Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

"3 χρόνια κυβέρνηση Τσίπρα − Καμμένου: Χωρίς αρχές και χωρίς πρόγραμμα" γράφει η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ (1.2.2018 www.lifo.gr)

...............................................................



3 χρόνια κυβέρνηση Τσίπρα − Καμμένου: Χωρίς αρχές και χωρίς πρόγραμμα

Οι υποσχέσεις, οι φιλοδοξίες, οι αντιδράσεις, η απογοήτευση: Ο απολογισμός μιας ταραγμένης τριετίας. 




                          γράφει η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 1.2.2018 | Πηγή: www.lifo.gr

 



Πριν από τρία χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ, που κινούνταν για χρόνια μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση, επιλέγοντας ως εταίρο το δεξιό-εθνικολαϊκιστικό κόμμα των ΑΝ.ΕΛ. Η κρίση του 2009 και η αποτυχία του πολιτικού κατεστημένου να την αντιμετωπίσει έφερε στο πολιτικό προσκήνιο πλήθος περιθωριακών προσώπων και τον Αλέξη Τσίπρα με τον Πάνο Καμμένο στην εξουσία. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλεύτηκε τη λαϊκή δυσαρέσκεια και αυτή τους οδήγησε αλματωδώς στη διακυβέρνηση της χώρας.

Αναμφισβήτητα πρόκειται για μια επιτυχία του Αλέξη Τσίπρα, ακόμα και αν δεν κατάφερε να κερδίσει αυτοδυναμία και να δει ποσοστά σαν αυτά που είχαν λάβει ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Κώστας Καραμανλής, παρ' ότι είχε ξεκινήσει η πορεία φθοράς των κομμάτων τους.

Στις δεύτερες εκλογές, του Σεπτεμβρίου, μετά από διακυβέρνηση μόλις λίγων μηνών και χωρίς να έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται τα αντιλαϊκά μέτρα που είχε νομοθετήσει, δέχτηκε την πρώτη αποδοκιμασία, καθώς τον εγκατέλειψαν περίπου 300.000 ψηφοφόροι, οι οποίοι τον είχαν εμπιστευτεί τον Ιανουάριο. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η απώλεια αυτή, που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2015, συνεχίστηκε μέχρι σήμερα, που φαίνεται για την ώρα να έχει σταθεροποιηθεί σε χαμηλά ποσοστά, περίπου 15% κάτω από το εκλογικό ποσοστό του, καθώς οι πολίτες δεν φαίνεται να επιδοκιμάζουν τη διακυβέρνησή του.

[Ο Αλέξης Τσίπρας υποσχέθηκε ότι θα τα έκανε όλα διαφορετικά. Καταγγέλλοντας με σκληρή γλώσσα τους προηγούμενους και αφού πειραματίστηκε ανεπιτυχώς για μερικούς μήνες, αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο των προηγούμενων κυβερνήσεων με ακόμα μεγαλύτερο κόστος, προφανή απειρία, περισσότερους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις.]

Ο Αλέξης Τσίπρας υποσχέθηκε ότι θα τα έκανε όλα διαφορετικά, καταγγέλλοντας με σκληρή γλώσσα τους προηγούμενους και αφού πειραματίστηκε ανεπιτυχώς για μερικούς μήνες, μεγαλώνοντας τη ζημιά για τους πολλούς, αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο των προηγούμενων κυβερνήσεων με ακόμα μεγαλύτερο κόστος, προφανή απειρία, περισσότερους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Αυτό το γεγονός προκαλεί δυσφορία στο εσωτερικό, αλλά ικανοποίηση στους δανειστές, οι οποίοι τον περιγράφουν ως τον πιο πρόθυμο πρωθυπουργό να ακολουθήσει τις οδηγίες τους.

Η δικαιολογία του Τσίπρα, ότι ξαναπήγε σε εκλογές αφού είχε ψηφίσει το τρίτο μνημόνιο και κέρδισε πάλι, άρα ο ελληνικός λαός έχει εγκρίνει την πολιτική του, δεν φαίνεται να πείθει πολλούς. Είναι μια απλοϊκή και βολική για τον ίδιο απάντηση, αλλά εξαιρετικά ελλιπής.

Πρώτα απ' όλα, ο ελληνικός λαός, στην πλειονότητά του, αγνοούσε το περιεχόμενο του τρίτου μνημονίου και ο ίδιος το αποσιωπούσε για ευνόητους λόγους. Οι περισσότεροι, βέβαια, υποψιάζονταν ότι δεν ήταν κάποιο φιλολαϊκό πρόγραμμα. Ο Τσίπρας όμως και τα στελέχη του ισχυρίζονταν ότι αν και ψήφισαν το τρίτο μνημόνιο, δεν θα το εφάρμοζαν, γιατί θα έβρισκαν ισοδύναμα μέτρα. Με αυτήν ακριβώς τη δέσμευση κέρδισαν τις δεύτερες εκλογές, την οποία στην πορεία επίσης δεν τήρησαν, άρα ο ισχυρισμός περί πολιτικής νομιμοποίησης είναι αβάσιμος.

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από τον Ιανουάριο του 2015 και μετά, για όσους ήξεραν τι είχε προηγηθεί από το 2012 μέχρι τότε, ήταν προδιαγεγραμμένη. Κανείς ωστόσο από εκείνους που γνώριζαν δεν τόλμησε να φωνάξει ότι ο βασιλιάς ήταν γυμνός − ο καθένας για τους δικούς του λόγους.

Ήταν όλη αυτή η πορεία προς τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσμα μακρόπνοου σχεδιασμού και των στρατηγικών ικανοτήτων του Αλέξη Τσίπρα;

Ξεκάθαρα όχι. Ούτε ο Τσίπρας αλλά ούτε και κανείς άλλος μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ τολμούσε να φανταστεί μέχρι το 2012 ότι μπορεί να κέρδιζαν την εξουσία. Πολλοί σχολιαστές, που τα προηγούμενα χρόνια τον περιφρονούσαν, εμφανίστηκαν εκ των υστέρων (αφού κέρδισε την εξουσία) να εξυμνούν τον Αλέξη Τσίπρα ως τον χαρισματικό ηγέτη που πήρε μια ομάδα Γ' Εθνικής, όπως έγραφαν, και την πήγε στην Α' κατηγορία.

Αν ο Αλέξης Τσίπρας όμως ήταν τόσο χαρισματικός όσο τον παρουσιάζουν κάποιοι, γιατί δεν κατάφερε να αυξήσει τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2009, όταν κατέβηκε σε εκλογές για πρώτη φορά ως επικεφαλής του κόμματός του; Αντιθέτως, πέτυχε χαμηλότερα ποσοστά από τις προηγούμενες εκλογές, όταν το κόμμα του κατέβηκε με αρχηγό τον Αλέκο Αλαβάνο. Ο Τσίπρας τότε είχε ρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ από την τέταρτη θέση στην πέμπτη. Μάλιστα, σε εκείνες τις εκλογές τον ξεπέρασε και ο Καρατζαφέρης, το κόμμα του οποίου επί Αλαβάνου ήταν πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ.


Ακόμα και στις δημοτικές εκλογές του 2006, οπότε έφερε ένα καλό αποτέλεσμα ως υποψήφιος δήμαρχος στην Αθήνα, μπορεί να ανέβασε τα ποσοστά της παράταξής του (κάτι που κατά καιρούς είχαν πετύχει και αρκετοί άλλοι του ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλους δήμους), πλην όμως νικήθηκε από τις αδύναμες υποψηφιότητες των Νικήτα Κακλαμάνη και Κώστα Σκανδαλίδη, που πέτυχαν πολύ μεγαλύτερα ποσοστά από εκείνον, αν και ήταν ήδη πολιτικώς φθαρμένα πρόσωπα.

Στις ευρωεκλογές του 2009 ο ΣΥΡΙΖΑ με τον Αλέξη Τσίπρα έλαβε 4,7%, ποσοστό πιο μικρό από αυτό των εθνικών εκλογών, κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί και θεωρήθηκε μεγάλη αποτυχία του κόμματος, προκαλώντας έντονη κριτική και γκρίνια.

Δεν ήταν, λοιπόν, το χάρισμα του Αλέξη Τσίπρα αλλά η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων, και ειδικά του ΠΑΣΟΚ που, θυμωμένοι από την ανικανότητα της πολιτικής ηγεσίας του να διαχειριστεί την κρίση, ήταν έτοιμοι να το εγκαταλείψουν και να κατευθυνθούν αλλού. Το καινούργιο που περίμεναν πολλοί να γεννηθεί μέσα από τις οργισμένες αντιδράσεις στην πλατεία Συντάγματος δεν γεννήθηκε ποτέ. Η ΝΔ είχε τεράστιες ευθύνες και αποδοκιμαζόταν κι αυτή μαζί με το ΠΑΣΟΚ, ενώ το ΚΚΕ δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον να παίξει αυτόν το ρόλο που αναζητούσαν οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι, κυρίως του ΠΑΣΟΚ. Έτσι, έμενε μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ για να του αναθέσουν την ανατροπή των πολιτικών της φτωχοποίησης και τον ρόλο του τιμωρού.

Η απειρία του ήταν προφανής, η αξιοπιστία του εξαρχής αμφίβολη, αλλά ο κόσμος πήρε το ρίσκο, πιστεύοντας ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να γίνουν χειρότερα.

Το φθινόπωρο του 2011 όσοι συνομιλούσαν με τον Αλέξη Τσίπρα και τους πολύ στενούς συνεργάτες του γνωρίζουν ότι, παρά τη μυθολογία που αναπτύχθηκε εκ των υστέρων, ούτε καν φαντάζονταν όσα συνέβησαν στις εκλογές του 2012. Η προσδοκία τους ήταν να πετύχουν ένα 7%-8%. Οι αισιόδοξοι έλεγαν ότι μπορεί να πλησίαζαν και διψήφιο νούμερο, ούτε ένας όμως δεν πίστευε ότι μπορεί να ξεπερνούσαν το 10%. Όταν ένας δημοσιογράφος, τον Μάρτιο του 2012, είπε σε στενό συνεργάτη του Αλέξη Τσίπρα ότι το ΠΑΣΟΚ θα καταρρεύσει και αρκετοί ψηφοφόροι του θα κατευθυνθούν στον ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός που θα τους οδηγήσει σε διψήφια ποσοστά, τον ρώτησε αν είναι τρελός και τον προκάλεσε να βάλουν στοίχημα, λέγοντάς του ότι αυτά δεν τα υποστηρίζει ούτε ο πιο αισιόδοξος στο επιτελείο του προέδρου.


Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί, βέβαια, να μην τολμούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν πρωθυπουργός, αλλά ήταν πάντα φιλόδοξος, αγαπούσε τη δημοσιότητα και επιζητούσε να αποκτήσει ισχύ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα καλό «μαγαζί» με προσβάσεις σε κέντρα εξουσίας και αρκετούς ανθρώπους του σε θέσεις κλειδιά. Μπορούσε να το παίζει εκ του ασφαλούς αντισυστημικός και ταυτόχρονα να κάνει δουλειές κανονικά με το «σύστημα». Στις τάξεις του είχε πάντα αρκετά ευκατάστατα στελέχη, ακόμα και εκατομμυριούχους, κάποιοι εκ των οποίων έκαναν δουλειές με τις προηγούμενες κυβερνήσεις που ταυτόχρονα κατήγγελλαν.

Οι φιλοδοξίες της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και η πορεία προς την εξουσία

Αυτό που ήθελε ο Αλέξης Τσίπρας όταν έγινε πρόεδρος ήταν ο έλεγχος του κόμματος και μέσω αυτού να αποκτήσει ισχυρές προσβάσεις. Η επιρροή στα ΜΜΕ ήταν το άλλο μέλημά του. Για τα κομματικά ΜΜΕ είχε πάντα μια ελαφρά περιφρόνηση, ενώ, αντιθέτως, τον ενδιέφεραν τα μεγάλα ονόματα των συστημικών ΜΜΕ και με κάθε αφορμή φρόντιζε να αποκτά σχέσεις με όποιον από αυτούς του δινόταν η ευκαιρία.

Είναι γνωστή η προσέγγιση γνωστού δημοσιογράφου μεγάλου καναλιού, όσο ήταν ακόμα αρχηγός του μικρού ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο προσπάθησε να πείσει την Κουμουνδούρου να αναθέσουν τα κομματικά ΜΜΕ, αλλά δεν τα κατάφερε. Στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ από το προεδρικό περιβάλλον τότε, απαντώντας στις επιφυλάξεις για το πρόσωπο αυτό, υποστήριζε ότι ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος θα περνούσε τις θέσεις τους από τον τηλεοπτικό σταθμό στον οποίο εργαζόταν και αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα οι θέσεις τους να φτάνουν σε ενάμισι εκατομμύριο πολίτες καθημερινά, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του.

Ο Νίκος Βούτσης, την περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν ακόμα στην αντιπολίτευση, έλεγε ότι με τον Αλέξη Τσίπρα συμφωνεί σε όλα εκτός από ένα πράγμα: την αναλογία της επικοινωνιακής πολιτικής. «Εγώ λέω ότι επικοινωνία και πολιτική είναι 50-50, ενώ ο Αλέξης ισχυρίζεται ότι είναι 80% η επικοινωνία και 20% πολιτική» αφηγούνταν.

[Από την αρχή υιοθέτησαν μια διπλή γλώσσα. Στους δανειστές έλεγαν ότι θα εφαρμόσουν ό,τι τους ζητούσαν. Στο εσωτερικό μιλούσαν για αντίσταση στα μνημόνια και παρουσίαζαν μία εν πολλοίς πλαστή εικόνα σκληρής διαπραγμάτευσης.]


Μετά το 2009 τα ΜΜΕ ήταν στην ημερήσια διάταξη. Στενοί συνεργάτες του προσέγγιζαν δημοσιογράφους με σκοπό να προωθήσουν συγκεκριμένη ατζέντα, ενώ, όπου μπορούσαν, παρενέβαιναν σε ΜΜΕ και ζητούσαν από τους διευθυντές των μέσων οι συντάκτες που κάλυπταν το ρεπορτάζ του ΣΥΡΙΖΑ να είναι της εγκρίσεώς τους. Τότε συναντούσαν αρκετές δυσκολίες. Μετά το 2012 όλα έγιναν πιο εύκολα.

Από τον Ιούνιο του 2012 και μετά, καθώς ήταν φανερό ότι θα κέρδιζαν τις επόμενες εκλογές, άρχισαν να τους προσεγγίζουν όλοι όσοι είχαν εύλογο ενδιαφέρον και κυρίως επιχειρηματίες. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ένιωθε κολακευμένη, αλλά δεν της αρκούσε. Ήθελε να γίνει αποδεκτή από όλους τους συστημικούς παίκτες και κυρίως από τους δανειστές, ώστε να μην τους βάλουν εμπόδια στον δρόμο για την εξουσία.

Ήξεραν καλά ότι ήταν απροετοίμαστοι για την ανάληψη της εξουσίας. Όταν είδαν όμως ότι η συγκυρία ήταν τέτοια που τους οδηγούσε εκεί, δεν δίστασαν καθόλου. Ο φόβος, ωστόσο, για το αν θα κατάφερναν να επιπλεύσουν υπήρχε, κάτι που τους προκαλούσε αρκετό άγχος, καθώς όποιος πέφτει στη θάλασσα χωρίς να ξέρει κολύμπι κινδυνεύει να πνιγεί. Γι' αυτό και άρχισαν από νωρίς να αναζητούν σωσίβια στον ξένο παράγοντα. Η χαρά για τα πρωτόγνωρα προνόμια που είχαν αποκτήσει ήδη ως αξιωματική αντιπολίτευση, πάντως, υπερνικούσε το άγχος της ανεπάρκειας και τον φόβο για τυχόν συνέπειες που αυτή θα μπορούσε να έχει.

Η ηγετική ομάδα γνώριζε καλά ότι για να μείνει στην εξουσία έπρεπε να κάνει άλλα από εκείνα που έλεγε και αυτό δεν ήταν βέβαιοι αν θα κατάφερναν να το περάσουν χωρίς να προκαλέσουν τη λαϊκή οργή. Ήταν όμως αποφασισμένοι να μην αφήσουν να χαθεί η ευκαιρία. Με τον Γιάνη Βαρουφάκη ο Αλέξης Τσίπρας είχε εντυπωσιαστεί από την αρχή, ειδικά με τις γνωριμίες του, οι οποίες πίστευε ότι θα του άνοιγαν πόρτες σε ΗΠΑ και Ε.Ε. Γι' αυτό και παραμέρισε άλλα στελέχη του οικονομικού του επιτελείου και του ανέθεσε το υπουργείο και τη διαπραγμάτευση, σχεδόν εν λευκώ.


Η λευκή σημαία της 20ής Φεβρουαρίου 2015

Πριν καλά-καλά κλείσουν έναν μήνα στην εξουσία, στο Eurogroup του Φεβρουαρίου του 2015 ο Γιάνης Βαρουφάκης, ο οποίος ήταν σε συνεχή επικοινωνία με τον Αλέξη Τσίπρα, συμφώνησε σε μια απόφαση που καταγράφηκε στο κείμενο της ανακοίνωσης, με την οποία ξεκάθαρα δεχόταν να ακολουθήσουν την πολιτική των μνημονίων που κατήγγελλαν. Το κείμενο αυτό, παρ' ότι ήταν δημόσιο, δεν παρουσιάστηκε παρά σε ελάχιστα μικρά ΜΜΕ, δεν έγινε καν αντικείμενο ρεπορτάζ και αποσιωπήθηκε εντελώς από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., σαν να μην υπήρχε. Στην απόφαση αυτή αναφερόταν ξεκάθαρα ότι η κυβέρνηση Τσίπρα, που συνέχιζε να καταγγέλλει λεκτικά τα μνημόνια, ζητούσε την παράταση της δανειακής σύμβασης και του μνημονίου και αναγνώριζε όλα τα αποτελέσματα των δύο προηγούμενων μνημονίων.

Το κείμενο αυτό, μεταξύ άλλων, έλεγε: «... Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα. Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται επιπλέον να διασφαλίσουν τα πρέποντα πρωτογενή πλεονάσματα ή τα οικονομικά έσοδα που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα του χρέους, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012...». Κι επίσης: «... Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από κάθε ανατροπή μέτρων ή μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές αυτές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα είχαν αρνητικές συνέπειες στους δημοσιονομικούς στόχους, την οικονομική ανάκαμψη ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αξιολογούνται από τους θεσμούς».

Αυτά είχαν συμφωνήσει με τους δανειστές μόλις έναν μήνα μετά την ανάληψη της εξουσίας, αλλά στο εσωτερικό της χώρας αρνούνταν ότι είχαν κάνει τέτοια συμφωνία και ας υπήρχαν τα ντοκουμέντα και οι αδιάψευστοι μάρτυρες.

Η διγλωσσία του ΣΥΡΙΖΑ

Από την αρχή υιοθέτησαν μια διπλή γλώσσα. Στους δανειστές έλεγαν ότι θα εφαρμόσουν ό,τι τους ζητούσαν. Στο εσωτερικό μιλούσαν για αντίσταση στα μνημόνια και παρουσίαζαν μία εν πολλοίς πλαστή εικόνα σκληρής διαπραγμάτευσης. Οι δανειστές, επειδή αρχικά είχαν τρομάξει, καθώς δεν ήταν βέβαιοι αν ο Τσίπρας εννοούσε αυτά που έλεγε σε αυτούς ή αυτά που έλεγε στον ελληνικό λαό, δεν ήθελαν να τον κοντράρουν, αποκαλύπτοντας τις υποχωρήσεις του, καθώς περίμεναν αυτές να ολοκληρωθούν, αφού αυτό ήταν για εκείνους το ζητούμενο.

Στη συνέχεια, άλλωστε, όπως αποκαλύπτουν τελευταία όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, όλα έγιναν ευκολότερα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Πιο εύκολα από ό,τι ήταν πριν με τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος τους είχε εκνευρίσει με την άρνησή του να κλείσει την τελευταία αξιολόγηση, αποδεχόμενος τα μέτρα που του ζητούσαν.

Οι δανειστές διαπίστωσαν στην πορεία ότι ο Αλέξης Τσίπρας μπορούσε να περάσει αυτά που ήθελαν με λιγότερη γκρίνια και χωρίς διαμαρτυρίες στους δρόμους. Όταν τους έδωσε, λοιπόν, τα δείγματα γραφής που ήθελαν, ήταν αναμενόμενο ότι όχι μόνο δεν θα του πριόνιζαν την καρέκλα αλλά θα τον στήριζαν κιόλας. Γρήγορα, άλλωστε, διαπίστωσαν ότι η ιδεολογία δεν ήταν αυτή που καθόριζε τις κυβερνητικές αποφάσεις και διαπίστωσαν πόσο πολύ ήθελαν να διατηρήσουν με κάθε τρόπο την εξουσία που απέκτησαν.

[Αν επιθυμούσε πραγματικά τη ρήξη που υποσχόταν στον ελληνικό λαό, δεν θα είχε κανέναν λόγο να πατήσει καν το πόδι του σε ένα φόρουμ της διεθνούς ελίτ, όπου προσκαλείσαι μόνο εάν έχεις αποδεχτεί τους όρους της και όχι για να σε ακούσουν να μιλάς για την ανατροπή της λιτότητας και να καταγγέλλεις τη «μαντάμ Μέρκελ».]

Από κει και πέρα, οι δανειστές αντιλήφθηκαν ότι θα τους έκανε τη δουλειά − και μόνο αυτό είχε σημασία. «Άσπρη γάτα, μαύρη γάτα, αρκεί να πιάνει ποντίκια», όπως λέει και ο κυνικός αφορισμός του Ντενγκ Ξιάο Πινγκ. Ας δηλώνουν και αριστεροί, εν προκειμένω, αρκεί να κάνουν αυτό που θέλουμε − αυτό έλεγαν, όχι πάντα χωρίς ειρωνεία. Ήταν η εποχή που ο Τσίπρας, έχοντας κάνει την κωλοτούμπα, προσπαθούσε να επιβάλει στα ελληνικά ΜΜΕ να αποκαλούν την τρόικα «θεσμούς» και το μνημόνιο «δανειακή συμφωνία», για να μη θυμίζει ότι ακολουθούν την ίδια πολιτική.

Οι βουλευτές της Αριστερής Πλατφόρμας του Παναγιώτη Λαφαζάνη και όλοι όσοι αντέδρασαν όταν το τρίτο μνημόνιο ήρθε επίσημα στη Βουλή τον Αύγουστο του 2015 γνώριζαν τη συμφωνία του Eurogroup του Φεβρουαρίου, την οποία ούτε αυτοί αποκάλυπταν ούτε παραδέχονταν ενώπιον των πολιτών. Η εξήγησή τους αργότερα ήταν ότι αν την παραδέχονταν θα ήταν και σαν να την αποδέχονταν, ενώ εκείνοι έδιναν μάχες στο εσωτερικό του κόμματος και της κυβέρνησης, όπως έλεγαν, για να αλλάξει κατεύθυνση ο Τσίπρας.

Βέβαια, τα σημάδια υπήρχαν από πριν. Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγες μέρες πριν από τις εκλογές η Νάντια Βαλαβάνη, πιεζόμενη να απαντήσει σε μια ραδιοφωνική εκπομπή για το τι θα έκαναν, είπε στον αέρα ότι σκόπευαν να ζητήσουν «τεχνική», όπως τη χαρακτήρισε −για να ακουστεί πιο ήπια−, επέκταση. Στη συνέχεια, όταν προκλήθηκε σάλος, εκείνη αρνήθηκε ότι εννοούσε παράταση του μνημονίου, παρ' ότι από τη συζήτηση αυτό προέκυπτε. Και η πορεία έδειξε ότι αυτό που της είχε ξεφύγει ήταν η αλήθεια, γιατί ακριβώς αυτό έκαναν.

Υπ' όψιν ότι η κ. Βαλαβάνη, εκείνη την περίοδο, ήταν στο περιβάλλον του Γιάννη Δραγασάκη και είχε απομακρυνθεί από την Αριστερή Πλατφόρμα, την οποία ξαναπροσέγγισε μετά τα capital controls, το δημοψήφισμα και το 3ο μνημόνιο. Ο Γιάννης Δραγασάκης πάλι, σε μια επίσκεψη Γερμανών βουλευτών στην ελληνική Βουλή, είχε προσπαθήσει να άρει τις επιφυλάξεις τους για τον ΣΥΡΙΖΑ, λέγοντάς τους ότι: «εάν ο ελληνικός λαός αναδείξει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, θα ήθελα να διαβεβαιώσετε τον γερμανικό λαό ότι θα έχετε στην Ελλάδα μια αξιόπιστη πολιτική δύναμη που υποστηρίζει τον τερματισμό της λιτότητας και την έξοδο από την κρίση μέσα στο πλαίσιο της ευρωζώνης».

Αλλά και η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα το φθινόπωρο του 2014 στο φόρουμ του Αμπροζέτι ήταν άλλη μια σαφής ένδειξη για το τι θα ακολουθούσε. Αν επιθυμούσε πραγματικά τη ρήξη που υποσχόταν στον ελληνικό λαό, δεν θα είχε κανέναν λόγο να πατήσει καν το πόδι του σε ένα φόρουμ της διεθνούς ελίτ, όπου προσκαλείσαι μόνο εάν έχεις αποδεχτεί τους όρους της και όχι για να σε ακούσουν να μιλάς για την ανατροπή της λιτότητας και να καταγγέλλεις τη «μαντάμ Μέρκελ».

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο, εξέλαβε ως αναγνώριση την πρόσκληση και ανταποκρίθηκε με μεγάλη χαρά, που έγινε ενθουσιασμός όταν βρέθηκαν στην πρωτόγνωρη γι' αυτούς μέχρι τότε χλιδή της Βίλα ντ' Έστε, στο Κόμο της Ιταλίας, όπως θυμούνται πρώην συνεργάτες τους.

Η επίσκεψη αυτή τότε είχε ξεσηκώσει πολλές αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος, παρ' ότι αυτές δεν είχαν βγει στη δημοσιότητα. Οι αντιδράσεις δεν ήταν μόνο από την Αριστερή Πλατφόρμα και την εσωκομματική αντιπολίτευση αλλά και από ένα τμήμα της αριστερής πτέρυγας των προεδρικών που είχε αρχίσει να διακρίνει τα σημάδια της μετάλλαξης και τις ενδείξεις του συμβιβασμού.

Οι διαμαρτυρίες και οι αντιδράσεις που παρέμεναν εντός των τειχών

Τα στελέχη αυτά είχαν αρχίσει να ασκούν έντονη κριτική σε στενούς συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα ότι προετοίμαζαν συνθηκολόγηση, ότι συμμαχούσαν με ταξικούς αντιπάλους, καθώς και για περίεργες σχέσεις, αντίθετες με τη φυσιογνωμία ενός αριστερού κόμματος. Η κριτική έφτανε και σε προσωπικό επίπεδο για κάποιους, υπονοώντας ότι διάγουν τρυφηλή ζωή και ότι θαμπώθηκαν από τα προνόμια και τις προσβάσεις που απέκτησαν, συναναστρεφόμενοι τις εγχώριες και μη ελίτ. Όλα αυτά ενίοτε αποκτούσαν και τη μορφή καταγγελιών, όπως π.χ. είχε συμβεί αρκετές φορές με την ομάδα των «53» (στην παλιά της σύνθεση, πριν από τις αποχωρήσεις), η οποία είχε απευθυνθεί στον Αλέξη Τσίπρα, καταγγέλλοντας συγκεκριμένα πρόσωπα.

Αυτά, βέβαια, σταμάτησαν λίγους μήνες μετά την απόκτηση της εξουσίας, καθώς, όταν κάποιοι εκ των «53», την ταραγμένη περίοδο του πρώτου εξαμήνου, του ζήτησαν άλλη μια φορά να απομακρύνει συνεργάτη του, εκείνος τους απάντησε να μην του το ξαναζητήσουν γιατί είναι σαν να του ζητάνε να τον ακρωτηριάσουν. Έκτοτε δεν έγινε ξανά καμία άλλη τέτοια συζήτηση. Ας σημειωθεί, ωστόσο, ότι το αίτημα απομάκρυνσης του συγκεκριμένου στελέχους είχε ζητηθεί πολλές φορές στο παρελθόν από τους «53», με αποκορύφωμα την άνοιξη του 2014, οπότε ο Τσίπρας τους είχε πει να κάνουν υπομονή μέχρι τις εθνικές εκλογές και θα το έκανε. Φυσικά, δεν είχε αυτόν το σκοπό, πάρα μόνο να τους «ξεφορτωθεί».

Στην πορεία, όταν βρέθηκαν στην κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ ακολούθησε κι αυτός την πεπατημένη των μνημονίων, πολλοί από τους «53», όσοι τουλάχιστον είχαν θέμα συνείδησης, έφυγαν, προτιμώντας να μείνουν πιστοί στις πολιτικές τους αρχές, και οι υπόλοιποι συμβιβάστηκαν, επιλέγοντας κι αυτοί τα προνόμια της εξουσίας, και δεν ενόχλησαν τον Αλέξη Τσίπρα ποτέ ξανά. Έκτοτε η ομάδα των «53» υπάρχει πολιτικά μόνο για προσχηματικούς λόγους και λειτουργεί μόνο ως ομάδα νομής εξουσίας.

[Η επιλογή να πουν την αλήθεια, ότι δηλαδή συμβιβάστηκαν γιατί δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν, δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό τους.]

Τα σημάδια της μετάλλαξης, λοιπόν, υπήρχαν και πριν κερδίσουν τις εκλογές και έδειχναν ποια θα ήταν η πορεία. Η καλοπιστία πολλών όμως, σε βαθμό αφέλειας, γιατί υπήρχε μεγάλη ανάγκη για ελπίδα, δεν επέτρεπε την αναγνώρισή τους. Αλλά και το πολιτικό κλίμα στη χώρα ήταν τέτοιο που δεν άκουγε κανείς. Επίσης, ο Αλέξης Τσίπρας περνούσε την περίοδο «τεφλόν», όπως αποκαλούν στην πολιτική αργκό την περίοδο που, ό,τι και να προσάψει κανείς σε κάποιον, δεν του προκαλεί καμία φθορά. Από την άλλη, όταν πολλοί αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, πάλι σιώπησαν, θεωρώντας ότι δεν έπρεπε να μιλήσουν δημόσια. Και δεν μίλησαν. Δεν είναι καθόλου βέβαιο όμως ότι η σιωπή αυτή θα κρατήσει για πάντα.

Στην πραγματικότητα, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ποτέ κανένα εναλλακτικό σχέδιο και αυτό ήταν μια συχνή αιτία εσωκομματικών τριβών την πρώτη περίοδο, η οποία όμως δεν γινόταν ποτέ γνωστή δημοσίως σε όλη της την έκταση, καθώς τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν μιλούσαν στα ΜΜΕ του αστικού τύπου και ο κομματικός Τύπος που τα γνώριζε δεν θα τα έβγαζε ποτέ στη φόρα. Πήγαν, λοιπόν, να διαπραγματευτούν με ψεύτικες απειλές και συνταγές που τις είχε δοκιμάσει ήδη ο Γιώργος Παπανδρέου και είχαν αποτύχει.

Η επιλογή να πουν την αλήθεια, ότι δηλαδή συμβιβάστηκαν γιατί δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν, δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό τους. Ούτε όταν αποδέχτηκαν τα μνημόνια σκέφτηκαν, έστω, να ξεκινήσουν τη σκληρή δουλειά στους τομείς εκείνους όπου δεν τους εμπόδιζε η τρόικα: στη δημόσια διοίκηση, στη Δικαιοσύνη, στη διαφάνεια, στην εδραίωση της αξιοκρατίας, στην αντιμετώπιση της διαπλοκής, της φοροδιαφυγής, της διαφθοράς.

Είναι χαρακτηριστικό ότι εξαρχής τοποθέτησαν σε θέσεις-κλειδιά πρόσωπα φθαρμένα από το προηγούμενο πολιτικό σύστημα, πρόσωπα γκρίζα με ευθεία σχέση με τη διαπλοκή. Στην οποία δεν χάλασαν κανένα χατίρι, αντιθέτως οι δουλειές της γίνονται κανονικά, όπως παλιά, για κάποιους και καλύτερα, εξού και τα εγκώμια πολλών εκπροσώπων της. Φυσικά, η φανερή προσπάθεια από το 2012 και μετά να τα βρουν με την επιχειρηματική ελίτ της χώρας και τον ΣΕΒ ήταν επίσης μια ισχυρή ένδειξη πριν ακόμα αρχίσουν τις κωλοτούμπες.

Το 2014 ένας ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στη συνέχεια εγκατέλειψε την Ευρωβουλή για να μπει στην κυβέρνηση, έλεγε λίγο πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου ότι οι πρώτοι 6 μήνες θα είναι δύσκολοι και ότι αν αντέξουν και δεν πέσουν εκείνο το διάστημα, θα μείνουν στην εξουσία για 8 χρόνια. Ασφαλώς η δεύτερη θητεία μοιάζει με ευσεβή πόθο σήμερα, αλλά η κουβέντα αυτή καταδεικνύει ότι υπήρχε γνώση του επικίνδυνου σάλτου που ετοιμάζονταν να κάνουν.

Το ίδιο κυβερνητικό στέλεχος, μιλώντας για την επιλογή του κυβερνητικού εταίρου, σε συνομιλίες του έλεγε ότι προτιμά κάποιον χωρίς αρχές, που θα βολευόταν με κάποιες κυβερνητικές θέσεις (και ανέφερε κάποια κόμματα στην κατηγορία αυτή), παρά κάποιον «ιδεολόγο νεοφιλελεύθερο», όπως χαρακτήριζε το Ποτάμι, με το οποίο υποστήριζε ότι θα βρουν μπελάδες, γιατί εκτιμούσε ότι θα έθετε πολιτικούς όρους για τη συνεργασία.

Βέβαια, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ τα είχε βρει εγκαίρως με τον Πάνο Καμμένο, με τον οποίο είχε αναπτυχθεί και προσωπική σχέση φιλίας, άφηνε τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και το Ποτάμι να πιστεύουν ότι μπορεί να επέλεγε εκείνους. Αυτή ήταν άλλωστε και η επιθυμία διαφόρων Ευρωπαίων με τους οποίους συνομιλούσαν και διατηρούσαν καλές σχέσεις, όπως ο αρχηγός των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών Μάρτιν Σουλτς. Ο Δημήτρης Παπαδημούλης, με τον οποίο μιλούσε ο Σουλτς, πίστευε κι εκείνος (τον είχαν αφήσει κι αυτόν να το πιστεύει) ότι ο κυβερνητικός εταίρος δεν θα ήταν ο δεξιός εθνικολαϊκιστής Πάνος Καμμένος, που δεν τον ήθελε καθόλου, αλλά το ΠΑΣΟΚ ή το Ποτάμι. Έτσι ο Σουλτς έμενε ήσυχος και διαβεβαίωνε κι άλλους ότι τα πράγματα θα πάνε καλά στην Ελλάδα και δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Τελικά, τα πράγματα πήγαν όπως ήθελαν, αλλά όχι από τον δρόμο που περίμεναν.

Κυβέρνηση συνεργασίας χωρίς αρχές και πλαίσιο

Άλλο ένα πρωτοφανές χαρακτηριστικό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. είναι ότι πρόκειται για τη μοναδική κυβέρνηση συνεργασίας στην Ευρώπη που δεν έχει καταρτίσει κυβερνητική συμφωνία με όρους. Κι αν τον Ιανουάριο μπορούσαν να επικαλεστούν την καταγγελία του μνημονίου και τη ρήξη με τους δανειστές, για την κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου δεν υπάρχει ούτε αυτή η έτσι κι αλλιώς αδύναμη δικαιολογία.

Τσίπρας και Καμμένος ανέβηκαν στην εξέδρα το βράδυ των εκλογών με τα λευκά και γαλάζια πουκάμισα, αγκαλιάστηκαν κι έτσι σφράγισαν τη συμφωνία, όπως κάνουν οι αρχηγοί των φυλών σε υπανάπτυκτες κοινωνίες. Κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ σε ευρωπαϊκή χώρα.

Οι κυβερνήσεις συνεργασίας, ακόμα και μεταξύ πολιτικά συγγενών κομμάτων, προϋποθέτουν πάντα πολλές μέρες, μερικές φορές και μήνες, διεργασιών, ώσπου να καταλήξουν σε συμφωνία, θέτοντας το κάθε μέρος τους όρους του και καταλήγοντας σε μια συμφωνία αρχών, η οποία αποτυπώνεται και εγγράφως και δίνεται στη δημοσιότητα, ως οφείλουν, για να τη θέσουν υπ' όψιν των πολιτών της χώρας.

[Τίποτα, λοιπόν, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει από την πορεία μιας κυβέρνησης που τη χαρακτηρίζει η πλήρης έλλειψη αρχών και που δεν φρόντισε να τηρήσει ούτε καν τα προσχήματα.]

Η συγκεκριμένη κυβέρνηση δεν στηρίχτηκε σε καμία πολιτική συμφωνία αρχών και αυτό είναι κάτι πρωτοφανές, καθώς δεν τηρήθηκαν ούτε τα προσχήματα. Ακόμα και στην προηγούμενη κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜ.ΑΡ., τα τρία κόμματα είχαν ορίσει εκπροσώπους (Μεϊμαράκης και Λαζαρίδης από τη ΝΔ, Σκανδαλίδης και Αγγελούδης από το ΠΑΣΟΚ, Χατζησωκράτης και Παπαθανασίου από τη ΔΗΜ.ΑΡ.), οι οποίοι πραγματοποιούσαν συνεχώς συσκέψεις στη Βουλή, προκειμένου να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο προγραμματικής συμφωνίας πάνω στο οποίο θα βασιζόταν η κυβέρνηση συνεργασίας. Και υπήρξαν συμφωνίες, διαφωνίες και συμβιβασμοί, οι οποίοι στο τέλος οδήγησαν στην κατάρτιση μιας προγραμματικής συμφωνίας, όπως συμβαίνει στις δημοκρατίες. Το τι υλοποιήθηκε από αυτά που συμφώνησαν ασφαλώς αποτελεί αντικείμενο κριτικής. Το κείμενο της συμφωνίας όμως είναι εκεί και μπορεί κανείς να το δει σημείο προς σημείο και να κρίνει. Στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. δεν υπάρχει κανένα πλαίσιο αρχών στο οποίο να στηρίζεται και καμία προγραμματική συμφωνία σύγκλισης.

Η μη ύπαρξη του πλαισίου αυτού είναι σαφώς μια αντιδημοκρατική παράλειψη, καθώς ακυρώνει εκ των προτέρων κάθε λογοδοσία και καθιστά αδύνατο τον δημοκρατικό έλεγχο από την πλευρά των πολιτών.

Όταν ο Πάνος Καμμένος είχε ερωτηθεί για την απουσία προγραμματικής συμφωνίας, απάντησε ότι «οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης θα είναι αυτές που θα δεσμεύουν όλους μας στην κοινή αυτή πορεία, μετά την 5η Φεβρουαρίου που θα ορκιστεί η νέα Βουλή». Μια γενικόλογη απάντηση που στην ουσία δεν λέει τίποτα, απλώς αποφεύγει να απαντήσει, καθώς οι προγραμματικές δηλώσεις στη Βουλή που γίνονται κάθε φορά που έχουμε μια νέα κυβέρνηση δεν έχουν καμία σχέση με τη συμφωνία αρχών των μερών που την απαρτίζουν και που είναι η προϋπόθεση για τον σχηματισμό της.

Τίποτα, λοιπόν, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει από την πορεία μιας κυβέρνησης που τη χαρακτηρίζει η πλήρης έλλειψη αρχών και που δεν φρόντισε να τηρήσει ούτε καν τα προσχήματα. Ο μοναδικός της στόχος είναι πλέον προφανής και δεν είναι άλλος από την παραμονή στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝ.ΕΛ. και η συνέχιση της νομής της. Τρία χρόνια μετά, παρά το κόστος από την απειρία τους και την έλλειψη προετοιμασίας για να βρεθούν στο τιμόνι της χώρας σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή, εξακολουθούν να μην έχουν κανένα πρόγραμμα. Γι' αυτό και δεν ελπίζουν ούτε οι ίδιοι σε τίποτε άλλο, παρά μόνο στον «διεθνή παράγοντα» και στη συγκυρία.

Η επιθυμία τους είναι να εξαντλήσουν κάθε μέρα μέχρι το τέλος της τετραετίας. Τους ενδιαφέρει όμως να μην εξαφανιστούν μετά από το πολιτικό σκηνικό αλλά να παραμείνουν, εναλλασσόμενοι στην εξουσία με τη ΝΔ. Να γίνουν δηλαδή ο άλλος πόλος. Να πάρουν τον ρόλο που είχε το ΠΑΣΟΚ πριν από την πολιτική του κατάρρευση. Γι' αυτό, επειδή γνωρίζουν ότι μετά τον Αύγουστο, που ισχυρίζονται ότι «βγαίνουμε από τα μνημόνια» (ενώ δεν βγαίνουμε από πουθενά, απλώς η δανειακή σύμβαση λήγει, τα μνημόνια μένουν κι ενισχύονται), ο λαός θα διαπιστώσει στην πράξη τα νέα σκληρά μέτρα που έχουν ψηφίσει, η λογική λέει ότι θα εξετάσουν το ενδεχόμενο εκλογών τον Σεπτέμβριο. Όχι γιατί έχουν καμία διάθεση να εγκαταλείψουν την εξουσία αλλά για να μπορέσουν να επανέλθουν μετά από μια κυβέρνηση ΝΔ ή μιας ευρύτερης κυβέρνησης συνεργασίας, που ίσως προκύψει αν δεν υπάρξει αυτοδυναμία.

Μετά τον Αύγουστο, αν δεν πάνε σε εκλογές, τους περιμένει άλλη μια οδυνηρή περίοδος αποκαλύψεων, καθώς θα αποδειχτεί ότι καμία έξοδος από τα μνημόνια δεν μας περιμένει. Αντιθέτως, θα πέφτουν στο κεφάλι των πολιτών νέα αβάσταχτα μέτρα και φόροι για να επιτευχθούν τα υπέρογκα πλεονάσματα που συμφώνησαν και που για να τα πιάσουν θα χρειαστεί να ρέει αίμα στους δρόμους.

Αν πάνε σε εκλογές μετά τον Αύγουστο, θα μπορούν να πουλήσουν επικοινωνιακά ότι δήθεν έβγαλαν τη χώρα από τα μνημόνια και να διασώσουν κάποια ποσοστά. Μετά, όταν η κυβέρνηση που θα προκύψει εφαρμόσει αυτά που ψήφισαν, εκείνοι θα τους κατηγορούν για ανάλγητη πολιτική κ.λπ., ώστε να διεκδικήσουν την επιστροφή τους. Αυτή είναι η στρατηγική τους. Διαχείριση της παρακμής και επικοινωνιακές τακτικές για να κυλάει ο χρόνος, μέχρι να αποφασίσουν αν θα πάρουν το ρίσκο να μείνουν έως εξαντλήσεως της τετραετίας, όπως επιθυμούν, ή θα θυσιάσουν μερικούς μήνες για την προοπτική να παραμείνουν κόμμα εξουσίας και να επανέλθουν στη διακυβέρνηση της χώρας.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO Πηγή: www.lifo.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια: