Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

μπροστά στην πρόκληση: δύο πρώτα βήματα για μιαν άλλη εκπαίδευση" γράφει ο Δημήτρης Χρ. Ξιφαράς (ΧΡΟΝΟΣ 29 / 9.2015)

..........................................................
....

μπροστά στην πρόκληση: δύο πρώτα βήματα για μιαν άλλη εκπαίδευση


Πώς το σχολείο θα γίνει από χώρος κυριαρχίας, που είναι τώρα
παράγοντας κοινωνικής αλλαγής
Δημήτρης Χρ. Ξιφαράς



Αλλαγές με όραμα και φαντασία. Αλλαγές με την κοινωνία, για την κοινωνία, αλλαγές προς όφελος της κοινωνικής πλειονότητας. Αλλαγές που δεν θα διαχειρίζονται μίζερα το υπάρχον, αλλαγές που δεν θα νοσταλγούν κάποιο τάχα ιδανικό παρελθόν. Αυτά είναι τα ζητούμενα σήμερα. Ακριβώς αυτά είναι τα ζητούμενα και στην εκπαίδευση. 
Η ιστορία της εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι μια ιστορία μεταρρυθμίσεων. Ειδικότερα, στα χρόνια από το 1974 μέχρι σήμερα, όλοι σχεδόν οι υπουργοί Παιδείας δοκίμασαν –κάποτε με περισσή ματαιοδοξία– να συνδέσουν το όνομά τους με μια «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση». Συχνά, τα μεγαλεπήβολα σχέδια εξαντλούνταν στο άμεσα ορατό, στην αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. 
Το αποτέλεσμα; Παρά τις όποιες επιμέρους αλλαγές, τα δομικά προβλήματα της εκπαίδευσης εξακολουθούν να μας κοιτάζουν κατάματα: η τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση συνεχίζει να είναι ο φτωχός συγγενής, το περιεχόμενο των μαθημάτων παραμένει σε μεγάλο βαθμό ακαδημαϊκό με αποτέλεσμα να γίνεται συχνά βαρετό, η κριτική-συνδυαστική σκέψη σχεδόν απουσιάζει, η αποστήθιση και η βαθμοθηρία βασιλεύουν. Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση συνεχίζει να είναι οργανικά διαχωρισμένη από τη δευτεροβάθμια, η δευτεροβάθμια και ιδίως το Λύκειο συνεχίζει να είναι –άτυπα, αλλά ουσιαστικά– απόλυτα εξαρτημένο από την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Επιπλέον, στα χρόνια της κρίσης, με αφορμή τις μνημονιακές δεσμεύσεις, υπονομεύτηκε συστηματικά η εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό. Ακραία έκφραση αυτής της πολιτικής υπήρξε η εκχώρηση των πιο δημοφιλών ειδικοτήτων της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης σε ιδιώτες μέσα από την κατάργηση των αντίστοιχων ειδικοτήτων στα δημόσια επαγγελματικά λύκεια και την απόλυση όλων των εκπαιδευτικών! 
Η Αριστερά εναντιώθηκε από την πρώτη στιγμή σε αυτές τις επιλογές τονίζοντας τη σημασία προάσπισης της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού. Τώρα, οφείλει να επεξεργαστεί μια δική της, συγκεκριμένη πρόταση εκπαιδευτικής αλλαγής. 
Με δεδομένο ότι οι γενικότερες συνθήκες είναι εξαιρετικά αντίξοες, χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, να επιλεγούν συγκεκριμένα ζητήματα και σε αυτά να επικεντρωθούν οι προσπάθειες. Το κριτήριο επιλογής δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η επίδραση που μπορούν να έχουν τα θέματα που θα επιλεγούν στη συνολική λειτουργία της εκπαίδευσης, η κομβική τους σημασία.
Οι αλλαγές θα πρέπει να είναι καλά μελετημένες και να αποτελούν βήματα ενός ευρύτερου σχεδίου που θα υπερβαίνει την εκπαίδευση. Αλλαγές που θα γκρεμίζουν αλλά –κυρίως– αλλαγές που θα χτίζουν, ένας καλά μελετημένος συνδυασμός άρσεων και θέσεων. Χρειάζονται αλλαγές γενναίες που θα εφαρμοστούν από την Αριστερά με τόλμη, τόλμη απέναντι στην πραγματικότητα αλλά και τόλμη απέναντι στον εαυτό της. Αλλαγές που θα καλλιεργούν σε όλους κουλτούρα σεβασμού προς τη μόρφωση και τον αγώνα που απαιτείται για την απόκτησή της. Αλλαγές που θα πείθουν τόσο αυτούς που θα εμπλέκονται άμεσα όσο και την κοινωνία στο σύνολό της.
Σε δύο από αυτές τις αλλαγές θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα.
Η πρώτη μεγάλη τομή θα πρέπει να αφορά την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση. Πρόκειται για μεταβολή που μπορεί να αλλάξει ολόκληρο το εκπαιδευτικό τοπίο, καθώς θα επηρεάσει συνολικά τη λειτουργία τόσο της δευτεροβάθμιας όσο και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. 
Όπως είναι γνωστό, σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν δύο κύριοι τύποι Λυκείου, το γενικό, όπου παρέχεται γενική μόρφωση και το επαγγελματικό, όπου δίνεται τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση. Οι δύο αυτοί τύποι Λυκείου διαφέρουν ουσιαστικά ως προς τα αναλυτικά προγράμματα, καθώς και τις εκπαιδευτικές-επαγγελματικές προοπτικές των αποφοίτων τους. Η τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση θεωρείται δεύτερης κατηγορίας και σε αυτήν κατευθύνονται συνήθως μαθητές με χαμηλές επιδόσεις, που προέρχονται στην πλειονότητά τους από τα φτωχά κοινωνικά στρώματα. 
Πολλές φορές στο παρελθόν δηλώθηκε από διάφορους υπουργούς η πρόθεση «αναβάθμισης» και «μεταρρύθμισης» της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις η «μεταρρύθμιση» περιοριζόταν σε μέτρα αποκλεισμού των μαθητών από τη γενική εκπαίδευση, δηλαδή από εκείνον τον τύπο σχολείου που προτιμούσαν οι περισσότεροι επειδή άνοιγε τον δρόμο προς την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ενδεικτικά παραδείγματα: από τη μεταρρύθμιση του 1929 που μείωνε τον αριθμό των Γυμνασίων (αντίστοιχων σημερινών Λυκείων) «όπως εξαναγκάση τους νέους να τραπώσι προς την γην» στη μεταρρύθμιση του 1976 που επιδίωκε «να τίθεται φραγμός εις την ανέλεγκτον παραγωγήν αποφοίτων [του Γυμνασίου], ο κύριος όγκος των οποίων, θα στραφή προς πρακτικάς και τεχνικάς κατευθύνσεις» και από εκεί στην πρόσφατη «μεταρρύθμιση Αρβανιτόπουλου» που με την τράπεζα θεμάτων αποθάρρυνε τους πιο αδύναμους από τους αποφοίτους του Γυμνασίου να συνεχίσουν στο Λύκειο.
Σήμερα, η συγκυρία μοιάζει να είναι ευνοϊκή καθώς η μαζική ανεργία των νέων πτυχιούχων υπονομεύει κατεστημένες κοινωνικές αντιλήψεις δεκαετιών που θεωρούσαν την πανεπιστημιακή εκπαίδευση το πλέον ασφαλές όχημα επαγγελματικής αποκατάστασης και κοινωνικής ανόδου. Στο πλαίσιο αυτό μια τολμηρή μεταρρύθμιση της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης θα μπορούσε να συναντήσει όχι απλώς τη συναίνεση αλλά και το αληθινό ενδιαφέρον της κοινωνίας.
Η ουσιαστική επαναθεμελίωση της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης θα πρέπει να ξεκινήσει με την αντικατάσταση του σημερινού δυαδικού συστήματος (γενικό και επαγγελματικό Λύκειο) από ένα ενιαίο σύστημα ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σε αυτό το σχολείο, ας το ονομάσουμε «Ενιαίο Λύκειο θεωρίας και πράξης», θα παρέχονται παράλληλα γερή γενική μόρφωση αλλά και πιο εξειδικευμένες επαγγελματικές γνώσεις, για όσους το επιθυμούν. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να αξιοποιηθεί η εμπειρία του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου που έγινε προσπάθεια να εφαρμοστεί από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ένα πείραμα που έχει πολλά να μας πει, τόσο με τις επιτυχίες όσο και με τις αποτυχίες του. Βέβαια, θα χρειαστούν ακόμα πολλά: πρώτα απ’ όλα, ειδική εκπαίδευση και υποστήριξη των εκπαιδευτικών και παράλληλα, βελτίωση των υποδομών, βιβλία και εκπαιδευτικό υλικό νέας αντίληψης, καλύτερη ενημέρωση των μαθητών του Γυμνασίου για τις προοπτικές αυτής της νέας τεχνικο-επαγγελματικής εκπαίδευσης. 
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους σε αυτόν τον νέο τύπο Λυκείου, οι μαθητές που έχουν επιλέξει να λάβουν κατά τη φοίτησή τους στο Λύκειο και επαγγελματικές γνώσεις, θα μπορούν να συνεχίζουν σε σχολές μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου θα ολοκληρώνουν την εξειδίκευσή τους. Παράλληλα, θα πρέπει να οριστούν με ακρίβεια τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων αυτών των σχολών, να θεσπιστεί η υποχρεωτική άσκησή τους και να υπάρξει πρόβλεψη για τον καλύτερο συντονισμό και τη διασύνδεση με την αγορά εργασίας. 
Έτσι, μέσα από τη λειτουργία του Ενιαίου Λυκείου θεωρίας και πράξης θα δίνεται στα παιδιά αφενός επαρκής γενική παιδεία και αφετέρου αξιόπιστες επαγγελματικές προοπτικές που δεν θα ταυτίζονται αναγκαστικά με την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Αξίζει να θυμηθούμε πως όταν υπήρχαν τα Πολυκλαδικά Λύκεια, στους προεπαγγελματικούς κλάδους τους εγγραφόταν περίπου το 50% των μαθητών της τελευταίας τάξης σε όλο το διάστημα λειτουργίας τους. Στη Φινλανδία, για την εκπαίδευση της οποίας τόσος λόγος γίνεται τα τελευταία χρόνια, το 50-60% των μαθητών της τελευταίας τάξης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κάνει παρόμοιες επιλογές. Η επιτυχημένη λειτουργία αυτού του νέου τύπου Λυκείου θα αποκλιμακώσει την πίεση για είσοδο στο πανεπιστήμιο, θα περιορίσει την ανάγκη για εξωσχολική υποστήριξη των μαθητών και ενδεχομένως θα επιτρέψει σε κάποιο επόμενο στάδιο την ελεύθερη πρόσβαση σε ορισμένες σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Παράλληλα με τις παραπάνω αλλαγές, θα πρέπει να γίνει μία ακόμα τομή, να προχωρήσει γρήγορα η ριζική αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών σε ολόκληρη την εκπαίδευση. 
Σήμερα, τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών υιοθετούν, θεωρητικά, ορισμένες σύγχρονες αντιλήψεις. Στην πράξη, ωστόσο, παραμένουν «κατάλογοι ύλης προς διδασκαλία». Ο σκληρός πυρήνας αποτελείται από τα Ελληνικά, Νέα και Αρχαία, τα Μαθηματικά, τα Φυσικά και οπωσδήποτε τα Θρησκευτικά. Οι μαθητές εξετάζονται στο κατά πόσο αφομοίωσαν την ύλη των σχολικών εγχειριδίων ενώ δημιουργικές εργασίες, σχέδια δράσης, ομαδοσυνεργατικές και βιωματικές διδακτικές πρακτικές, όταν υπάρχουν, παραμένουν στο περιθώριο.
Προφανώς, το ζήτημα των αναλυτικών προγραμμάτων δεν είναι τεχνικό. Παραβιάζουμε ανοιχτές πόρτες, αν πούμε ότι τα αναλυτικά προγράμματα έχουν ιδεολογία. Οι επιλογές που περιλαμβάνονται σε αυτά βασίζονται σε ιδεολογικές επιλογές. Έτσι εξηγείται, βέβαια, και η μόνιμη παρουσία των Θρησκευτικών σε όλες τις τάξεις, όλων των βαθμίδων! Άλλωστε, οι αντιπαραθέσεις για το τι θα διδαχθούν τα παιδιά στο σχολείο είναι πάντοτε αντιπαραθέσεις για το τι κοινωνία θέλουμε και ποιο θα είναι το μέλλον της. Συντάσσοντας νέα αναλυτικά προγράμματα σπουδών απευθύνεσαι στους μαθητές, στους εκπαιδευτικούς και πάνω απ’ όλα στην κοινωνία δείχνοντας τι εκπαίδευση θέλεις, ποιο είναι το όραμά σου για την παιδεία.
Τα νέα αναλυτικά προγράμματα θα πρέπει να ανοίγουν το σχολείο στην κοινωνία, να βγάζουν τα παιδιά από τις τάξεις και να τα οδηγούν στη γνωριμία με τον αληθινό κόσμο. Μόνο έτσι η γνώση θα γίνεται λειτουργική. Στο πλαίσιο αυτό, τα παιδιά πρέπει να παρακινούνται να αναλαμβάνουν τα ίδια κοινωνικές δράσεις σε αληθινές συνθήκες. Έτσι, για παράδειγμα, αντί να θεωρητικολογούμε στα παιδιά περί κοινωνικές αλληλεγγύης, ας πάρουμε τους μαθητές να δουλέψουν μια μέρα στο κοινωνικό παντοπωλείο του δήμου μας. Πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στα παιδιά, από την πολύ μικρή τους ηλικία, αναθέτοντάς τους ανεξάρτητες εργασίες, που θα μπορούν ίσως να έχουν προκαθοριστεί από τα σχολεία τους, αλλά θα γίνονται εκτός των σχολικών κτιρίων. Πρέπει να φτιάξουμε ένα πρόγραμμα σπουδών όπου το κάθε παιδί θα έχει την ευκαιρία να αναπτύξει τα στοιχεία της προσωπικότητάς του που είναι μοναδικά, να μάθει να στηρίζεται στις δυνάμεις του, να χειραφετηθεί. 
Παράλληλα, μέσα από τα νέα αναλυτικά προγράμματα θα πρέπει να καλλιεργείται μια κουλτούρα αγάπης για τη γνώση και διαρκούς προσπάθειας για την κατάκτησή της. Θα πρέπει, επίσης, να απορρίπτονται λαϊκιστικές αντιλήψεις που υποστηρίζουν ότι όσο λιγότερα απαιτούμε από τα παιδιά τόσο μεγαλύτερο καλό τους κάνουμε, αντιλήψεις καταστροφικές, οι οποίες τελικά οδηγούν σε διάλυση το δημόσιο σχολείο και με την έννοια αυτή ενισχύουν μόνο την ταξική διάσταση της εκπαίδευσης. Σε αυτό το ζήτημα δεν αποφεύχθηκαν τους τελευταίους μήνες κάποια λάθη.
Ο στόχος θα πρέπει να είναι η σύνταξη νέων αναλυτικών προγραμμάτων με καινοτόμα χαρακτηριστικά: ενιαία προγράμματα από την Α΄ Δημοτικού έως και την Γ΄ Γυμνασίου στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός αληθινά ενιαίου 9χρονου σχολείου που θα παρέχει έναν πλήρη κύκλο βασικών γνώσεων στα παιδιά, περιορισμός των ωρών διδασκαλίας σε 18-19 στην αρχή του Δημοτικού (από 25 που είναι τώρα) και σε 30 στο τέλος του Γυμνασίου (από 35 που είναι τώρα), ευελιξία που θα τα κάνει ανοικτά στις πρωτοβουλίες των εκπαιδευτικών και τις ανάγκες των μαθητών, ευαισθητοποίηση στις αναζητήσεις και τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Στο πλαίσιο αυτό, δύο κινήσεις θα έπρεπε να είχαν γίνει χθες: η εισαγωγή της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο από δόκιμες μεταφράσεις και όχι από το πρωτότυπο, όπως γίνεται τώρα (ο Παπανούτσος μας κοιτάζει από το μακρινό 1976 και μας τραβάει απ’ το μανίκι!) και η έναρξη εκπόνησης νέων αναλυτικών προγραμμάτων Ιστορίας για όλη την εκπαίδευση. 
Παράλληλα, χρειάζονται τολμηρές παρεμβάσεις στο λεγόμενο «κρυφό αναλυτικό πρόγραμμα», όπως η κατάργηση της υποχρεωτικής προσευχής και των σχολικών παρελάσεων, καθώς και ο απεγκλωβισμός από διάφορα ελληνοχριστιανικά ιδεολογήματα που παραμένουν κυρίαρχα στο σημερινό ελληνικό σχολείο.
Θα ήταν κάποιος αφελής αν πίστευε ότι η εκπαίδευση θα αλλάξει την κοινωνία. Ωστόσο, πρωτοβουλίες όπως οι παραπάνω, εφόσον σχεδιαστούν προσεκτικά, εφαρμοστούν με τη στήριξη της κοινωνίας και υποστηριχθούν πολιτικά σε βάθος χρόνου θα μπορούσαν να γίνουν η αφετηρία για τη διαμόρφωση ενός σχολείου που δεν θα περιορίζεται στην επαγγελματική προετοιμασία των μαθητών του, αλλά θα τείνει να γίνει από χώρος κυριαρχίας, που είναι τώρα, χώρος χειραφέτησης του νου και με την έννοια αυτή παράγοντας κοινωνικής αλλαγής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: