Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Τρία ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου από τη συλλογή «Μονοβασιά» (στ’ έκδοση ΚΕΔΡΟΣ,1990)

.............................................................





Γιάννης Ρίτσος (1909 - 1990)










Τρία ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου από τη

συλλογή «Μονοβασιά»  

(στ’ έκδοση ΚΕΔΡΟΣ,1990)

                    

             ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ



Χρονολογία της γέννησής μου πιθανόν το 903 π.Χ. –

       εξίσου πιθανόν

το 903 μ.Χ. Εσπούδασα  ιστορία του παρελθόντος

       και του μέλλοντος

στη σύγχρονη Σχολή του Αγώνα. Επάγγελμά μου:

λόγια και λόγια, - τι να ‘κανα; Ρακοσυλλέκτη με

       είπαν. Και τώντι.

Σύναξα, ένα σωρό φτερά στρουθοκαμήλου, απ’ τα κα-

       πέλα της υπόγειας Κόρης,

κουμπιά από χλαίνες στρατιωτών, ένα κράνος, δυο

       φθαρμένα σαντάλια,

μάζεψα ακόμη δυο σπιρτόκουτα και την καπνοσα-

       κούλα

του Μεγάλου Τυφλού. Στο Ληξιαρχείο, τα τελευταία

       χρόνια, μού δώσαν

την πλέον απίθανη χρονολογία της γέννησής μου: 1909.

Βολεύτηκα μ’ αυτήν, και μένω. Τέλος,

το  3909 κάθισα στο σκαμνί μου να καπνίσω ένα τσι-

        γάρο. Τότε

κατέφτασαν οι κόλακες· με προσκυνούσαν· μού περ-

         νούσαν στα δάχτυλα

λαμπρά δαχτυλίδια. Οι ανίδεοι δεν ξέραν

πως τα ‘χα φτιάξει εγώ με τ’ άδεια τους φυσίγγια που

        ‘χαν μείνει στους λόφους.

Γι’ αυτό ακριβώς, για την ωραία τους άγνοια, τους

         αντάμειψα πλούσια

με αληθινά πετράδια και διπλάσιες κολακείες. Πάντως

το μόνο σίγουρο: τόπος της γέννησής μου: η Άκρα

         Μινώα.

                                                          Καρλόβασι, 18. VIII.75

  


       
Ο ΧΡΟΝΟΣ


Βυρσοδεψεία, οινοποιεία, υφαντουργεία, - τι περί-

         φημα μεταξωτά,

τι δέρματα και τι εύοσμα κρασιά, περιζήτητα σε ανα-

         τολή και δύση. Τίποτα δεν προδίδει

ο χώρος τούτος απ’ τ’ αρχαία μεγαλεία. Σκουριασμέ-

         νοι φανοστάτες,

χιλιοτρύπητα σπίτια, φαγωμένα κιγκλιδώματα, πε-

         ρασμένα μπαλκόνια,

ένα περίγλυπτο παράθυρο, μια μεγάλη ντουλάπα σ’ ένα

         υπόγειο γκρεμισμένο,

ανθέμια σε πωρόλιθο, γδαρμένες αγιογραφίες, αψί-

         δες, -

η ευγένεια της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, στοχα-

        στικά συμπληρωμένη

απ’ τις φραγκοσυκιές και τα ψηλά κίτρινα αγκάθια.

        Πόσοι πόλεμοι,

πολιορκίες, λεηλασίες, σκοτωμένοι ιερείς, κλεμμένες

        εικόνες,

βρασμένο λάδι, τριπουτσέτα, κανόνια. Στο τέλος

να παραδίνουν τα κλειδιά, να παίρνουν χρυσοποίκιλτες

       πορφύρες

και ίππους ωραίους πολεμικούς – ο ένας λευκός, δυο

       κόκκινοι, δυο μαύροι. Τώρα

δεν απομένουν παρά μόνον λίγοι ψαράδες και βέβαια οι

       νεκροί. Τις νύχτες

τους βλέπουμε να σκύβουν απ’ το υπέρθυρο του φεγ-

       γαριού, τινάζοντας

μια βελούδινη φθαρμένη αλουργίδα. Τ’ άλλο πρωί

βρίσκουμε, ανάμεσα στις ξερές μαργαρίτες, τα γυά-

       λινα μενεξελιά κουμπιά τους

και κάποτε ένα κόκκινο σαντάλι δίπλα σε δυο κόκαλα

         και μια σαμπρέλα φορτηγού αυτοκινήτου.



                                                         Καρλόβασι, 28.VIII.75 


ΠΡΟΧΕΙΡΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ


Έβγαλε το ρολόι του, το κούρντισε· γδύθηκε. Μια κί-

       νηση

να ξεδιπλώσει την κουβέρτα. Κι έμεινε έτσι. Κάτι

είχε ξεχάσει·  δεν είχε τελειώσει. Το εμπόδιο:

ίσως εκείνος ο κόκκινος σάκος στην καρέκλα,

ίσως το μαύρο κασκέτο στο μπαούλο. Κι αυτόματα

στράφηκε προς το σκοτεινό καθρέφτη. Εκεί μέσα:

ο ένας γυμνός με το ‘να χέρι του υψωμένο χωρίς λόγο,

ο άλλος, γυμνός κι αυτός, μπροστά στο παλιό κομοδίνο

περνώντας στην κλωστή ένα ένα δόντια της τίγρης.



                                                    Τρίπολη, 15.Χ.76





Δεν υπάρχουν σχόλια: