Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

"ΕΦΗΜΕΡΙΑ" μονόλογος του Γιώργου Μπλάνα (facebook, 5/9/2015)

.........................................................


 Γιώργου Μπλάνα

               ΕΦΗΜΕΡΙΑ

[Διάδρομος νοσοκομείου. Ένας γέρος, που πάσχει από άνοια και ποιος ξέρει από τι άλλο, σ’ ένα φορείο, πεταμένος σε μιαν άκρη του διαδρόμου. Παραμιλάει – όχι εντελώς. Σαν να μιλάει σε κάποιον που βλέπει δίπλα του. Γι’ αυτό κοιτάζει κάθε τόσο δίπλα του. Μια μέρα πριν την «διακομιδή» του, είχε ακούσει –όσο μπορούσε- στην τηλεόραση πως η θάλασσα ξέβρασε στα παράλια της Τουρκίας το πτώμα ενός μικρού Σύριου πρόσφυγα.] 

Μην τριγυρίζεις έτσι, βρε! Για να σε δω. Τι; Κλαις;
Πω, πω, ομορφιές: φρυδάς, χειλάς... σαν άπλυτο τηγάνι
είναι η μούρη σου! Άραβας είσαι ή Γύφτος; Ε;
Δεν ξέρεις; Άραβας θα είσαι.
Οι Γύφτοι ξέρουν μια χαρά τι είναι, από μικροί –
τώρα θα μου ’χες κλέψει το Ευρώ,
που βρήκα στο φορείο, όταν μ’ έφερναν εδώ.
Πάψε να κλαις. Έλα κοντά.
Κρύψε το πρόσωπό σου στο μαξιλάρι. Κάνε
πως είμαι ο παππούς σου. Αν σε δουν,
θα σε περάσουνε για Γύφτο
και θα σε διώξουνε –ούτε καν με τις κλωτσιές,
για να μην μαγαρίσουν τα πίσω χέρια τους.
Ξέρεις τι είναι αυτοί;
Είναι... μακάρι να ’ξεραν τι είναι.
Εγώ ξέρω. Είναι μαϊμούδες, που φοράνε
μάσκες μαϊμούδων,
για να μην ξέρουμε ποιος είναι
μαϊμού και ποιος πραγματικά
μαϊμού. Έξυπνοι, ε; Οι άλλες
μαϊμούδες -όλοι εμείς-
νομίζουμε πως είμαστε άνθρωποι.
Γιατί; Γιατί πονάμε
και κλαίμε και φωνάζουμε και...
ξέχασα τι άλλο. Ενώ οι μαϊμούδες
πονάνε και φωνάζουνε και...
Κλαίνε; Αυτό το ξέχασα.
Εν πάση περιπτώσει.
Αν ήμουνα μαϊμού, δεν θα θυμόμουν
πως ξέχασα αν κλαίνε η μαϊμούδες.
Έλα, κοντά μου, βρε μαϊμού και πες μου
πώς βρέθηκες εδώ; Μυρίζεις
θάλασσα ολόκληρος. Μυρίζουν
θάλασσα οι μαϊμούδες;
Ξέχασα. Τι είπαμε πως είσαι;
Άραβας, ναι. Οι Άραβες μυρίζουν
θάλασσα, όταν καίγονται
οι πέτρες τους. Θυμάμαι...
Για δες: θυμάμαι! Κάποτε,
είχα διαβάσει... Όχι,
θυμάμαι πως δεν διάβασα σε κείνο το βιβλίο,
που λέει τα πάντα, τίποτα
για τους Άραβες. Πού ήταν
οι Άραβες, όταν σταύρωναν
τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό;
Κι όταν αναστηνόταν;
Πού ήταν; Δεν υπήρχαν
ή ήταν πάνω στον σταυρό
και οι μαϊμούδες από κάτω είχαν ξεχάσει
πως είναι μια μαϊμού, που κλαίει;
Λοιπόν, τώρα θυμήθηκα: κλαίνε οι μαϊμούδες!
Αλλιώς τι κάνουμε εδώ;
Έτσι, απλά, γεμίζουμε τον τόπο,
για να ’χει η λέξη «πόνος»
νόημα. Για ποιον; Είδες ποτέ
τα ψάρια να φωνάζουν,
να κλαίνε, όταν πνίγονται
από στεριά; Έχουν λέξεις; Δεν πονάνε;
Δεν έχει νόημα η θάλασσα; Η σιωπή;
Βρε, συ, τι είναι αυτό; Ένα φύκι
στα μαλλιά σου; Δεν μιλάς;
Τι είσαι; Λέγε· Άραβας ή... ναι, πνιγμένος!
Πνιγμένος είσαι· δύστυχο!
Πώς ξέμεινες εδώ;
Κατάλαβα: ο παράδεισος
δεν δέχεται Άραβες κι η κόλαση
πάσχει από έλλειψη προσωπικού. Λοιπόν
άκουσε προσεκτικά.
Πάρε αυτό το Ευρώ και κράτα το γερά.
Μην σου το πάρουν; Έτσι;
Κάνουν ουρά οι πνιγμένοι
από ζωή· και είναι...
μακάρι να ’ξεραν τι είναι.
Βγες από εδώ προσεκτικά
και πήγαινε ίσια· ίσια ε;
Θα δεις μια λίμνη -ήσυχη-
μια βάρκα, έναν βαρκάρη...
Μην φοβηθείς· είναι παλιός,
την ξέρει τη δουλειά του –
δεν κάνει διακρίσεις
και προσέχει τα παιδιά.
Δώσε του το νόμισμα· αυτός
δεν θα κοιτάξει καν τι είναι, φτάνει
να νοιώσει πως αξίζει κάτι για σένα ο κόπος του.
Μπες μες στην βάρκα· απέναντι
είναι η μόνη ελευθερία, που μπορείς
να βρεις, εδώ γύρω, σ’ αυτόν τον αιώνα.
Άντε· εγώ ακόμα αργώ.
Δεν ξέρουν τι να κάνουν
με την ψυχή μου· και η λίμνη...
τι έλεγα... ποια λίμνη;
Μην τριγυρίζεις έτσι, βρε! Για να σε δω. Τι; Κλαις;
Πω, πω, ομορφιές: φρυδάς, χειλάς... σαν άπλυτο τηγάνι
είναι η μούρη σου! Άραβας είσαι ή Γύφτος; Ε;



                                                                   ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: