Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

" Η παράσταση τελείωσε. Αυλαία..." Ο Μένης Κουμανταρέας για έναν Δεκέμβρη που καθόρισε τη μοίρα της μεταπολεμικής Ελλάδας (Από "Το Show είναι των Ελλήνων" 'Κέδρος", 2008)

........................................................





Ο Μένης Κουμανταρέας για έναν Δεκέμβρη που καθόρισε τη μοίρα της μεταπολεμικής Ελλάδας

(Από "Το Show είναι των Ελλήνων" "Κέδρος 2008)  




...Μπήκαμε στο γραφείο του προσωπάρχη σαν δίδυμο κι εμείς, όπως ο Σιάντος με τον Παρτσαλίδη.
"Έφαγα τον κόσμο να σας βρω", μας είπε ο γερο-λύκος με ύφος ατσαλάκωτο, αποτεινόμενος κυρίως σ' εμένα. "Πού στην ευχή βρισκόσασταν τόσες ώρες;"
   Είπα στον προσωπάρχη ότι, όπως ζήτησε, κατατόπιζα τον νεοφερμένο στα καθήκοντά του.
   "Τού έδειξες το αρχείο;"
   "Μάλιστα".
   Με κοίταξε καχύποπτα:
   "Τού το παρέδωσες για να περαστεί στον υπολογιστή;"
   "Μάλιστα", είπα ψέματα.
   Με κοίταξε πάλι καχύποπτα:
   "Μα εσείς ήσασταν στο υπόγειο. Τι στο διάολο κάνατε εκεί τόσες ώρες;"
   Θα ήθελα πολύ να του πω "κάναμε έρωτα".
   "Είχαμε πολλή δουλειά", είπα και κοιταχτήκαμε με τον Αρχιτεκτονίδη.
   "Θα μού επιτρέψετε", είπε εκείνος στον προϊστάμενό του, "ο κύριος με ξεναγούσε στα υπόγεια και μάθαινα την ιστορία του Υπουργείου".
   "Η ιστορία του Υπουργείου δεν είναι στα υπόγεια, αλλά στο άπλετο φως", είπε ο ατσαλάκωτος.
   "Εφόσον επιμένετε", πήρα πάλι το λόγο, "με αφορμή το αρχείο, κατατόπιζα τον νέο υπάλληλο σχετικά με τις δύο συσκέψεις της 26ης και 27ης Δεκεμβρίου του '44 στη διάρκεια των Δεκεμβριανών".
   Με κοίταξε κατάπληκτος:
   "Τι σχέση έχουν αυτές οι συσκέψεις με τη δουλειά του Υπουργείου;"
   "Μήπως δεν αποτελούν μέρος της ιστορίας του;" αντέτεινα.
   "Πολύ μακρινή ιστορία για να ενδιαφέρει έναν νέο υπάλληλο, κύριε. Εγώ σας κάλεσα για να ξεκαθαρίσετε ένα παλιό αρχείο".
   "Όπως νομίζετε", είπα. "Εγώ θεώρησα καθήκον μου να ξεκαθαρίσω μερικά ζητήματα που κανένα αρχείο δεν μπορεί".
   Με κοίταζε να με φάει ζωντανό.
   "Αυτά διδάσκονται στην εκπαίδευση, κατωτέρα και ανωτέρα, και όχι εδώ", μού είπε με γεροντικό πείσμα.
   "Θα μού επιτρέψετε ν' αμφιβάλω", είπα.
   Μού έστειλε ένα ιταμό βλέμμα, σαν να μου έλεγε: "Από αρχειοθέτη που σε καλέσαμε, εσύ έγινες καθοδηγητής".
   Όταν επιτέλους βρεθήκαμε πάλι μόνοι με τον Αρχιτεκτονίδη, ο νέος στράφηκε και μού είπε:
   "Σαν να μην άλλαξαν και πολύ τα πράγματα από τότε".
   "Μη φοβάσαι", προσπάθησα να τον ενθαρρύνω. "Όπως και να 'χουν τα πράγματα, θα τα καταφέρεις είμαι βέβαιος. Κι αν, πάλι, βαρεθείς ή αγανακτήσεις, εσύ έχεις διέξοδο τη μουσική σου. Πώς είναι τα νικητήρια εμβατήρια που ακούμε στις παρελάσεις; Εσύ μπορείς να γράψεις ένα δοξαστικό της ήττας! Πώς σου φαίνεται αυτό;"
   Και πιάνοντάς τον σφιχτά από το σφιχτό του μπράτσο, τον παρέσυρα προς την έξοδο.
   "Αυτό που προέχει προς το παρόν", τού είπα, "είναι να μην αργήσεις στο ραντεβού σου".
   Με κοίταξε παραξενεμένος. Τι να σκεφτόταν, άραγε, ότι το εννοούσα πραγματικά; Ή μήπως κατά βάθος ζήλευα; Για να πω την αλήθεια, κι εγώ δεν ήξερα ν' απαντήσω.
   Η κίνηση στους δρόμους έσφυζε. Ούτε το κρύο, ούτε τίποτα δεν συγκρατούσε τους κατοίκους του Λεκανοπεδίου. Έπρεπε σώνει και καλά να βγουν έξω, να τριγυρίσουν, έστω άσκοπα, λες και ήθελαν να εξαγοράσουν τα χρόνια στέρησης και την απαγόρευση της κυκλοφορίας. Γύριζαν και στριφογύριζαν σαν τους κολασμένους του Δάντη. Έτσι κι εμείς.
   Βρισκόμασταν στην είσοδο του Υπουργείου, έτοιμοι να βγούμε στο δρόμο, όταν ένα περιπολικό της αστυνομίας, πέρασε, με τη σειρήνα του να στριγκλίζει δαιμονιωδώς. Την ίδια στιγμή μια μηχανή, με το σώμα του αναβάτη της ευθυγραμμισμένο με το σώμα της μηχανής, πέρασε ιλιγγιωδώς σηκώνοντας κύματα από αιθάλη.
   "Πρόσεξε!" τού είπα κι έβαλα το χέρι μου μπρος από το στήθος του. "Τα μάτια σου δεκατέσσερα! Πού ξέρεις, μπορεί να υπάρχουν Χίτες ακόμα κι ελεύθεροι σκοπευτές".
   Με κοίταξε μ' έναν τρόπο σαν να μου 'λεγε: "Μαζί σου νιώθω ασφαλής". Κι εγώ τού απάντησα μ' ένα βλέμμα σαν να του 'λεγα: "Γιατί να μην έχουμε γνωριστεί νωρίτερα!"
   Από τη Ζαλοκώστα βρεθήκαμε στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας και χασομερήσαμε στο πεζοδρόμιο, χαζεύοντας διαγωνίως απέναντι το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρεταννίας.
   'Οπου να ΄ναι, μπορεί να έβγαινε ο Τσώρτσιλ από εκεί μαζί με τον στρατηγό Αλεξάντερ και πίσω τους σαν σκυλάκι να τους ακολουθεί ο Σκόμπυ. Χωρίς να το καταλάβω, βάλθηκα να σφυρίζω. Σαν συνεννοημένος ο Αρχιτεκτονίδης βάλθηκε να σφυρίζει τον ίδιο σκοπό κι αυτός: "Η ψωλή του Σκόμπυ είναι κόμποι κόμποι"
   Μας έπιασαν τα γέλια. Μαζί κι ένας κόμπος στο λαιμό.
   Αντί για τον Τσώρτσιλ, από μια μαύρη λιμουζίνα, με τζάμια φιμέ, αποβιβάστηκε κάποιος μεγαλόσχημος με σκούρα ρούχα και μια Σαμσονάιτ υπό μάλης.
   "Κανένας επιχειρηματίας ή κάποιος άλλος φελλός", τού είπα με φωνή που φαλτσάριζε. "Εσύ κι εγώ ποτέ δεν θα μείνουμε εκεί. Με εκρηκτικά ή χωρίς αυτά". 
   "Καλύτερα", μού είπε με πεποίθηση. "Αυτά δεν είναι για μας. Εμείς από τανκ έχουμε γίνει πανκ. Έτσι, κύριε Κονδυλούχε;" και με κοίταξε με τα γλαρά του μάτια.
   "Δεν ξέρω για πανκ", του αποκρίθηκα. "Αυτό που ξέρω είναι ότι η παράσταση τελείωσε. Αυλαία"...

Δεν υπάρχουν σχόλια: