Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Άλκη Ζέη : «Θα ήθελα να μην είχε υπάρξει ο Δεκέμβρης του ’44» τη συνέντευξη πήρε η Αριάδνη Λουκάκου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 10.12.2014)

.......................................................

Άλκη Ζέη : «Θα ήθελα να μην είχε υπάρξει ο Δεκέμβρης του ’44»


«Θα ήθελα να μην είχε υπάρξει ο Δεκέμβρης του ’44»  
 
Αλκη Ζέη, η αγαπημένη 
συγγραφέας των παιδιών και 
των μεγάλων
Η αγαπημένη συγγραφέας παιδιών και μεγάλων έζησε την Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Φυλακίστηκε, εξορίστηκε. Πίστευε, όμως, σε έναν καλύτερο κόσμο, για τον οποίο άξιζε να δώσει τη ζωή της. Σήμερα παρακολουθεί ανήσυχη τα πάντα και πρώτη φορά δεν βρίσκει κάτι να τη συνεπάρει, ούτε ένα μικρό φωτάκι
Δύο πράγματα μου έκαναν πολλή εντύπωση όταν συνάντησα την Αλκη Ζέη: πόσο λαμπερά είναι τα μάτια της και πόσο νεανική η φωνή της. Η Αλκη Ζέη έχει ζήσει μια μυθιστορηματική ζωή. Μια ζωή συνυφασμένη με τη νεότερη ελληνική ιστορία, γεμάτη αγώνες, ελπίδες, αλλά και ματαιώσεις. Από το «Καπλάνι της βιτρίνας», που γράφτηκε στη Μόσχα το 1963, μέχρι τη συναρπαστική αυτοβιογραφία της, που κυκλοφόρησε πέρυσι, «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο», τα βιβλία της, είτε απευθύνονται σε παιδιά –και έχουν μεγαλώσει πολλές γενιές με αυτά– είτε σε ενήλικες, τοποθετούνται σε αυτό το σημείο που η συλλογική Ιστορία συναντά τις ατομικές ιστορίες, τους ανθρώπους, τους έρωτες, τις οικογένειες και τις παρέες και τους αναποδογυρίζει τη ζωή.
«Αν με ρωτούσαν τι θα ’θελα να εξαφανιστεί από τη ζωή μου, από τα τόσα που πέρασα, και δεν ήταν και λίγα, θ’ απαντούσα αμέσως χωρίς καν να σκεφτώ: ο Δεκέμβρης του ’44. Θα ’θελα να μην είχε υπάρξει στην Ιστορία. Και τώρα που γράφω γι’ αυτόν δεν ψάχνω να βρω τις αιτίες, δεν με νοιάζουν πια. Ξέρω πως κάθε μου σελίδα θα την πληρώσω μ’ ένα εφιαλτικό όνειρο», κλείνει η Αλκη Ζέη την αφήγησή της στο «Με μολύβι φάμπερ νούμερο 2».
Υπήρχε κάτι άλλο τότε που δεν υπάρχει σήμερα. Μια πίστη, μια ελπίδα ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες, ότι θα επικρατήσει ισότητα και δικαιοσύνη, ότι θα ζούμε ελεύθεροι. "Τώρα τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα για όλους
Ζήσαμε το τραύμα της Κατοχής, των Δεκεμβριανών, του Εμφυλίου, δικτατορίες, εξορίες, αλλά οι αξίες ήταν δεδομένες, ελπίζαμε πάρα πολύ και πιστεύαμε ότι κι εμείς συνεισφέραμε στο να φτιάξουν τα πράγματα. Τώρα οι νέοι ψάχνουνε μόνοι τους, δεν υπάρχει κάτι που να τους εμπνεύσει, κάτι δυνατό που θα πουν «Α! θα δώσω τη ζωή μου γι’ αυτό».
• Σήμερα, 70 χρόνια μετά, πώς τα βλέπετε τα πράγματα;
«Τι να πω, είμαι πολύ ανήσυχη για όλα, παρακολουθώ τα πάντα, δεν μπορώ να μην παρακολουθώ, είναι στο DNA μου και είναι η πρώτη φορά που δεν βρίσκω κάτι να με συνεπάρει, ούτε ένα μικρό φωτάκι. Οτι θα βγούμε από την κρίση θα βγούμε, τώρα πώς δεν ξέρω. Αν ήμουν τώρα 20-30 χρονών, δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσα. Γιατί κατά κάποιο τρόπο για μας ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Ζήσαμε το τραύμα της Κατοχής, των Δεκεμβριανών, του Εμφυλίου, δικτατορίες, εξορίες, αλλά οι αξίες ήταν δεδομένες, ελπίζαμε πάρα πολύ και πιστεύαμε ότι κι εμείς συνεισφέραμε στο να φτιάξουν τα πράγματα. Τώρα οι νέοι ψάχνουνε μόνοι τους, δεν υπάρχει κάτι που να τους εμπνεύσει, κάτι δυνατό που θα πουν “Α! θα δώσω τη ζωή μου γι’ αυτό”. Δεν το βλέπω. Οσο γι’ αυτά τα παιδιά που βάζουν βόμβες, νομίζω ότι είναι τα πιο αποπροσανατολισμένα απ’ όλα. Είναι άλλη εποχή, δεν γίνεται τίποτα με τις βόμβες τώρα. Αυτό που λείπει είναι μια πολιτική ηγεσία, καινούργια όμως, δεν μπορείς με τους ίδιους που είναι υπεύθυνοι γι’ αυτό που συμβαίνει τώρα να περιμένεις να βρεθούν λύσεις. Δεν υπάρχουν ηγέτες και όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι πανευρωπαϊκό, μην πω παγκόσμιο το θέμα. Ασε τη Χρυσή Αυγή. Οτι θα ξαναδώ τη φασιστική σημαία να κυματίζει, αυτό δεν το περίμενα».
• Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το φαινόμενο;
«Με την παιδεία. Νομίζω ότι στα σχολεία δεν τους μαθαίνουν τίποτα. Δεν γνωρίζουν τα σημερινά παιδιά τι εστί φασισμός, δεν μαθαίνουν Ιστορία. Είχα πάει σε ένα σχολείο και ένα παιδάκι σηκώνει το χέρι του και μου λέει: “Εγώ δεν συμφωνώ καθόλου με αυτό που έγινε στον “Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου’’, που σκοτώσατε τον Σωτήρη”. Λέω, “μα δεν τον σκότωσα εγώ, τον σκότωσαν οι Γερμανοί”. Λέει: “Εγώ σκέφτηκα ένα δικό μου τέλος”. “Και δεν μου το λες;”. “Βγάζει ο Γερμανός το όπλο να σκοτώσει τον Σωτήρη και εκείνη την ώρα χτυπάει το κινητό του. Αρπάζει ο Γερμανός το κινητό, του πέφτει το πιστόλι και γλιτώνει ο Σωτήρης”. “Μα -του λέω- έχει ο Γερμανός κινητό;”. “Αν δεν έχει ο Γερμανός κινητό, κυρία Ζέη, ποιος θα ’χει;”. Φαντάσου τι αχταρμάς γίνεται στο μυαλό των παιδιών. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα δάσκαλοι που κάνουν πολύ αγώνα για να τα πείσουν να διαβάσουν βιβλία. Είναι εξπέρ στους υπολογιστές, είναι πανέξυπνα και αν τους σπρώξει κάποιος, τότε κάνουν πολλά πράγματα».

«Θα ήθελα να μην είχε υπάρξει ο Δεκέμβρης του ’44»  
Τμήμα της ΕΠΟΝ από την Καισαριανή καταφτά-
νει στο Σύνταγμα |
• Βλέπετε κάποια αναλογία μεταξύ της σημερινής κατάστασης και αυτών που περιγράφετε για την Αθήνα της Κατοχής;
«Οχι, δεν υπάρχει καμία σχέση, δεν υπάρχει αυτός ο φόβος, οι απαγορεύσεις, οι νεκροί. Αλλά υπήρχε κάτι άλλο τότε που δεν υπάρχει σήμερα. Μια πίστη, μια ελπίδα ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες, ότι θα επικρατήσει ισότητα και δικαιοσύνη, ότι θα ζούμε ελεύθεροι. Τώρα τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα για όλους. Υποφέρει πολύς κόσμος και ιδιαίτερα οι αστικές-μικροαστικές οικογένειες. Δόθηκε μια ψεύτικη εντύπωση ότι υπάρχει ένας πλούτος, δεν φαντάζονταν αυτό που θα τους έβρισκε μετά. Υπήρχε και μια τάση για επίδειξη, γάμοι που στοίχιζαν εκατομμύρια, ακριβά αυτοκίνητα... Είχανε μάθει και τα παιδιά έτσι. Είδα ένα αγοράκι 7 χρονών πριν από λίγες μέρες με κατεβασμένα τα μούτρα. Τον ρωτώ: “Παιδί μου, γιατί είσαι έτσι; Τι έπαθες;”. Μου λέει, “ε, κυρία, η κρίση!”. Του είπε η μαμά του ότι τώρα πρέπει να κόψουν τα ακριβά παιχνίδια και λέει ο μικρός: “Οχι, να κόψουμε τα αγγλικά!”».
• Στο «Με μολύβι φάμπερ νούμερο 2» αναφέρεστε στην αφρόκρεμα της ελληνικής διανόησης: Γκάτσος, Κουν, Πλωρίτης, ο Εμπειρίκος, ο μετέπειτα άνδρας σας, ο Γιώργος ο Σεβαστίκογλου... Πόσο αισθάνεστε ότι αυτοί οι άνθρωποι σας έχουν επηρεάσει;
«Πάρα πολύ γιατί κάναμε παρέα μαζί τους εγώ κι η αδελφή μου και δεν επηρεαστήκαμε μόνο από τα γραπτά τους, αλλά κι από αυτά που ακούγαμε που λέγανε. Γιατί εμείς ήμασταν 16 χρονών κι αυτοί δεν συζητούσανε για άλλα πράγματα, παρά για ποίηση, για τέχνη, είχε έρθει ο σουρεαλισμός τότε, για το θέατρο... Δέκα πανεπιστήμια έβγαζες. Ηταν πιο μεγάλοι από μας, ο Σεβαστίκογλου ήταν 10 χρόνια μεγαλύτερός μου, ο Γκάτσος 15, ο Κουν ακόμα μεγαλύτερος... Η Ελένη η Περάκη, που κάναμε τότε το κουκλοθέατρο, ήταν φίλη με τον Εμπειρίκο. Τους έφερε λοιπόν όλους αυτούς στο κουκλοθέατρο και μετά αυτοί μας κάλεσαν στου Λουμίδη και έτσι ξεκινήσαμε να βλεπόμαστε καθημερινά. Και φυσικά τους βλέπαμε κρυφά. Η μαμά μου ήξερε τα πάντα, αλλά ο μπαμπάς μου, που δούλευε και δίπλα, στην τράπεζα, ούτε κατά διάνοια να φανταστεί ότι ήμασταν δίπλα στου Λουμίδη και πίνουμε καφέ. Και στην Αντίσταση κρυφά από τον πατέρα μου μπήκαμε, είδηση δεν έπαιρνε. Εχω κι αυτή τη σκηνή στο βιβλίο από την απελευθέρωση, τη μαμά μου να φωνάζει στη διαδήλωση –βρέθηκε κατά λάθος μέσα στο μπλοκ των εργατών που φωνάζανε Κάπα Κάπα Εψιλον– και ήταν ο μπαμπάς μου στο μπαλκόνι με ένα συνάδελφο και όταν την είδε, παραλίγο να πέσει κάτω».
• Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου συλλαμβάνεστε.
«Οταν με έπιασαν, έμεινα στο Μεταγωγών για 2-3 μήνες. Μετά με έστειλαν εξορία για ένα χρόνο στη Χίο. Είχαν αδειάσει τους στρατώνες και είχαν βάλει τις γυναίκες. Το νησί δεν το είδαμε ποτέ. Ενώ εκείνη την εποχή οι άντρες εξόριστοι σε νησιά μπορούσαν να κυκλοφορούν σχετικά ελεύθερα, εμείς ήμασταν φυλακισμένες. Μας βγάζαν μόνο δυο ώρες τη μέρα έξω. Κι όμως, αν δεις φωτογραφίες νομίζεις ότι είναι σχολική εκδρομή. Ενα μοναδικό δεντράκι είχε κι εκεί βγάζαμε φωτογραφίες, οπουδήποτε αλλού απαγορευόταν. Ηταν ένας λογοκριτής, πολύ όμορφος, από την Κρήτη και τον φωνάζαμε Bel ami. Αυτός διάβαζε τα γράμματα και μάλιστα συχνά μας τα παρέδιδε με δικά του σχόλια. Βρίσκαμε όμως τρόπους να πούμε αυτά που θέλαμε. Διαβάζαμε ό,τι βιβλίο άφηναν να περάσει από τη λογοκρισία. Εκεί έμαθα να κεντάω και να πλέκω, κάναμε μαθήματα στις γυναίκες που ήταν αναλφάβητες. Ημασταν πολλές κοπέλες φοιτήτριες, καθηγήτριες, μορφωμένες και πολλές γυναίκες από απέναντι από τη Μυτιλήνη, με τις παραδοσιακές τους βράκες, που ο μόνος λόγος που ήταν εκεί ήταν λόγω των γιων τους, των αδελφών τους ή των συζύγων τους. Και αρνούνταν να υπογράψουν. Το φαγητό ήταν άθλιο. Εγώ, όμως, γύρισα τρία κιλά παραπάνω. Γιατί είπα ότι εγώ δεν θα πεθάνω εδώ και έτρωγα όσο μπορούσα. Ετσι, γύρισα με κάτι ροζ μαγουλάκια και μου λέγανε μην το λες ότι ήσουνα εξορία γιατί κάνεις διαφήμιση. Ψυχολογικά ήμουν πολύ καλά. Γιατί πιστεύαμε πως οι αντάρτες στα βουνά θα μας ελευθερώσουν και όλα θα φτιάξουν».
• Τι είναι αυτό που σας δίνει όλη αυτή τη χαρά ζωής;
«Κι εγώ δεν ξέρω. Προσπαθώ, κάνω αγώνα για να δω την καλή πλευρά. Αλλά ποτέ δεν ήμουν τόσο ψυχολογικά πεσμένη όσο αυτή την εποχή. Γιατί δεν βλέπω να γίνονται πράγματα για να βγούμε από όλο αυτό».

Δεν υπάρχουν σχόλια: