσει τὰ ἑκατόν.
Ἡ γριὰ εἶχε δύο σπίτια, ἐντὸς βαθείας αὐλῆς, κάτω ἀπὸ τοῦ Ψυρῆ, εἰς ἕνα δρόμον. Αὐτὴ ἦτο ὁ μόνος κύριος καὶ διαχειριστής. Ὁ γέρος, εἰς τὰ τελευταῖα του, κάποτε ἐξήρχετο τὰ Σάββατα, κ᾿ ἐδιακόνευε. Οἱ ἀνεψιάδες τῆς ἔλεγαν νὰ τὸν μαλώσῃ, νὰ μὴ τὸ κάμνῃ. Ἡ γριὰ ἔλεγεν ὅτι δὲν τὸ ξεύρει. Δεκάρες σπανίως τοῦ ἔδιδε.
Ἡ μοναχοκόρη της εἶχε χηρεύσει σαραντάρα. Εἶχε δύο παιδιά. Ἡ μικρὴ ἐμεγάλωσε πολὺ γρήγορα. Ὁ υἱὸς ἐβγῆκε μόρτης, ὅπως ὅλοι… Ὁ Νιόνιος, μ᾿ ἕνα ὡρολόγι χρυσό, καὶ μὲ μίαν προξενιὰ παραφουσκωμένην, εἶχε κάμει τὴν γριὰν νὰ πιστεύσῃ ὅτι εἶχε λεπτά. Ἔγινε δεκτὸς ὡς γαμβρός. Ἐστεφανώθη, καὶ ὀβολὸν δὲν εἶχε.
Ἐπέρασαν σχεδὸν πέντε χρόνια, κ᾿ ἡ Γιωργούλα ἀπέκτησε τρία παιδιά. Ἐξηκολούθει νὰ δουλεύῃ ὡς μοδίστρα, ὅπως καὶ πρὶν πανδρευθῇ.
Ἡ γραῖα εἶχε δώσει προῖκα τὸ ἔξω σπίτι, τὸ πρὸς τὸν δρόμον. Τὸ ἔσω εἰς τὸ βάθος τῆς αὐλῆς τὸ ἐκράτησεν αὐτή. Ηὐλίζοντο ὁμοῦ, καὶ ἡ φαγούρα δὲν ἔλειπε μεταξὺ τοῦ γαμβροῦ καὶ τῆς μάμμης.
Ἡ γραῖα ἐκράτει ἓν ἰσόγειον δωμάτιον κάτω, καὶ εἶχεν ἄλλα 4 ἢ 5 ἐνοικιασμένα. Ὅλον τὸ φθινόπωρον καὶ μέχρι μέσου τοῦ χειμῶνος, ὁ γέρος ἦτο μεταξὺ ζωῆς καὶ τάφου. Ἐγόγγυζεν, ἔρρεγχεν, ἠγωνία. Ἔτρωγεν, ἔπινε. Τὰ δόντια του εἶχον πέσει πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ καθὼς παρετήρησεν ἡ γραῖα, τὰ οὖλά του εἶχον σκληρυνθῆ τόσον, ὥστε ἀνεπλήρου τὴν ἔλλειψιν. Ἐμάσα καλά, κ᾿ ἐχώνευε καλύτερα· ἐπάλαιεν, ἐπαράδερνεν, ἔβλεπεν ὁράματα, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ βγῇ ἡ ψυχή του.
*
* *
Μακρὰν νύκτα τοῦ Νοεμβρίου, ἡ γραῖα ἠγρύπνει πλησίον τοῦ ἀσθενοῦς, ὅστις, συχνά, παλαίων μὲ τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, ἔπιπτε κάτω ἀπὸ τὸ χαμηλὸν κρεβάτι κ᾿ ἐκυλίετο. Ἡ μικρὰ Κατίνα, ἔκθετον τὸ ὁποῖον εἶχε προσλάβει ἡ γραῖα ἀπὸ τὸ βρεφοκομεῖον, ἦτο ἡ μόνη συντροφιά της· εἶχε γίνει ἤδη ὀκταέτις, καὶ τὴν εἶχε κρατήσει πλησίον της ― μὲ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τοῦ γαμβροῦ καὶ τῆς ἐγγονῆς οἵτινες, ἂν καὶ χίλια μικρὰ θελήματα τοὺς ἔκαμνε, τὴν ἐπαράβλεπαν, καὶ τὴν ἔκραζαν «μπαστάρδα».
Ὁ ἐγγονός της, ὁ μόρταρος, τότε μόνον ἐνθυμεῖτο τὴν γιαγιά του, ὅταν ἤλπιζε νὰ ἐκβιάσῃ παρ᾿ αὐτῆς λεπτά. Ἐκοπροσκυλοῦσε ὅλην τὴν ἡμέραν, κ᾿ ἐξενοκάτιαζε* τὴν νύκτα. Ἡ μητέρα του ἀνέτρεφε τὰ παιδιὰ τῆς κόρης της, μὴ εὐκαιρούσης ἀπὸ τὴν ἐργασίαν, καὶ δὲν κατήρχετο συχνὰ νὰ ἰδῇ τοὺς γονεῖς της.
Ὁ Νιόνιος ἔφθανε κάπου κατὰ τὰ μεσάνυχτα. Ἕως τότε συνήθως εἶχε παρέα μὲ φίλους· ἐπλησίαζεν εἰς τὴν θύραν τοῦ ἰσογείου, ὅπου ἔβλεπε φῶς εἰς τὸν φεγγίτην τῆς φλιᾶς.
― Καλησπέρα. Τί κάνετε;
Ἔβλεπε τὸν γέρον κυλιόμενον κάτω ἀπὸ τὸ κρεβάτι, νὰ παραδέρνῃ μὲ ἀτάκτους χειρονομίας, καὶ νὰ ψιθυρίζῃ ἀσυνάρτητα.
―Ἔ, γριά, τί τὸν φυλᾷς; Δὲν τὸν πᾷς στὸ νοσοκομεῖο;
Ἠκούετο ἡ φωνὴ τοῦ γέρου νὰ μορμυρίζῃ.
― Πουλάκια! πουλάκια! ὅλο κελαηδοῦν… ἔ, ψαράκια! τί μὲ κυνηγᾶτε;
Ὁ Νιόνιος ἠκροᾶτο πρὸς στιγμήν· εἶτα:
― Σ᾿ ἐξέχασε ὁ Μιχάλης, παππού;
Ὁ γέρων δὲν ἤκουεν· ἐξηκολούθει καὶ πάλιν νὰ γογγύζῃ:
― Ψαράκια! ψαράκια!… Νὰ εἶχα λεπτὰ νὰ τ᾿ ἀγοράσω!
―Ἀκοῦς, γιαγιά;… λεφτὰ σοῦ γυρεύει.
Εἶτα ἐπέφερε:
― Στὸ νοσοκομεῖο!… δὲν μᾶς ἀφήνετε νὰ ἡσυχάσουμε.
Ἡ γιαγιὰ συνήθως δὲν ἀπήντα. Ἀλλ᾿ ὅταν ἐκεῖνος ἀπήρχετο, τοῦ ἔστελλεν εἰς τὰ νῶτά του πολλὲς «ὑπερευλογημένες».
*
* *
Μίαν ἑσπέραν οἱ δύο ἱερεῖς τῆς ἐνορίας, κληθέντες, ἐτέλεσαν εὐχέλαιον ἐπὶ τοῦ ἀσθενοῦς. Ἐδιάβαζεν ὁ παπα-Σπύρος, ἐδιάβαζεν ὁ παπα-Παντελής (ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οὕτω συνηθίζεται εἰς Ἀθήνας), καὶ τρίτος ἐμορμύριζεν ὁ γέρος, ὥστε ἀπετελεῖτο εἶδος χάβρας.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ὁ παπα-Ἰγνάτιος, παρακληθείς, ἦλθε νὰ τὸν ἐξομολογήσῃ. Ὁ παπὰς ἐφόρεσε τὸ ἐπιτραχήλι του, καὶ ἤρχισε νὰ τὸν ἐπερωτᾷ ἂν ἐνθυμεῖτο τί ἁμαρτίας εἶχεν· ἀλλ᾿ ὁ γέρων, προσβλέψας αὐτὸν βλοσυρῶς, τοῦ λέγει:
― Αὐτὰ δὲν τ᾿ ἀκούω ἐγώ… Λεφτὰ ἔχεις νὰ μοῦ δώσῃς;… Λεφτά, λεφτά!
*
* *
Τὴν ἐπαύριον ὁ γέρος «ἀγγελιάστηκε». Κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ἐνῷ ἡ γερόντισσα εἶχε πάρει ὕπνον, αἴφνης τὴν ἐξύπνησεν ἀποτόμως ἡ μικρὰ ψυχοκόρη της.
― Τί εἶναι;
― Φοβᾶμαι, γιαγιά!… Φοβᾶμαι, ἔκαμνε κολλῶσα ἐπάνω της ἡ μικρά.
Ὁ γέρων μὲ ἀπλανές, ἔξαλλον ὄμμα, ἔκραζε:
― Τί μοῦ ἦρθες ἐδῶ, μακελλάραγα*;… Λεφτὰ νὰ μοῦ φέρῃς, λεφτά!
Αὐταὶ ἦσαν αἱ τελευταῖαι λέξεις του. Ἐξέπνευσε μετ᾿ ὀλίγον.
(1925)

"Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΣΤΥΑΝΑΚΤΟΣ" ποίημα του Χρίστου Ρουμελιωτάκη (facebook, 29/6/2016)

...........................................................



ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ
(γ. 1950)










Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΣΤΥΑΝΑΚΤΟΣ


Εγώ δεν είμαι εγώ∙
Οι νικητές με καταδίκασαν εις θάνατον
Για να εκλείψει η γενιά μου
Αλλά τους ξέφυγα.

Και έκτοτε,
Μη με ρωτάτε πώς,
Εγώ δεν είμαι εγώ, είμαι ο άλλος,
Φυσάει αγέρας λυβικός και με πηγαίνει.

Εγώ δεν είμαι ο άλλος∙
Ο πολυμήχανος ο Οδυσσέας για να σβήσει η γενιά μου
Όρισε να με ρίξουν απ’ τα τείχη
Αλλά τους ξέφυγα.

Και έκτοτε,
Μη με ρωτάτε πώς,
Εγώ δεν είμαι εγώ δεν είμαι ο άλλος,
Φυσάει αγέρας στεγνωτής και με πηγαίνει.

Και μη ρωτάτε ποιος εγώ και ποιος ο άλλος
Τα μάτια μου κοιτάξτε και τα χέρια
Πότε τα μάτια του ηλίθιου ζητιάνου που ικετεύουν
Και πότε η ματιά του εκδικητή που ψάχνει εκδίκηση.

Και μη ρωτάτε ποιος εγώ και ποιος ο άλλος
Τα μάτια μου κοιτάξτε και τα χέρια
Άλλοτε η γροθιά του ορκισμένου εκδικητή
Και άλλοτε του διακονιάρη η παλάμη που ικετεύει.

Και μη ρωτάτε ποιος εγώ και ποιος ο άλλος
Φυσούν της μοίρας μας οι αγέρηδες και μας πηγαίνουν.

Και μην πιστεύετε αυτά που ιστορώ
Εκεί στα τείχη έχει τελειώσει από τότε η ζωή μου.


27-1-2015


ΑΣΤΥΑΝΑΞ: Γιος του Έκτορα και της Ανδρομάχης’ τον σκότωσαν οι Αχαιοί με πρόταση του Οδυσσέα για να εκλείψει η βασιλική γενιά του Πρίαμου.

"ΝΔ και ΠΑΣΟΚ κρατάνε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία."γράφει ο Γιωργος Παπαδοπουλος Τετραδης (facebook, 30/6/2016)

............................................................


ΝΔ και ΠΑΣΟΚ κρατάνε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία.






Εκτός αν πιστεύει κανείς στην παρθενογένεση, τα γεγονότα, όπως και τα όντα έρχονται εξ αιτίας. Δηλαδή, όσο κι αν δεν αρέσει στις αιτίες, τα γεννάνε αιτίες. Το Brexit όπως και η pre grexit κατάσταση που ζει η χώρα έχουν αιτίες με ονοματεπώνυμο.
Φταίνε οι βρετανοί που ψήφισαν έξοδο; Όχι ακριβώς. Φταίνε οι Έλληνες που ψήφισαν Τσίπρα; Όχι ακριβώς. Για να μην πούμε, όχι καθόλου.
Πριν εξαπολύσει κανείς κατηγορίες για όσα του φαίνονται κακοδαιμονίες είναι χρήσιμο να σκύψει για να δει τις αιτίες. Επειδή, τον τελευταίο καιρό κατηγορείται όλο και πιο συχνά ο λαός για τις επιλογές του και μερικοί από τους νεκροθάφτες του βιάζονται να το ξανασώσουν.
Φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ, που έχει φέρει τη χώρα στα πρόθυρα ενός grexit; Σχεδόν καθόλου. Πώς ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία; Ως δια μαγείας; Κανένας σπόρος δε φυτρώνει αν δεν υπάρχει έδαφος και κλίμα.
Τι έκανε 2 εκατομ. ψηφοφόρους να τον επιλέξουν το 2015 για κυβέρνηση; Η εύκολη απάντηση είναι «η δημαγωγία του».
Και γιατί η δημαγωγία του βρήκε πρόσφορο έδαφος; Η εύκολη απάντηση είναι «γιατί ο λαός αρέσκεται στα εύκολα και ρέπει στο να πιστεύει αυτούς που του υπόσχονται περισσότερα εισοδήματα και παροχές με λιγότερη προσπάθεια».
Και γιατί ο λαός ρέπει προς αυτή τη νοοτροπία; Η εύκολη απάντηση είναι «γιατί έτσι τον έχουν μάθει εδώ και χρόνια». Ακριβώς.
Όπως βλέπεις κανείς, οι αιτίες είναι εδώ και είναι ολοζώντανες. Φωνάζουν. Φταίνε, λοιπόν αυτοί που τον έχουν μάθει σ αυτή τη νοοτροπία. Οι πολιτικοί του κυβερνήτες. Αυτό μπορεί να το επιβεβαιώσει κανείς, βλέποντας τον Έλληνα που δουλεύει και ζει σε ένα περιβάλλον έξω από την Ελλάδα. Έχει άλλη νοοτροπία. Εκείνη της χώρας που ζει. Επομένως, υπάρχει μια άλλη νοοτροπία.
Και γιατί δεν την ενστερνίζεται ο Έλληνας; Για λόγους αυτοσυντήρησης!
Αν την ενστερνιστεί, έτσι από μόνος του, θα δει το παιδί και τη γυναίκα του γείτονα να παίρνουν μια θέση στο δημόσιο με σίγουρα λεφτά και θέση, ενώ εκείνος θα πελαγοδρομεί να ψάχνει για να ζήσει. Θα δει το γείτονα να χτίζει ένα τριώροφο με άδεια γκαρσονιέρας, ενώ εκείνος μετά βίας και με το τετραπλάσιο κόστος θα είναι στα μπετά της γκαρσονιέρας.
Θα δει το γείτονα να βγάζει άδεια στη λαϊκή αγορά για πάγκο, την ώρα που αυτός δεν θα μπορεί να αγοράσει καν τον πάγκο.
Θα δει το γείτονα ανταγωνιστή του επιχειρηματία να παίρνει το ένα έργο μετά το άλλο κι αυτός δεν θα μπορεί να φτιάξει ούτε μονοπάτι. Θα δει το γείτονα γιατρό, δικηγόρο, επαγγελματία, μάστορα να ζει άνετα δηλώνοντας 12.000 ευρώ εισόδημα το χρόνο, ενώ αυτός μετά βίας θα πληρώνει τις εισφορές του από την άγρια φορολόγηση της ειλικρινούς του δήλωσης.
Ο κατάλογος δεν έχει τέλος και σίγουρα οι αναγνώστες ξέρουν καλύτερα και από πρώτο χέρι τι συμβαίνει στη χώρα. Επομένως, ας έρθουμε στο ζουμί.
Όταν οι πολίτες έχουν ζήσει στο πετσί τους την απαξίωση της νομιμότητας και της κανονικότητας από τους κυβερνήτες τους και τα κόμματά τους, απαιτούν τη συμμετοχή τους σ αυτήν, ισότιμα και όλοι!
Προσέξτε: Δεν απαιτούν το σταμάτημα, αφού δε βλέπουν καμιά δύναμη που να τη σταματάει και αφού πρέπει να επιζήσουν σήμερα, ενώ η ονειρική ισοδιοίκηση είναι του μέλλοντος. Απαιτούν αυτό που είναι ενστικτωδώς φυσικό σαν δίκαιο: Ισότητα στην αντιμετώπιση. Και αφού η αντιμετώπιση είναι αναξιοκρατική και ρουσφετολογικά διαφθαρμένη, απαιτούν ισότητα στη διαφθορά!
Έχουν άδικο; Καθόλου. Γιατί, τελικά, ζητάνε αυτό που είναι αυτονόητο: Ισονομία.

Μετά τη μεταπολίτευση δημιουργήθηκε μια άλλη χώρα με μια άλλη νοοτροπία. Η οποία διολίσθησε στη διαφθορά και στην ιδιοποίηση του κράτους ως φέουδο και ως χοάνη άντλησης ψήφων από κόμματα και τυχοδιώκτες, που εμφανίστηκαν και εμφανίζονται για αντιπρόσωποι του λαού, τρομάρα τους. Ο λαός είναι ο,τι τον κάνουν οι εξουσίες του. Αυτές τον μορφώνουν και βάζουν τους κανόνες διακυβέρνησης. Αυτές νομοθετούν. Αυτές μονοπωλούν τη βία. Αυτός, σπάνια, όταν φτάσει στο μη παρέκει, επαναστατεί.
Η πλειοψηφία του λαού έδωσε την ευκαιρία σχεδόν σε όλα τα κόμματα να κυβερνήσουν. Και όλα ακολούθησαν τη συνταγή που προαναφέραμε. Διαφθορά μέχρις εσχάτων. Ως την επάρατο χρεωκοπία του 2009.
Οι, πολίτες έδωσαν την ευκαιρία στα παραδοσιακά κόμματα της μεταπολίτευσης να τους βγάλουν από το αδιέξοδο. Από κεκτημένη ταχύτητα. Για να διαπιστώσουν ότι απέναντί τους είχαν πάλι ψέματα αντί για αλήθειες, ταξίματα αντί για πρόγραμμα, ρουσφέτια αντί για ισονομία, άλλα λέω κι άλλα κάνω αντί για συνέπεια, γελοιότητα αντί για σοβαρότητα.
Το πολιτικό προσωπικό της χώρας ζούσε και ζει στην πλειονότητά του στο 2004, όπου τα περιθώρια για μπαλαφάρες αντί σοβαρού λόγου και για παραμύθια αντί για αλήθειες ήταν πιο χαλαρά. Σ αυτό το κλίμα πολλοί πολίτες πίστεψαν ότι μια άλλη λύση είναι εφικτή. Αφελείς; Ευκολόπιστοι; Ονειροπόλοι; Όπως θέλει κανείς μπορεί να τους ονομάσει, αλλά ένα πράγμα δεν μπορεί να παραβλέψει: Ότι δεν πήγαν προς τα εκεί από μόνοι τους και από τον ουρανό. Ούτε πήγαιναν πριν εκεί. Κάτι ψήφιζαν πριν δώσουν 36% σ ένα κόμμα που μετά βίας έπαιρνε 4% και στη συνέχεια 12%. Και κάτι τους έστειλε να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ.
Πάμε λοιπόν στον καθρέφτη. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην εξουσία; Γιατί τα άλλα κόμματα απαξιώθηκαν στα μάτια του κόσμου. Είτε γιατί δεν του έδιναν του κόσμου αυτό που τον είχαν καλομάθει να του δίνουν (ευκολίες πληρωμής με υψηλές απολαβές), είτε γιατί δεν του έδιναν αυτό που απαιτούσαν οι καιροί: Αλήθεια, υπευθυνότητα, ισονομία, ξεκάθαρες κουβέντες και ξεκάθαρη διακυβέρνηση.
Επομένως, ο ΣΥΡΙΖΑ (για την ακρίβεια ο Τσίπρας, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απαξιωθεί στη συνείδηση των αριστερών) δεν ήρθε ουρανοκατέβατος. Είναι το τελευταίο από τα κόμματα της μεταπολίτευσης, που δεν είχε κυβερνήσει και που του έδωσε ο λαός (η εκλογική πλειοψηφία) αυτή την ευκαιρία. Ο κύκλος έκλεισε. Το ΚΚΕ δεν δίνει μάχη εξουσίας και δεν είναι κόμμα της μεταπολίτευσης.
Και γιατί παραμένει ο ΣΥΡΙΖΑ μετά από τόσα ακραία πισωγυρίσματα που έχει κάνει και τα οποία ρεζιλεύουν τον ίδιο, αλλά και το λαό, σε σημείο να φωνάζουν οι Γάλλοι, που είναι στους δρόμους εδώ και βδομάδες «εμείς δεν είμαστε Έλληνες»; Γιατί δεν αλλάζεις το ρούχο που έχεις μ εκείνο που έχεις πετάξει για άχρηστο.
Όπως έχω ξαναπεί, τα κόμματα της μεταπολίτευσης έχουν πεθάνει (και το Ποτάμι είναι ένα απ αυτά, γιατί είναι δημιούργημα μηχανισμών). Αλλά τίποτε δεν έχει γεννηθεί ακόμα στη θέση τους. Και η φωνή τους δεν έχει ισχύ. Δεν πιάνει. Είναι ενστικτώδες.
Ο μέσος πολίτης, όσα κι αν λέει ας πούμε ο Βενιζέλος ή ο Λοβέρδος ή ο Δένδιας ή ο Λυκούδης ή ο οποιοσδήποτε έχει κυβερνήσει, σκέφτεται ενστικτωδώς: « σε είδαμε τι έκανες όταν ήσουν κυβέρνηση». Μ αυτούς τους όρους η αντιπολίτευση είναι ανύπαρκτη. Τα λόγια της και οι πράξεις της πέφτουν στη χλεύη και την απαξίωση. «Σε είδαμε τι έκανες. Μη μας λες τώρα άλλα. Ας τα’ κανες τότε».
Τα ίδια θα πάθει και ο ΣΥΡΙΖΑ όταν βρεθεί στην αντιπολίτευση. Θα είναι ανύπαρκτος. Θα κάνει αντιπολίτευση και οι πολίτες από κάτω θα λένε «τι μας λένε οι άνθρωποι. Αυτοί κάναν τα ίδια και χειρότερα σαν κυβέρνηση».
Έχει μάθει τίποτε το παλιό πολιτικό προσωπικό από το παρελθόν; Ακούγοντας τις καθημερινές του τοποθετήσεις και τη νοοτροπία του η απάντηση είναι: Όχι. Έχει ανατραπεί (όχι μακιγιάζ και ψευτοφτιασίδωμα, όχι ρετούς) σε πρόσωπα, νοοτροπίες και πολιτικές; Όχι. Παρελαύνει η ίδια κουστωδία με αλλαγές ρόλων.
Αν αναρωτιέται κανείς ποιος έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία η απάντηση είναι μία: Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ τον έφεραν. Ούτε ο λαός που δεν ήταν αριστερός έγινε ξαφνικά αριστερός, ούτε έγινε πιο εχθρικός απέναντι στα μνημόνια απ όσο ήταν και πριν. Ο ίδιος λαός ήταν και είναι. Ταλαιπωρημένος και αλαφιασμένος. Το τελευταίο που του αξίζει είναι να λοιδορείται για τις επιλογές του.
Έκανε ο,τι μπορούσε και όσο του επέτρεπε η πολιτική κουλτούρα που τον γαλουχεί εδώ και 40 χρόνια. Για να μην πάω παλιότερα.
Και όσο πάει θυμώνει πιο πολύ, αηδιάζει πιο πολύ, αγανακτεί πιο πολύ και ψάχνει πιο πολύ για μια λύση, που δεν τη βλέπει από πουθενά. Δεν ξέρει ότι αυτός από μόνος του είναι η λύση.



















Ryuichi Sakamoto - Tibetan Dance (youtube, 20 Απρ 2013)

...........................................................


Ryuichi Sakamoto - Tibetan Dance

Δημοσιεύτηκε στις 20 Απρ 2013



Antonio Ximénez (1751~1826) Guitar Trio No. 1 in D major (youtube, 1 Φεβ 2015)

..............................................................

Antonio Ximénez - Guitar Trio No. 1 in D major

Δημοσιεύτηκε στις 1 Φεβ 2015
 
 
Antonio Ximénez (1751~1826)

Guitar Trio No. 1 in D major

00:02 I. Allegro moderato
05:17 II. Rondo : Presto

Guitar : Luca Trabucchi
Violin : Manuel Guillén
Cello : Pierluigi Ruggiero



Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Αρκάς: ...μέχρι και δημοψήφισμα!... (facebook/ARKAS -The Original Page, 29/6/2016)

.............................................................


  Αρκάς: ...μέχρι και δημοψήφισμα!...
 



"Ο Αγγούρης" γράφει ο Δημήτρης Νανούρης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 27.06.2016)

...........................................................

Ο Αγγούρης


γραμμές
Γιουνάν ικί μπεκιάρ! Τουτέστιν ο κολλητός μου ο Τάκης κι εγώ απλώναμε τα ανοικονόμητα σαρκία μας στη μικρασιατική ακτή, από τον Τσεσμέ ίσαμε τη Σελεύκεια της Πιερίας, στα συροτουρκικά σύνορα. Πάνε πάνω από είκοσι χρόνια. Επιστρέψαμε από την ενδοχώρα με μια αλησμόνητη στάση αρκετών εβδομάδων στη συγκλονιστική Καππαδοκία. Σε λιμάνια, πόλεις, μαχαλάδες και χωριά, σε παραλίες, κάμπους και οροπέδια, όπου κι αν πηγαίναμε, μια γνώριμη μελωδία χαλούσε κόσμο. Την ακούγαμε ξανά και ξανά από ράδια, κασετόφωνα κι από χιλιάδες χείλη, με τούρκικα λόγια ασφαλώς. Σουξέ μεγατόνων.
Επρόκειτο για τη «Φωνή του αργιλέ», το «Πέντε χρόνια δικασμένος μέσα στο Γεντί Κουλέ» πά' να πει. Στη Φετιγέ, την ελληνική Μάκρη, μπήκα σ' ένα δισκάδικο. Καλημέρισα και σφύριξα το πρώτο κουπλέ. «Ναργιλέ» αναφώνησε έκπληκτος ο υπάλληλος και μου ’φερε αμέσως την κασέτα. Περισσότερο κατάπληκτος από ’κείνον, διάβασα στο credit του σχετικού τραγουδιού: muzik Vangelis Papazoglu. Επονομαζόμενος και Αγγούρης, ο μεγάλος Σμυρνιός συνθέτης φωνογράφησε προκατοχικά καμιά σαρανταριά αριστουργηματικά άσματα, που τα ’λεγε κι ο Αττίκ στη «Μάντρα» του, ο Γούναρης κι άλλοι μεγάλοι του ελαφρού.
Ντόμπρος και μπεσαλής, με αδιαπραγμάτευτες ηθικές αρχές, ήρθε σε ρήξη με τη λογοκρισία του Μεταξά και «αυτοεξορίστηκε» απ' τη δισκογραφία το 1937. Συνέχισε ωστόσο να εμφανίζεται σε κέντρα, γάμους και πανηγύρια και να γράφει τραγούδια που χάριζε σε άλλους μουσικούς. Παρότι δεν έλειπαν οι προτάσεις, σταμάτησε να παίζει στην Κατοχή, αρνούμενος να διασκεδάζει τους «φχαριστημένους και τους μαυραγορίτες», φορτώθηκε ένα σακί στην πλάτη κι έγινε παλιατζής. Πέθανε σαράντα έξι χρονών από την πείνα και τη φθίση, σαν σήμερα στα 1943.
Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 διάφοροι συνθέτες, ανάμεσά τους πασίγνωστοι, έπεσαν σαν αρπακτικά πάνω στο έργο του Παπάζογλου. Εγραφαν στ' όνομά τους τα κομμάτια του, ατόφια ή ελαφρώς διασκευασμένα, με τους ίδιους ή άλλους στίχους, τα ερμήνευαν φίρμες της εποχής κι έβγαζαν μια πολυκατοικία απ' το καθένα. Ας αφήσουμε όμως τον Στελλάκη Περπινιάδη, στενό φίλο και συνεργάτη του, να μας μιλήσει σχετικά από τη «Ρεμπέτικη Ιστορία 1» του Κώστα Χατζηδουλή, εκδόσεις Νεφέλη: «Ακόμα δεν πήγαν και στον τάφο του, να του κλέψουν και τα οστά. Χωρίς φιλότιμο και ίχνος πέτσας, πήραν φόρα κι άρχισαν να λεηλατούν τα τραγούδια του Βαγγέλη. Η χήρα του Αγγέλα [τυφλή απ' το 1929] δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα. Ο Μακρής, στην ΑΕΠΙ, δεν είναι για συζήτηση. Κι οι κλέφτες αλωνίζουνε, χωρίς να δίνουνε λογαριασμό σε κανένα».
Ιδιοσυγκρασίας αλλιώτικης, κατά πώς φαίνεται, οι Τούρκοι μαέστροι σέβονται τους δημιουργούς ακόμα κι αν είναι ξένοι και πενήντα χρόνια νεκροί. Εκεί ακριβώς οφειλόταν το ξάφνιασμά μου. Αλλά ας δώσουμε και πάλι τον λόγο στον Στελλάκη: «Κάθε τραγούδι του Αγγουριού ήταν και μια επιτυχία με πωλήσεις που δεν τις έβλεπαν στον ύπνο τους όλοι οι άλλοι μαζί τότε. (...) Ηταν σαράντα χρόνια μπροστά. (...) Εκεί που έγραφε για ένα θέμα μια επαναστατική μουσική κι άρχιζαν οι άλλοι τους αγώνες να τον αντιγράψουν, εκεί τους πέταγε κάτι άλλο, ξεχωριστό απ' το προηγούμενο και τους τρέλαινε τους ανθρώπους».



Περπινιάδης-Πέντε χρόνια δικασμένος

Ανέβηκε στις 30 Μαρ 2011
Συνθέτης Παπάζογλου Έτος ηχογρ. 1934

Πέντε χρόνια δικασμένος μέσα στο γεντί κουλέ

από το πολύ σεκλέτι το 'ριξα στον αργιλέ


φύσα ρούφα τράβα τονε πάτα τονε κι άναφτονε

φύλα τσίλιες για τους βλάχους κείνους τους δεσμοφυλάκους


Κι άλλα πέντε ξεχασμένος από σένανε καλέ

για παρηγοριά οι μάγκες μου πατούσαν αργιλέ


φύσα ρούφα τράβα τονε πάτα τονε κι άναφτονε

φύλα τσίλιες για τους βλάχους κείνους τους δεσμοφυλάκους


Τώρα που 'χω ξεμπουκάρει μέσα απ' το γεντικουλέ

γέμωσε τον αργιλέ μας να φουμάρουμε καλέ


φύσα ρούφα τράβα τονε πάτα τονε κι άναφτονε

φύλα τσίλιες απ' τ' αλάνι κι έρχονται δυο πολιτσμάνοι






Πέντε χρόνια δικασμένος (Γεντί κουλέ) - Kudsi Erguner Ensemble

Τίτλος από δίσκο: Kudsi Erguner Ensemble - Yedikule
Στίχοι: Βαγγέλης Παπάζογλου, Αγγούρης
Μουσική: Βαγγέλης Παπάζογλου, Αγγούρης
Πρώτη εκτέλεση: Στελλάκης Περπινιάδης
Ερμηνεία: Kudsi Erguner Ensemble
Κατηγορία: Ρεμπέτικα
Έτος ηχογραφήσεως: 1934
Δίσκος:The diaspora of rembetiko (Τα ρεμπέτικα της διασποράς)




Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

"Το δημοψήφισμα ως δημοκρατία και ως εξαπάτηση." γράφει ο Γιωργος Παπαδοπουλος Τετραδης (facebook, 28/6/2016)

.............................................................
 

Το δημοψήφισμα ως δημοκρατία και ως εξαπάτηση.

 

Πριν ένα χρόνο ακριβώς είχα καταγγείλει με ένα άρθρο μου τον πρωθυπουργό ότι σέρνει τον ελληνικό λαό σε ένα δημοψήφισμα, που το έμπρακτο αποτέλεσμά του ήταν προαποφασισμένο, γι αυτό και προκαλούσε δύο δημοκρατικά εγκλήματα.
Πρώτον, απαξίωνε την ψήφο του λαού, αφού είχε ήδη συμφωνήσει με τους δανειστές τα αντίθετα από αυτό που θα ψήφιζε ο λαός (πράγμα που έγινε μετά από λίγες μέρες).
Δεύτερον, μετέθετε από τον εαυτό του στην πλάτη του λαού την απόφαση για ένα μείζον θέμα, για το οποίο η κυβέρνηση ήταν ο μόνος απολύτως υπεύθυνος να αποφασίσει, δεδομένου ότι το (έστω και ακαταλαβίστικο) ζητούμενο στο δημοψήφισμα είχε απαντηθεί από το λαό στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015.
Επομένως, απλώς ήθελε τη λαϊκή εντολή για να αλλάξει πολιτική! Εξ ου και το αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε με το «όχι», δεδομένου ότι, όπως αποκάλυψαν ρητά η κ Κωνσταντοπούλου και ο κ Τσακαλώτος αργότερα, πίστευε ότι ο ελληνικός λαός θα ψήφιζε «ναι» κι ας στήριζε το «όχι»!
(Αξιόπιστη πηγή μού είχε πει τότε πως το πειστικότερο επιχείρημα που ειπώθηκε στον πρωθυπουργό για να πιστέψει ότι θα βγει το «ναι» ήταν ότι ποτέ στην ιστορία δεν στηρίχτηκε η πρόταση μιας κυβέρνησης με κλειστές τράπεζες)
Στην ίδια περίπου λακκούβα έπεσε και ο Βρετανός πρωθυπουργός, ο οποίος, όμως δεν μπορούσε να απαξιώσει την ψήφο των Βρετανών, γιατί υποστηρικτές του «ναι» και του «όχι» θα τον κρεμούσαν στην πλατεία Τραφάλγκαρ αν έκανε το αντίθετο απ αυτό που ψηφίστηκε. Έχουν την ψήφο τους (ακόμα) σε πολύ μεγάλη εκτίμηση, για να την αφήσουν να γίνει παιχνιδάκι στα χέρια οποιουδήποτε.
Η αποτυχία και των δύο πολιτικών έγκειται στο κοινό σημείο των δημοψηφισμάτων που εξήγγειλαν: Εκβίασαν το λαό με το πρόσχημα ενός δημοκρατικού θεσμού. Του κατ εξοχήν αμεσολαϊκού θεσμού. Εξυπηρετούσαν την επιβίωση του εαυτού τους και των κομμάτων τους και όχι του λαού.
Ο μεν κ Τσίπρας, έκανε αυτό που ομολόγησε ο κ Τσακαλώτος στις 3 Ιουλίου του 2015 στο CNN:
«Η πρόταση των θεσμών δεν είναι βιώσιμη. Δεν δημιουργούσε τις συνθήκες για να κάνουμε όσα υποσχεθήκαμε. Έτσι δεν μπορούσαμε να θέσουμε την πρόταση των θεσμών στο κοινοβούλιο γιατί δεν θα ψηφιζόταν και θα έπεφτε η κυβέρνηση».
«Για αυτό προχωρήσαμε στο δημοψήφισμα, για να αποφασίσει ο λαός αν είναι ένας δίκαιος συμβιβασμός. Αν απαντήσουν ''Ναι'', θα το σεβαστούμε. Αν πούνε ''Όχι'', θα συνεχίσουμε τη διαπραγμάτευση, για μία συμφωνία βιώσιμη».
Ο δε κ Κάμερον, δήλωνε στις 10 Μαίου του 2014, πριν τις γενικές εκλογές που κέρδισε μ αυτές τις δηλώσεις:
«Σίγουρα. Θα διεξάγουμε αυτό το δημοψήφισμα μέχρι το τέλος του 2017. Θα είναι ένα δημοψήφισμα στη βάση του εντός-εκτός (ΕΕ). Θέλουμε να παραμείνουμε σε μια αναμορφωμένη Ευρωπαϊκή Ένωση ή θέλουμε να φύγουμε; Και έχω ξεκαθαρίσει ότι ανεξαρτήτως του αποτελέσματος των επόμενων γενικών εκλογών -και φυσικά θέλω την πλειοψηφία και ελπίζω και πιστεύω ότι μπορώ να την κερδίσω- οι πολίτες δεν πρέπει να αμφιβάλλουν ότι δεν θα γίνω πρωθυπουργός εάν δεν διασφαλίσω ότι μπορούμε να κάνουμε αυτό το δημοψήφισμα».
Τα σχόλιά του αφήνουν να εννοηθεί ότι δεν θα επιθυμούσε να ηγηθεί μιας κυβέρνησης μειοψηφίας, καθώς έτσι δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.
Τα ποσοστά του Κάμερον είχαν κατρακυλήσει τότε, φέρνοντας τους Συντηρητικούς στην τρίτη θέση.
Ο Κάμερον, ο οποίος κέρδισε απόλυτη πλειοψηφία στις γενικές εκλογές δε σταμάτησε εκεί. Στις 10 Μαίου του 2015 «δεσμεύτηκε να επαναδιαπραγματευτεί τις σχέσεις της Βρετανίας με την Ευρώπη και στη συνέχεια να στήσει κάλπες, προκειμένου να αποφασίσουν οι ψηφοφόροι αν επιθυμούν παραμονή ή μη στην Ε.Ε. μέχρι τα τέλη του 2017», σύμφωνα με τις δηλώσεις του εκείνης της μέρας.
Τσίπρας και Κάμερον έπαιξαν με το λαό ακριβώς το ίδιο χαρτί: Του φόβου. Ο μεν πρώτος άφησε θολό το τοπίο μιας ενδεχόμενης εξόδου της χώρας από το ευρώ και την ΕΕ, παρ όλο που στήριζε το «όχι», ελπίζοντας ότι οι Έλληνες θα φοβηθούν και θα πάρουν αυτοί την ευθύνη για την κωλοτούμπα του.
Ο δε Κάμερον, αφού κέρδισε τις εκλογές πάνω στα βρετανικά εθνικά ένστικτα, προχώρησε το σχέδιο του εκβιάζοντας πια την ΕΕ με το δημοψήφισμα, για μεγαλύτερες παραχωρήσεις στη Βρετανία, όπως μπορεί να δει καθαρά ο αναγνώστης στη δήλωση του πιο πάνω.
Ο μεν πρώτος έχασε στο δημοψήφισμα, που περίμενε «ναι» για να κάνει τη στροφή, και έκτοτε κυκλοφορεί πουλώντας το άφοβο «όχι» του λαού για δική του νίκη (!), ο δε δεύτερος, αφού πήρε αυτά που ήθελε από την ΕΕ υποχρεώθηκε να κάνει αυτό που υποσχέθηκε: Δημοψήφισμα. Και παρ όλες τις προσπάθειές του το έχασε. Γιατί το κάρβουνο του βρετανικού εθνικισμού που φύσαγε ο ίδιος νωρίτερα είχε πάρει πλέον φωτιά.
Χαρακτήρισα αυτά τα δημοψηφίσματα απάτες επειδή δεν έγιναν εξ αιτίας καμιάς κοινωνικής απαίτησης. Ούτε οι Έλληνες ούτε οι Βρετανοί είχαν ορθώσει απαίτηση εξόδου από την ΕΕ. Μπορεί και οι δύο λαοί να βρίζουν την ΕΕ με τα χειρότερα λόγια, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, αλλά δεν υπήρχε λαϊκή απαίτηση, κοινωνική απαίτηση. Απαίτηση του όγκου του λαού. Τέτοια που να δικαιολογεί δημοψήφισμα.
Το μείζον, που είναι και το κριτήριο για να καταλάβει κανείς αν ένα δημοψήφισμα είναι του λαού ή της εξουσίας, αν είναι δημοκρατία ή εξαπάτηση αφορά στο απλό ερώτημα: Ποιος βάζει το δημοψήφισμα; Ο λαός ή η εξουσία; Είναι λαϊκή απαίτηση, είναι κοινωνική απαίτηση ή είναι φτιαχτό; Αντιστοιχεί στις συνθήκες ή κάποιος πάει να παγιδέψει το λαό;
Κάρβουνα υπάρχουν πάντα και σιγοκαίνε. Αλλά, είναι άλλο να έχουν πάρει φωτιά τα κάρβουνα από ιστορικές συνθήκες που οδηγούν το λαό και άλλο να φυσάει ο προβοκάτορας ένα κάρβουνο για να πάρει φωτιά το σύνολο. Όπως είπα χτες, αν κάνεις δημοψήφισμα στην Ελλάδα με ερώτημα αν πρέπει η Πόλη να ξαναγίνει κάποτε ελληνική, το αποτέλεσμα, εκτός εκπλήξεως, το ξέρουμε. Αυτό, όμως δεν θα είναι μια κοινωνική απαίτηση. Θα είναι ένα κάρβουνο, που έχει σπίθα και κάποιος το φύσηξε και έβαλε φωτιά στον τόπο. Θα είναι μια εξαπάτηση.
Στις ψυχές των λαών υπάρχουν δεκάδες κάρβουνα που σιγοκαίνε. Δουλειά των υπεύθυνων πολιτικών που νοιάζονται για το λαό είναι να μη βάζουν φωτιά για κανένα λόγο εκτός από έναν: Για να υπηρετήσουν το λαό. Ακόμα και για να τον πάνε σε μια επανάσταση αν είναι μπορετό.
Κάμερον και Τσίπρας υπηρέτησαν τον εαυτό τους και το κόμμα σε βάρος του λαού. Ο πρώτος τον βάζει σε μια πολιτική, οικονομική και κοινωνική δοκιμασία, ο δεύτερος απαξίωσε στη συνείδηση του λαού το πιο ισχυρό όπλο που έχει σε μια δημοκρατία: Την αξία της ψήφου του και το δημοψήφισμα. Την όποια εμπιστοσύνη μπορεί να είχε κομμάτι του λαού στο πολιτικό προσωπικό. Και εξευτέλισε την ελληνική καρέκλα που κάθεται στα μάτια των ξένων.
Το αποτέλεσμα φάνηκε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ’15. Τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ψήφοι λιγότεροι στον ΣΥΡΙΖΑ και αύξηση της αποχής κατά 400.000 ψηφοφόρους.
Όταν απαξιώνεις τις δημοκρατικές διαδικασίες απαξιώνεις τη δημοκρατία. Και έχεις ανοίξει την πόρτα σε κάθε ακραίο αντιδημοκράτη. Τον οποίο τον έχεις γεννήσει. Κι αυτό αφορά σε όλο το ευρωπαϊκό στερέωμα. Στο οποίο οι Τσίπρες και οι Κάμερον όλο και πληθαίνουν.