Τρίτη 26 Απριλίου 2011

"Και μετά την Ανάσταση... Τι;" του Σταμάτη Φασουλή ("ΤΑ ΝΕΑ", 27/4/2011)



Και µετά την Ανάσταση... Τι;

ΤΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ" 27 Απριλίου 2011

«Χριστός Ανέστη». Το είπαµε, το ξανάπαµε. Στο «Αληθώς οΚύριος» διέκρινα εδώ κιεκεί ένα κόµπιασµα, αλλά σε γενικές γραµµές έδειχνε ο κόσµος πεπεισµένος. Για του Κυρίου τουλάχιστον την Ανάσταση. Γιατί την του έθνους όλοι κρατούν µιαν επιφύλαξη. Κι εγώ δεν θα το ντραπώ να οµολογήσω τις πρώτες µέρες, βδοµάδες, µήνες είχακατεβάσει τις πλερέζες κι έβλεπα πίσω απ’ το λεπτό τους πέπλο τον κόσµο σαν ασπρόµαυρη ταινία του ‘50µε γεύση ιταλικού νεορεαλισµού. Ξέρετε «Πικρό ρύζι», «Ψωµί, έρωτας και...», «Ο κλέψας του κλέψαντος», «Κλέφτης ποδηλάτων», «Η γη τρέµει» και άλλα λυπηρά παρόµοια. 

Οµως ο χρόνος, ο καιρός, στάθηκε πάλι ιαµατικός. Σιγά σιγά, σχεδόν ανεπαισθήτως, άρχισα να σηκώνω αυτή τη µαύρη σκιά που σκοτείνιαζε το βλέµµα µου. Αρχισα να κτίζω ένα σπίτι εκτός λογικού σχεδίου. Ενα σπίτι που διαθέτει ελάχιστες ειδήσεις, πολλή µουσική, διάβασµα, µαγείρεµα, φίλους επί καθηµερινής βάσεως, γέλια και µια αυλή για βόλτες, µια αυλή όση ολόκληρη η Αθήνα. Εκεί λίγο τα χάλασα µε το αεροστεγές της ζωής µου. 

Τελειώνω την πρόβα κι ανεβαίνω την Αγίου Κωνσταντίνου. ∆ρόµος που οι µνήµες µου ανεξίτηλες τραγουδούν ακόµα τα χρόνια της Σχολής. Τότε η Σχολή του Εθνικού ήταν στη Μενάνδρου, πίσω ακριβώς από το κτίριο του Τσίλερ. Κι εκεί που πάει να γλιστρήσει το µυαλό σε άλλα χρόνια µεστά ελπίδων, καταλαβαίνω πως είµαι ο µόνος Ελληνας στον δρόµο. Αισθάνοµαι λίγο περίεργα. ∆εν δίνω σηµασία. Παρατηρώ γύρω. Ολων τα βλέµµατα ίσια µπροστά και λυπηµένα. Σαν µόλις από κλάµα ή από όνειρο κακό. Ανάµεσά τους τώρα αισθάνοµαι εγώ ξένος. Φτάνω στην Οµόνοια. Ή τουλάχιστον αυτό που ήταν κάποτε η Οµόνοια. Στο τεράστιο πέτρινο παγκάκι, στριµωγµένη η απελπισία η µία πάνω στην άλλη. Ενας σκελετωµένος εικοσάχρονος που δείχνει εξηντάρης έχει ξαπλώσει απάνω στον αεραγωγό του Μετρό. Ο αέρας που βγαίνει µε δύναµη απ’ τη σχάρα σηκώνει όρθια τα αδύναµα και λίγα µακριά µαλλιά του, σχεδόν τα κοκαλώνει σαν να τα τραβάει µε δύναµη ο ουρανός που τον καλεί. Κανείς δεν δίνει σηµασία. Πιάνω τον εαυτό µου να σκέφτεται κάτι βάρβαρο: «Ωραία φωτογραφία». Εγινα πιο επικίνδυνος απ’ τον αναίσθητο. 

Στην Σταδίου, το ελληνικό στοιχείο αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του. Εδώ δεν βλέπω βλέµµατα. Ολοι µε τα µάτια κάτω. Ελληνες. Σαν το σκυλί που έκανε τη σκατοδουλειά και αποστρέφεται το βλέµµα. Στρίβω Κοραή, βλέπω την τριλογία στην Πανεπιστηµίου. Μπροστά στο Πανεπιστήµιο και την Ακαδηµία όλες οι φυλές πουλάνε την πραµάτεια τους. Από τσάντες - µαϊµού, χλαπάτσες φωσφορίζοντα χτενάκια, µαντίλια χρυσοκέντητα, µπλουζάκια σταµπωτά και πολλές διαψεύσεις. Πάρα πολλές διαψεύσεις. Παίρνω ταξί για το σπίτι. Πιάνω να µαγειρέψω, κάτι δεν µου πάει. Βάζω ένα παλιό CD. Ακούω το στίχο της Λίνας: 

«∆ελφίνια τα τραγούδια µας στου χρόνου το άσπρο πλοίο». Παρηγοριέµαι. 

Ανοίγω την εφηµερίδα, στην ένθετη «Βιβλιοθήκη» του Χρονά σταµατάω έκπληκτος, σαν να µε χτύπησε ένα πουλί από το πουθενά φερµένο. 

Το ποίηµα είναι του Γιώργου Ψάλτη. Σταµατάω για ώρες στον πρώτο στίχο: 

«Μικρό παιδί συνέβαινα σ’ ένα δωµάτιο χωρίς λέξεις». 

Κοιµήθηκα µε τηναρχή του. Ξύπνησα µε το τέλος: 

«και µου ‘πε “δεν καταλαβαίνω” και του ‘πα “τότε δεν έχει ποτέ συµβεί”». 

Α, βέβαια. Αληθώς ο Κύριος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: