Σάββατο, 10 Μαρτίου 2018

Δύο διηγήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και του Έντγκαρ Άλαν Πόε

..............................................................


 Δύο διηγήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και του Έντγκαρ Άλαν Πόε









 Ναπολέων Λαπαθιώτης
(1888 - 1944)









 




·      «Ε.Β


διήγημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τη συλλογή «Τα Μαραμένα Μάτια και άλλες ιστορίες» (επιμ. Ν.Σαραντάκος,  εκδ. Ερατώ, 2011)



   Μόλις είχα τελειώσει ένα χιμαιρικό διήγημα του Πόε – τη «Σκιά», τη «Σιωπήν», ή κάτι άλλο – και με πήρ’ ένας γλυκός ύπνος, από κείνους που η ψυχή καταποντίζεται μέσα, βαθιά, σα λάγηνος μέσ’ τα νερά· δεν είχα κλείσει ακόμα καλά τα μάτια, και είδα ένα όνειρο έτσι ζωντανό και καθαρό, που τώρ’ ακόμα, το συγχίζω με την πραγματικότητα, και δεν ξέρω αν ήταν όνειρο, αλληγορία, ποίημα – ή μην απλό επεισόδιο της ζωής.

                                                                  ***

   Στην αρχήν, η σκιαγραφία παρίστανε μια κάμαρη, θαμπή και μυστική, κι ένας άνθρωπος ήταν σκυμμένος απάνου σε χαρτιά και μελετούσε· το φως της λάμπας, σκεπασμένο μ’ ένα σκοτεινό αμπαζούρ, δεν άφηνε παρά έναν κίτρινον κύκλο στη μέση, ακριβώς εκεί όπου ήταν σκυμμένη η σιλουέτα του μελαγχολικού ανθρώπου· όλα τ’ άλλα ήταν αυστηρά βυθισμένα στο σκοτάδι.
   Τα μάτια του ανθρώπου δε μπόρεσα ποτέ μου ναν τα ιδώ· τα διαισθανόμουν όμως, καθώς συμβαίνει μέσ’ τα όνειρα, νευρικά και αεικίνητα, πολυάσχολα και διαπεραστικά σατανικά· ο άνθρωπος ήταν μόνος και δεν είχε συντροφιά παρά τον κίτρινο κύκλο της λάμπας, και τον παλιό πάπυρο, που με το χέρι του χάραζε σύντομα καβαλιστικά σημεία, κάποιους αριθμούς και κάποια σχήματα με μυστικές τρομερές σημασίες…
   Μιαν ώρα έκλεισε τα χαρτιά, σηκώθηκε ολόρθος και στράφηκε προς το μέρος μου· και τη στιγμή που επρόκειτο να ιδώ τη μορφή του, ένα προαίσθημα γοργό με χτύπησε κατάκαρδα σαν αποκάλυψη.
   Ο άνθρωπος αυτός δεν είχε μορφή.
   Ναι, ο άνθρωπος αυτός δεν είχε μορφή· το πρόσωπό του ήταν ένα χάος, εν άμορφο χάος, κι όποια φυσιογνωμία περνούσε απ’ το μυαλό σου, δια μιας γινόταν δική του. Ήταν ένας απροσδιόριστος Πρωτεύς ή καλύτερα ένας αλλόκοτος καθρέφτης που καθρέφτιζε κάθε τι, χωρίς ναν του ανήκει, έν’ ανακλαστικό φαινόμενο καταπληκτικό, από κείνα που μόνον ή έξαλλη φαντασία των κοιμισμένων μπορεί να διανοηθεί και να ενσαρκώσει.
   Ένα ζευγάρι ματογυάλια μοναχά, περασμένα στ’ αυτιά, ένα στόμα που είχε διαρραγεί σε ένα πολυσύνθετο χαμόγελο· μα όλ’ αυτά φευγαλέα, ρέοντα, μαγικά, σαν ένα καλειδοσκόπιο που ένα χέρι παιδιού θα το ‘στρεφεν αδιάκοπα, μέχρις ιλίγγου…
   Κι έτσι περνούσαν απάνω του μορφές, μορφές-μορφές βιβλικές, προφητικές, ρωμαϊκές, διπλωματικές, θρυλικές, ένα σωρό φυσιογνωμίες που έμπαιναν φευγαλέα μέσ’ το κυκλικό πλαίσιο του προσώπου του, κι έφευγαν με την ίδια γληγοράδα χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη, ένα αιώνιο κατρακύλισμα μορφών μέσα σ’ ένα πηγάδι.
   Και τη στιγμή που πήγαινε να μιλήσει, να πει τι θέλει, ποιος είναι, ξαφνικά, ένα κουμπί είχε πατηθεί – κι η σκηνογραφία είχεν αλλάξει.

                                                                   ***

   Τώρα ήμουν μόνος σε μιαν ακρογιαλιά κι έπληττα φρικτά· ένας ουρανός μολυβένιος ήταν απλωμένος απάνου απ’ όλα, κι όλα είχαν πάρει το χρώμα της στάχτης· μια ψιλή βροχή, θαρρώ, έπεφτε πού και πού, ένα μονότονο θρόισμα από στάλες απάνω σε βράχους κι εγώ περπατούσα μουγγός και βαρύς, κι ένας κρυερός άνεμος ερχόταν κατά διαλείμματα και με φιλούσε στο λαιμό· η θάλασσα είχε αποκάμει να δέρνεται και το φλίφλισμά της ήταν αποκανωμένο, σαν ένας άνθρωπος που δέχεται την ήττα, και υποτάσσεται σ’ αυτή…
   Απ’ τα βάθη των οριζόντων τότε πρόβαλε μια βάρκα· στην αρχή δεν ξεχώριζα απ’ την πέρα μαυρίλα, όμως σιγά-σιγά το πανάκι της διεγράφη λευκό και πλησίασε προς τα βράχια όπου στεκόμουν…
   Κι από την άλλη μεριά, μέσ’ από ένα δρομάκι χωμένο μέσ’ τις ψηλές πέτρες, φάνηκε τότε ένας άνθρωπος που πήγαινε στο απάντημά της. Ήταν ένας τυλιγμένος σ’ ένα βαθύ μανδύα, με το καπέλο χωμένο στα μάτια και τα βήματά του έκαναν έναν ξερόν κρότο, ρυθμικό, κι ο άνεμος ανέμιζε το μανδύα του και τον έκανεν ολοένα γοερά να πλαταγίζει.
   Η βάρκα ήρθε τότε κοντά, και είδα πως ήταν άδεια· το πανάκι κυμάτιζε μόνο, και μια μαγική δύναμη έσπρωχνε το σκάφος ίσα στην ξηρά· όταν έφτασεν εκεί, άραξε μόνη στην αμμουδιά κι εστάθη· ήταν πολύ μικρή κι ευκολοσύντριφτη, και το πέλαγος πέρα ήταν πολύ μαύρο…
   Κι ο άνθρωπος πήγε και κείνος κοντά, και με τα μάτια μέτρησε το χάος…
   Ήταν πολύ βαρύς και συλλογισμένος, δεν είχε κανένα κοντά του, βύθισε τα μάτια στη θάλασσα, μπροστά, πίσω· κάτι είχε χάσει…
   Αμφιβολίες είχαν γεννηθεί στην ψυχή του, και δισταγμοί, δισταγμοί. Είχε την όψη ανθρώπου που προσπαθεί να συγκεντρωθεί και να ταχτοποιήσει την ακαταστασία και την φλόγα της ψυχής του.
   Και πήγα κοντά του. Άμα με είδε ξαφνιάστηκε, θέλησε ίσως, βιαστικά, να πηδήσει στη βάρκα· όμως τον είδα· ήταν ο ίδιος.
   Ναι, ήταν ο ίδιος, είχε πάντα τα ιδία ματογυάλια και το στόμα του ήταν παντοτινά διαρρηγμένο σ’ ένα πολυσύνθετο χαμόγελο· μα οι μορφές, οι μορφές είχαν γίνει καπνός.
   Τώρα είχε μια μορφή.
   Τώρα είχε μια μορφή κατασταλαγμένη, ανθρώπινη· πολύ απλή και θλιμμένη κι ήταν η μορφή του καθώς όλων των ανθρώπων που περνάν απ’ τους δρόμους…




.....................................................





Έντγκαρ Άλαν Πόε
(1809 - 1849)













 




·                                                                                           «Σκιά»


 διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849)
 (από τις «Ιστορίες μυστηρίου και φαντασίας»
  μτφ. Ντενίζ Ρώντα, εκδ. Παπαδόπουλος, 1999)




                                                 ΠΑΡΑΒΟΛΗ

                     Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου…

                                                                         ΚΒ’ Ψαλμός Δαυίδ



   Εσείς που διαβάζετε είστε ακόμα στους ζωντανούς; Όμως εγώ που γράφω θα έχω προ πολλού περάσει στη χώρα των σκιών. Γιατί στ’ αλήθεια, παράξενα πράγματα θα συμβούν και μυστικά θα γίνουν γνωστά και πολλοί αιώνες θα παρέλθουν, προτού αυτά τα απομνημονεύματα φανερωθούν στα μάτια των ανθρώπων. Κι όταν φανερωθούν, θα υπάρξουν κάποιοι που θα δυσπιστήσουν, κάποιοι που θα τα αμφισβητήσουν, αλλά και λίγοι που θα βρουν πολλά να συλλογιστούν μέσα απ’ αυτά τα γράμματα που χάραξε μια σιδερένια γραφίδα.
   Κείνη η χρονιά ήταν χρονιά τρόμου, αισθημάτων πιο έντονων κι απ’ τον τρόμο, που δεν μπορεί κανείς ούτε να τα κατονομάσει. Γιατί πολλά σημεία και τέρατα είχαν συμβεί και, πέρα ως πέρα, πάνω από θάλασσα και από στεριά, είχε απλώσει παντού τα μαύρα φτερά της η Πανώλης. Εκείνοι, ωστόσο, που γνώριζαν τ’ άστρα, ήξεραν πως οι ουρανοί είχαν την όψη της αρρώστιας· και σε μένα, τον Έλληνα Οίνο, και σε μερικούς άλλους, ήταν φανερό ότι τώρα, στην αλλαγή του έτους επτακόσια ενενήντα τέσσερα, με την είσοδο του Άρη, ο πλανήτης Δίας έρχεται σε συζυγία με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού Κρόνου. Η παράξενη διάθεση των ουρανών, αν δεν κάνω λάθος, εκδηλωνόταν, όχι μόνο στην υλική υπόσταση της γης, αλλά και στις ψυχές, τη φαντασία και τους στοχασμούς της ανθρωπότητας.
   Ένα βράδυ, σε μια πολίχνη που την έλεγαν Πτολεμαΐδα, επτά φίλοι καθόμασταν στο δωμάτιο ενός αρχοντικού, πάνω από κάμποσες φιάλες με χιώτικο κοκκινέλι. Και δεν υπήρχε άλλη είσοδος στο δωμάτιό μας, εκτός από μια ψηλή, ορειχάλκινη θύρα. Η θύρα ήταν δουλεμένη με περισσή τέχνη από τον Κόριννο το χαλκωματά και αμπάρωνε από μέσα. Επιπλέον, σ’ αυτό το σκοτεινό δωμάτιο, μαύρα πέπλα μάς έκρυβαν τη θέα του φεγγαριού, των ζοφερών άστρων και των έρημων δρόμων – όμως δεν μπορούσαν να κρατήσουν έξω το προμήνυμα και τη θύμηση του Κακού. Γύρω τριγύρω υπήρχαν πράγματα – υλικά και πνευματικά – που δεν μπορώ να περιγράψω με ακρίβεια – μια βαριά, αποπνικτική ατμόσφαιρα, μια αγωνία και, προπαντός, εκείνη η τρομερή κατάσταση που βιώνουν οοι νευρικοί άνθρωποι όταν οι αισθήσεις τους βρίσκονται σε υπερδιέγερση, ενώ συγχρόνως οι λειτουργίες της σκέψης είναι ναρκωμένες. Μας πίεζε ένα νεκρικό βάρος. Ένα βάρος κρεμόταν πάνω απ’ τα μέλη μας, πάνω απ’ τα έπιπλα του σπιτιού, πάνω απ’ τις κούπες απ’ όπου πίναμε. Όλα ήταν βαριά και τα τραβούσε κάτω η γης – όλα, εκτός από τις φλόγες στις επτά σιδερένιες λυχνίες που φώτιζαν το γλέντι μας. Ορθώνοντας τις φωτεινές, λεπτές γραμμές τους, έκαιγαν ασταμάτητα – χλομές κι ασάλευτες· και στο καθρέφτισμα της λάμψης τους πάνω στο στρογγυλό εβένινο τραπέζι όπου καθόμασταν, ο καθένας μας αντίκριζε τη χλομάδα του προσώπου του και το ανήσυχο βλέμμα στα χαμηλωμένα μάτια των συντρόφων του. Ωστόσο, γελούσαμε, κι ευθυμούσαμε με τον τρόπο μας, μ’ έναν τρόπο υστερικό· και τραγουδούσαμε τις ωδές του Ανακρέοντα – μια τρέλα· και πίναμε ασταμάτητα, παρόλο που το κόκκινο κρασί μας θύμιζε αίμα. Γιατί υπήρχε κι άλλος ένας θαμώνας στο δωμάτιο, ο νεαρός Ζωίλος. Νεκρός, κειτόταν χάμω φαρδύς πλατύς, σαβανωμένος – φύλακας άγγελος της σκηνής. Αλίμονο! Δε μοιραζόταν τη χαρά μας, αν και το πρόσωπό του – παραμορφωμένο απ’ την πανούκλα – και τα μάτια του – απ’ τα οποία ο Χάρος είχε μόνο μισοσβήσει τον πυρετό της αρρλωστιας – έδειχναν  να ενδιαφέρονται για την ευθυμία μας, όπως ίσως παρακολουθούν μ’ ενδιαφέρον οι νεκροί την ευθυμία αυτών που πρόκειται να πεθάνουν. Αλλά, παρόλο που εγώ, ο Οίνος, ένιωθα τα μάτια του πεθαμένου πάνω μου, πίεζα τον εαυτό μου ν’ αγνοήσει την  πίκρα στην έκφρασή τους και, στυλώνοντας το βλέμμα μου στα βάθη του εβένινου καθρέφτη, τραγουδούσα με δυνατή, στεντόρεια φωνή, τα τραγούδια του γιου της Τέω. Όμως σιγά-σιγά, τα τραγούδια μου σταμάτησαν κι οι αντίλαλοί τους, κυλώντας μακριά, ανάμεσα στα μελανά παραπετάσματα της αίθουσας, έγιναν αδύναμοι και δυσδιάκριτοι, μέχρι που έσβησαν εντελώς. Και να! Ανάμεσα στις μαύρες κουρτίνες, απ’ όπου είχαν φύγει οι ήχοι του τραγουδιού, εμφανίστηκε μια σκοτεινή, απροσδιόριστη σκιά – μια σκιά σαν αυτές που πλάθει το φεγγάρι απ’ τη σιλουέτα του ανθρώπου, όταν βρίσκεται χαμηλά στο στερέωμα: όμως δεν ήταν σκιά μήτε ανθρώπου μήτε θεού μήτε και κανενός οικείου πράγματος. Και, αφού τρεμόπαιξε πρώτα στα παραπετάσματα του δωματίου, εμφανίστηκε τελικά στην επιφάνεια της ορειχάλκινης θύρας. Όμως η σκιά ήταν άμορφη, αόριστη· δεν ήταν σκιά ανθρώπου ούτε θεού – κανενός θεού της Ελλάδας ή της Χαλδαίας, αλλά ούτε και κάποιας αιγυπτιακής θεότητας. Στάθηκε πάνω στην ορειχάλκινη θύρα, κάτω απ’ το τόξο του υπέρθυρου και δε σάλευε μήτε έλεγε κουβέντα, αλλά έμενε εκεί ακίνητη. Και η θύρα όπου είχε σταθεί η σκιά, αν θυμάμαι καλά, ήταν πάνω απ’ τα πόδια του νεαρού σαβανωμένου Ζωίλου. Αλλά εμείς οι επτά, που ήμασταν συγκεντρωμένοι εκεί, είχαμε δει τη σκιά όταν έμπαινε μέσα από τις κουρτίνες και δεν τολμούσαμε να την αντικρίσουμε, αλλά χαμηλώναμε το βλέμμα κι ατενίζαμε διαρκώς τα βάθη του εβένινου καθρέφτη. Και τελικά, εγώ, ο Οίνος, μιλώντας χαμηλόφωνα, απαίτησα απ’ τη σκιά να μου πει τ’ όνομά της και τον τόπο απ’ όπου ερχόταν. Και η σκιά αποκρίθηκε: «Είμαι ΣΚΙΑ και κατοικώ κοντά στις κατακόμβες της Πτολεμαΐδας, κοντά στα σύθαμπα των Ηλυσίων, που συνορεύουν με το σκοτεινό πορθμό του Χάροντα». Και τότε, και οι επτά σηκωθήκαμε απ’ τα καθίσματά μας με φρίκη και σταθήκαμε άλαλοι, τρέμοντας κι αναρριγώντας: γιατί οι τόνοι της φωνής της σκιάς δεν ανήκαν σε μια ύπαρξη, αλλά σε πολλές, κι αλλάζοντας χροιά από συλλαβή σε συλλαβή, έφταναν αχνά στ’ αυτιά μας αξέχαστες, γνώριμες φωνές χιλιάδων πεθαμένων φίλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: