Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Το πένθος του συγγραφέα από το "Ο ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΟΣ" (http://dimartblog.com, 6.12.2014)

.............................................................




 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΟΣ

—Ανθολόγηση από τον Θησαυρό του χρόνου (εκδ. Πατάκης, Οκτώβριος 2014): Νατάσσα Συλλιγνάκη—


Κανονικά μια τέτοια λέξη θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει την πραγματική ζωή και καθετί έξω απ’ αυτήν να είναι ένα χλωμό αντίγραφό της. Εσύ κι εγώ, παλιέ συνάδελφε και αδελφέ μου, το ξέρουμε καλά. Κι αν τώρα κάθομαι και τα σκαλίζω, είναι επειδή αυτή η αίσθηση της γραφής είναι κι αυτή μια άλλου είδους παραίσθηση που συναγωνίζεται την καθημερινή ζωή και στις καλύτερές της στιγμές την ενδυναμώνει και την απογειώνει. Ακόμα και σε δύσκολες περιστάσεις όπως αυτόν τον καιρό, ο νους μου φεύγει από την άρρωστή μου και πετά σ’ εκείνες τις μέρες των Γραφείων – ίσως επειδή στη διάρκειά τους πρωτογνωριστήκαμε με τη Λιλή.
 *
Τι είναι το πένθος; Ρωτάς κι εσύ, παλιέ συνάδελφε κι αδελφέ μου. Θα στο πω με άλλα λόγια. Όταν βγαίνεις να φας έξω, διότι δεν μπορείς να τρως μόνος στο σπίτι. Όταν ακούς βήματα μέσα στο σπίτι κι είναι τα βήματα των γειτόνων στο πάνω πάτωμα. Όταν χτυπά το τηλέφωνό της και λες: “λάθος κάνετε”. Όταν ακούς Ραχμάνινοφ και το σόλο από το άλτο σαξόφωνο σε τρυπά στην καρδιά. Όταν δεν έχεις κανέναν να σ’ ενοχλήσει στο σπίτι είτε με το πιάνο είτε με την γραφομηχανή σου. Όταν ο ήλιος βγαίνει ύστερα από μέρες βροχής και συννεφιάς και συ λες: “τι στην ευχή θέλει αυτός ο ήλιος στο δωμάτιό μου!” Το πένθος τελειώνει ή κοντεύει να τελειώσει όταν αποφασίζεις να γράψεις γι’ αυτό.
 *
Υπάρχουν λογιώ λογιώ φωνές που με πολιορκούν τις πιο απίθανες ώρες. Εκεί που κάθομαι ήσυχα και διαβάζω, παίζω λίγο πιάνο ή γράφω, τότε εκείνες ήσυχα και διαβάζω, τότε εκείνες αρχίζουν να αντιλαλούν μέσα στο σπίτι. Είναι ο κύριος Κόνραντ, ο δάσκαλός μου στο πιάνο, τον ακούω να μου ψιθυρίζει τις νότες, σχεδόν αισθάνομαι το ώριμο γερμανικό χέρι του να πιάνει το δικό μου εφηβικό ελληνικό υποδεικνύοντας τον σωστό δακτυλισμό. Είναι το σούρσιμο από τα φουστάνια της γιαγιάς μου που μου θυμίζουν αδιάκοπα την εποχή που ήμουν παιδί: «Κάνε ησυχία», «Φάε το φαγητό σου», «Ντύσου, θα κρυώσεις». Η φωνή της μπερδεύεται μ’ εκείνη της μάνας μου, των θειάδων μου, είναι όλες γυναικείες φωνές, μα καμιά, καμιά τους δεν είναι της Λιλής.
 *
Αν η ίδια λείπει, με τριγυρίζουν τα προσωπικά της αντικείμενα. Μου κάνει συντροφιά η οδοντόβουρτσά της κοντά στη δική μου, δεν την αλλάζω, ούτε την πετώ. Κι ας μη φοράω κοσμήματα όπως αρκετοί νεότεροί μου, μ’ αρέσει να χαϊδεύω τα δικά της, ένα βραχιόλι της το έχω πάνω στο γραφείο μου πλάι στα μολύβια, στις γομολάστιχες, όλα τα σύνεργα της δουλειάς μου. Κρατάω επίσης το σημειωματάριό της, το στιλό της, το κινητός της, τις χτένες της. Την κρατώ την ίδια παρούσα μέσα στο σπίτι. 
*
Κοιτώ το βαθούλωμα στο κρεβάτι. Έχει εξαφανιστεί. Μπορεί και να πήγε για κατούρημα. Ή μπορεί κάλλιστα να το έχει βάλει στα πόδια, αν υποθέσουμε ότι οι σκιές, όπως αυτός, διαθέτουν πόδια. Πόδια που υποφέρουν από μηνίσκους, από θρομβώσεις, από κουτσαμάρα, από χίλιες δυο αιτίες που τα κάνουν να είναι πόδια. 
*
Πέφτω στο κρεβάτι. Όπου να ‘ναι, θα ‘ρθει το γλυκό αγόρι, ο Μορφέας, να μου το ψιθυρίσει στο αυτί. Υπό τον όρο να μην το πω σε κανέναν άλλο Κι ως τότε υπάκουος, κλείνω τα μάτια, μαζί και τα κιτάπια μου. Ως εδώ, παλιέ συνάδελφε κι αδελφέ μου, έχε γεια.
*
[Αθήνα, 2010-2014]


Δεν υπάρχουν σχόλια: