Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Κοινός Λόγος σημερινός Νο 3... by Antonis Sigalas/www,facebook, 13/12/2014

..........................................................

Κοινός Λόγος σημερινός Νο 3...
 
by Antonis Sigalas/www,facebook, 13/12/2014



Πάνε περίπου 28 χρόνια από το Δεκέμβρη του 1986 που πήρα για δώρο ένα κασετόφωνο. Ο πατέρας μου μού είχε τάξει ότι θα μου έπαιρνε αυτό για δώρο αν στο τρίμηνο της τρίτης λυκείου έφερνα καλούς βαθμούς και, ω του θαύματος, αυτό επετεύχθη.
Ο πατέρας μου με τα χρόνια είχε εξελιχθεί σε κλασσικό μικροαστό που ήθελε ο γιος του να σπουδάσει και να γίνει μεγάλος και τρανός. Ήθελε βέβαια να βγάλει κυρίως τη δική του υποχρέωση που είχε αναγκαστεί να παρατήσει την Ανωτάτη Εμπορική, σημερινή ΑΣΟΕΕ, 30 χρόνια πριν και να μπαρκάρει στα καράβια. Χρωστούσε μόνο δυο μαθήματα για να τελειώσει και να πάρει το πτυχίο του όταν αρρώστησε ο δικός του πατέρας και αναγκάστηκε να φύγει για να πάει να βρει το καράβι της θείας του της Καδιώς που ήτανε εφοπλίστρια και στην εταιρεία της δούλευε ο παππούς μου. Ναυτική οικογένεια, πάππου προς πάππου, λίγοι ξέφυγαν από τα νύχια της θάλασσας, μαζί και η αφεντιά μου.
Εκείνο το κασετόφωνο ήτανε η δική μου ανάσα. Τους επόμενους μήνες το μετέφερα παντού στο σπίτι, όπου βρισκόμουνα, και πάντα ήταν κολλημένο στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Θυμάμαι να περιμένω να ακούσω το "Μπα, πήγε κιόλας δώδεκα;", μια από τις εμβληματικές εκπομπές εκείνης της περιόδου που παιζότανε κάθε Παρασκευή. Θυμάμαι τις φωνές της Ρηνιώς Παπανικόλα, του Νότη Μαυρουδή. Σε αυτό το κασετόφωνο άκουσα για πρώτη φορά τραγούδια του Θεοδωράκη. Όταν κοιμόμουνα τις νύχτες το είχα ανοιχτό να παίζει τραγούδια και αποκοιμιόμουνα. Μερικές φορές έβλεπα κάτι περίεργα όνειρα με τραγουδιστές να τραγουδάνε συγκεκριμένα τραγούδια, μέχρι που μια μέρα καταλάβα ότι αυτά τα τραγούδια που έβλεπα στον ύπνο μου ήταν αυτά που έπαιζε το ραδιόφωνο νυχτιάτικα.
Μια μέρα, μετά από μια συμμετοχή σε μια μαθητική συναυλία, αποφάσισα ότι θα γίνω τραγουδιστής. Άρχισα λοιπόν να τραγουδώ από το πρωί μέχρι το βράδυ τα τραγούδια που άκουγα στο ραδιόφωνο, ενώ ο πατέρας μου ανησυχούσε γιατί παραμελούσα τα μαθήματά μου. Έπαιρνε τη μάνα μου στο τηλέφωνο και την έβριζε πατόκορφα γιατί ο γιος της, πάντα όταν αναφερόταν σε κάτι που δεν του άρεσε ήμουνα ο γιος "της", είχε πάρει τα μυαλά της μάνας του και θα γινόταν ελαφρόμυαλος και θα πέθαινε στην ψάθα. Η αλήθεια είναι ότι και ο πατέρας μου ήταν μουσικός, έπαιζε ακορντεόν. Έπαιρνε το ακορντεόν κάτι Κυριακές και γύρναγε το σπίτι παίζοντας κάτι χαρούμενους σκοπούς που είχε μάθει μόνος του. Ήταν από τις λίγες φορές που τον έβλεπα χαρούμενο. Είχε μάλιστα δύο ακορντεόν, ένα μικρό και ένα μεγαλύτερο που έφερε από το εξωτερικό. Αλλά όταν ερχότανε η συζήτηση σ'εμένα, ούτε ν' ακούσει για μουσική.
Δεν ξέρω γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά σήμερα. Ίσως γιατί άνοιξα τη ντουλάπα και είδα τα δύο ακορντεόν του πατέρα μου, που τα έχω κρατήσει και είναι σε άριστη κατάσταση. Το χατήρι του πατέρα μου το έκανα, ἐγινα μαθηματικός, πήρα πτυχίο και το 'χω και το κοιτάω. Από όλα όμως τα πράγματα που με πονάνε, περισσότερο είναι αυτά τα δύο ακορντεόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: