Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

"Άννα" Διήγημα του αρχιτέκτονα Δημήτρη Φιλιππίδη (Καλοκαίρι - δέκα βλέμματα "Εφημερίδα των Συντακτών", 14.07.2018)

..............................................................


"Άννα"



Διήγημα του αρχιτέκτονα Δημήτρη Φιλιππίδη (από το 1975 καθηγητής Πολεοδομίας και σήμερα ομότιμος καθηγητής της Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ) αλλά και σταθερού συνεργάτη στην αρχιτεκτονική βιβλιογραφία του Ανοιχτού Βιβλίου (Καλοκαίρι - δέκα βλέμματα  "Εφημερίδα των Συντακτών", 14.07.2018)




Ο τάφος σου μηνών μόλις. Είχες πεθάνει πριν μπει η άνοιξη. Ερχόμασταν τώρα με τη γυναίκα μου να σε χαιρετήσουμε, όπως πάντα. Για πρώτη φορά δεν θα ακούγαμε τη φωνή σου, το μόνο που σου απόμεινε όσο περνούσαν τα χρόνια.
Είχες εμφανιστεί στην πόρτα του παλιού σπιτιού, που τώρα ήταν ξενοδοχείο, στητή, με τη φορεσιά και τη μαντίλα σου στα μαλλιά. Ησουν το προσωπικό για όλες τις δουλειές. Με υποδέχτηκες και περίμενες μετά για να μου φτιάξεις καφέ. Εδώ θα έμενα κάθε φορά που ερχόμουν για δουλειές.
Ενας τρίτος δεν θα μπορούσε να μαντέψει ποια ήσουν. Ολη σου τη ζωή, μια υπηρέτρια, μια παραδουλεύτρα. Μου άνοιγες τα χέρια με τις παλάμες προς τα πάνω, τις φλέβες να φουσκώνουν, από κουβαλήματα, μπουγάδες και σφουγγαρίσματα. Μετά άφηνες το μυαλό σου να σε πάει αλλού. Επιανες το τραγούδι, πηγαίνοντας πέρα από τους κάβους απέναντι, ταξιδεύοντας πλάι στους γκρεμούς με τα πεύκα. Ωσπου να πιάσει το καΐκι στη σκάλα, μια ανάσα από το χωριό σου. Ο προορισμός σου, τόσο άπιαστος όμως. Τα αφεντικά σου δεν σου επέτρεπαν να λείψεις. Ούτε καν της Παναγίας.
Το νεκροταφείο είναι ψηλά, στην πλάτη του λιμανιού, με τον ανοιχτό κόλπο μπροστά του. Από εδώ πάνω, χορταίνεις ήλιο και αέρα. Θα πρέπει να το χαίρεσαι το μελτέμι, αφού δεν έχει τίποτα να το εμποδίζει. Ούτε ένα δέντρο. Ετσι θα το ήθελες κι εσύ, είμαι βέβαιος. Να κοιτάς μακριά τα απέναντι βουνά.
Ζούσες σε ένα καμαράκι, μια τρύπα. Ποιος να σε πάρει, έτσι χωρίς προίκα. Ούτε οι συχωριανοί σου που περνούσαν από το λιμάνι ενδιαφέρονταν. Ωσπου εμφανίστηκε ένας μπογιατζής με παλιές ρίζες στον τόπο. Ηρθε εκείνο το καλοκαίρι να δουλέψει στο νησί. Δεν υπήρχε άλλο ξενοδοχείο, βολεύτηκε στο ίδιο με εμένα. Είχα λείψει ενδιάμεσα και όταν γύρισα, τον βρήκα κιόλας εκεί. Χαιρετιστήκαμε. Εσύ μάλιστα έκανες τις συστάσεις. Ο μπογιατζής είχε τα χρόνια του, κάπως σκυφτός με τα χέρια του φαγωμένα από το νέφτι. Κάπνιζε συνέχεια. Εφευγε χαράματα και γύριζε όταν σκοτείνιαζε, ψόφιος.
Τα πράγματα ήρθαν γρήγορα. Ωσπου να φύγω και να ξαναγυρίσω, τα είχες φτιάξει μαζί του. Ησασταν συγκινητικοί οι δυο σας. Ούτε μια κίνηση, ούτε μια λέξη δεν πρόδινε τη σχέση σας. Μου μιλούσες για εκείνον όταν δεν ήταν μπροστά. Για την οικογένειά του, τη γυναίκα που είχε φορτωθεί και τώρα της ζητούσε διαζύγιο, τον γιο του που ήταν σκέτος μπελάς.
Πέρασαν μερικοί μήνες. Μάντεψα πως είχες μείνει έγκυος, αλλά έτσι που ήσουν ψηλή και αδύνατη δεν το έδειχνες. Δεν έλεγες κουβέντα, αλλά από τα μισόλογά σου έπιανα πως η γυναίκα του αρνιόταν το διαζύγιο. Πού να μιλήσω, δεν με έπαιρνε. Πίσω από την πλάτη σου έλεγαν διάφορα.
Αυτή τη φορά, θα έλειπα περισσότερο. Οταν γύρισα, ήταν χειμώνας. Σε έψαξα. Δεν βρισκόσουν πουθενά και ρώτησα. Μια γειτόνισσα είπε να κοιτάξω στο νοσοκομείο. Ηταν ένα ταπεινό κέντρο υγείας με δυο κάμαρες, με μερικά κρεβάτια στη σειρά, κι ένα γραφείο. Εκεί σε βρήκα να έχεις γεννήσει. Με ένα μωρό φασκιωμένο δίπλα σου. Ψυχή γύρω.
Ιδια είναι και η ερημιά εδώ πάνω, κατακαλόκαιρο που ήρθαμε. Στεκόμαστε πλάι σου. Εχω την ίδια αίσθηση όπως τότε, στο νοσοκομείο. Ελεγες πώς θα βγεις τώρα στον κόσμο, έχοντας κάνει το εξώγαμο. Οσο για εκείνον, έλεγες, να είναι πάλι χαμένος στα καφενεία, να μη νοιάζεται. Εκλαιγες. Κοιτάζω τον τάφο, διαβάζω πάλι το όνομά σου και το μυαλό μου πάει πίσω, σε εκείνη τη φοβερή μέρα.
Μα θα έχουν περάσει ώς και καμιά τριανταριά χρόνια. Κάποτε στεφανωθήκατε, τα έμαθα κατόπιν. Εκείνο το μωρό είναι τώρα ολόκληρος άντρας, παντρεμένος κιόλας. Είσαι μεγάλη πια, βάρυνες, αλλά δουλεύεις. Ακόμα πρόθυμη να χαρίσεις έτσι απλόχερα, ό,τι πιάνει το χέρι σου. Ο άντρας σου είχε από χρόνια παρατήσει τις μπογιές και ζούσε με ό,τι εσύ έβγαζες. Ωσπου θα πήγαινε κι αυτός πρώτος, καλή του η ώρα. Εσύ ούτε που τον ανέφερες πια.
Σε προφτάσαμε πέρσι. Είχαμε έρθει για ένα τοπικό συνέδριο. Παραπονιόσουν για τα πόδια σου. Τώρα μπανταρισμένα με επιδέσμους, να σέρνονται με τις σαγιονάρες. Εχω πια κουραστεί, έλεγες, τόσα χρόνια να ξενοδουλεύω. Πάλι είχες βρει κάτι να μας χαρίσεις. Ηταν των χεριών σου, είπες. Για να με θυμάστε. Λες και υπήρχε ποτέ περίπτωση να σε ξεχάσουμε.
Πόσο ωραίος είναι ο τάφος σου, έτσι νοικοκυρεμένος. Τον κοιτάζω και σε φαντάζομαι όπως παλιά. Στολισμένη με τα γιορτινά σου. Ετοιμη να φύγεις για τον τόπο σου με το καΐκι, το δεμένο εδώ από κάτω. Δεν έχει τουρίστες να ρωτάνε τα δρομολόγια, δεν έχει τις καφετέριες στη σειρά με τις πελώριες τηλεοράσεις. Ούτε τα μεγάλα ξενοδοχεία που ξεφύτρωσαν, το ένα μετά το άλλο, στην άλλοτε απέραντη αμμουδιά. Μόνο η μυρωδιά από το φασκόμηλο που τώρα το πυρώνει ο ήλιος. Τέτοια ώρα ψυχή δεν έχει έξω, όλοι λουφάζουν. Ελα, ψήσε μας τώρα έναν καφέ.


Τελευταίο βιβλίο του Δ. Φιλιππίδη είναι το «Ολυμπος Καρπάθου» (Μέλισσα, 2018).
 



Δεν υπάρχουν σχόλια: