Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

"Αιώνια μαζί και αιωνίως χώρια" έγραψε ο Γρηγόρης Ιωαννίδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 14.05.2018)

...............................................................

 

Αιώνια μαζί και αιωνίως χώρια

Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης, Ευθαλία Παπακώστα  
Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης, Ευθαλία Παπακώστα
Το ‘χα πει πως θα επιστρέψω σύντομα στον Νέο Κόσμο για ακόμα μία από τις φετινές παραγωγές του «τσέπης». Η παραγωγή του Δημήτρη Μπογδάνου στο Δώμα δίνει τώρα την αφορμή και ολοκληρώνει κατά την άποψή μου μια αληθινά λαμπρή χρονιά για το ρεπερτόριό του. Μία από γλυκύτερες και μελαγχολικότερες στιγμές της θεατρικής σκηνής, σπαρακτική ωδή στον χαμένο έρωτα και ακόμα ψηλότερα, στην ανθρώπινη αδυναμία, από μόνο δύο ηθοποιούς -το αρχέτυπο ζευγάρι- και με πρόταση απόδοσης τόσο απλή, τόσο ανεπιτήδευτη και τόσο μα τόσο ερωτόπληκτη.
Στον ίδιο χώρο είχαμε δει λίγους μήνες μόλις πριν πάνω κάτω την ίδια ιστορία στη «Βοσκοπούλα» -και μάλιστα με τρόπο παρόμοιο. Ε λοιπόν, δεν είναι όπως φαίνεται ποτέ αρκετό! Τώρα με το «Ορφέας και Ευρυδίκη» πηγαίνουμε ακόμα πιο πίσω, στη ρίζα της ίδιας ιστορίας που θρηνεί στους αιώνες το θαύμα και την κατάρα του ανθρώπου: από τη μια να αξίζει την αιωνιότητα και από την άλλη να ξοδεύει την αιωνιότητα σε μια στιγμή.
Πηγαίνουμε ακόμη παραπίσω, στην απόδοση ενός ευέλικτου και πολύμορφου σαν πλαστελίνη θεάτρου, καθώς πλάθει μορφές μπροστά μας, κινείται στην επιφάνεια του μύθου, παίζει, χορεύει, αφηγείται και ξαναζεί μαζί μας.
Τα ντουέτα στο θέατρο του Νέου Κόσμου έχουν πλέον δημιουργήσει σχολή. Σημασία έχει η μαρτυρία του ηθοποιού και η επαφή του -γι’ αυτό η παράσταση στο Δώμα ξεκινά με το γνωστό πια χιούμορ των νεανικών σκηνών. Ζητούν από εμάς βασικά πράγματα: πρώτον, να αφήσουμε κατά μέρος την όποια σοβαροφάνεια για να αισθανθούμε αληθινά την ουσία της προσπάθειας. Και έπειτα να μας τοποθετήσουν κατά μέτωπο προς τη σκηνή, συμμέτοχους και υπόλογους μαζί με αυτήν στη σύνθεσή της.
Διόλου τυχαία λοιπόν οι δύο ηθοποιοί βρίσκονται στην αρχή τοποθετημένοι σαν γυμνά σώματα, σαν κούκλες στις βιτρίνες καταστημάτων. Η παράσταση βάζει την αφετηρία της στο σημείο μηδέν του σωματικού θεάτρου, όταν η είσοδος των θεατών ενεργοποιεί τον μηχανισμό της, δίνει ζωή και παλμό με την ποιητική μετάσταση.
Ετσι η ιστορία ξεκινάει από την αρχή τον κύκλο της… Ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης και η Ευθαλία Παπακώστα είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα γοητευτικότερα ζευγάρια των τελευταίων ετών στο θέατρό μας. Ο καθένας είναι βέβαια από μόνος του «όμορφος»… ωστόσο αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι ο τρόπος που οι δύο ενώνονται σε μια τέτοια αρμονία, ώστε ο καθένας πια χωρίς τον άλλον θα φάνταζε ατελεύτητος και ασχημάτιστος. Αυτό έχει σημασία. Η χαρά της ένωσης πρέπει να γίνει κοινή χαρά για τη φύση που βρήκε στον έρωτα την καλή της ώρα, τη δύναμη της ζωής αλλά και την καλή τύχη που ολοκλήρωσε το έργο της.
Είναι η τύχη όμως… Ενα φαρμακερό φίδι, λέει ο μύθος, δαγκώνει την Ευρυδίκη όταν ο έρωτάς της ανθεί στην αγκαλιά του καλού της. Και ο θάνατος, απρόσμενος και πάντα εκεί, την κερδίζει. Είναι κρίμα και άδικο! Και αντιλαμβανόμαστε καλά πως αν ο Ορφέας αποφασίζει να κατεβεί στον Αδη με οδηγό την ελπίδα, δεν είναι για να φέρει πίσω την αγαπημένη του όσο για να πεθάνει μαζί της.
Τα σκηνικά της Λυδίας Κοντογιώργη, εύκαμπτες λουρίδες που ακουμπούν σε μετακινούμενα στηρίγματα, γίνονται τώρα μοχλός θεάτρου: μεταβάλλονται συνεχώς, δημιουργώντας τόπους και δρόμους. Αλλοτε περικλείουν τους ήρωες, άλλοτε τους εγκλωβίζουν -κάποτε μάλιστα μου δώσανε την εντύπωση πως μιλούν κι αυτά μαζί τους...
Αλλά ο Κάτω Κόσμος δύσκολα δίνει πίσω ό,τι απέκτησε με τόση ευκολία. Κι όταν η Ευρυδίκη πιει το νερό της Στυγός, ο έρωτάς της λησμονιέται σε μια στιγμή: θάνατος φρικτότερος κι από τη φθορά του σώματος... Ο Ορφέας θα χρησιμοποιήσει τη μουσική αυτή τη φορά σαν όπλο: με τη λύρα του θα θυμίσει στα άγρια πλάσματα του Κάτω Κόσμου πως υπάρχει λησμονημένη ομορφιά, ένας δικός τους χαμένος κόσμος. Στο στόμα του έρχονται αρχαία λόγια, από τον Ομηρο και τον Οβίδιο μέχρι τον Νικ Κέιβ: όλα φέρνουν το παραμύθι των ερωτευμένων στις γενιές των ζωντανών.
Με τον ίδιο τρόπο -και με μια κάποια πίεση εκ μέρους της Περσεφόνης...- πείθεται τελικά κι ο ίδιος ο φοβερός Πλούτωνας να κάνει την ανήκουστη χάρη και να αφήσει τον Ορφέα να φέρει την αγαπημένη του πίσω, στο φως. Μα με έναν απλό όρο, τόσο απλό: να μην την κοιτάξει μέχρι να φτάσουν στον πάνω κόσμο.
Κάτι ξέρει αυτός φαίνεται… Γιατί δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. Η επιστροφή είναι ταξίδι προς τη μνήμη και τη ζωή, και αυτά τα δύο θέλουν εκτός από λέξεις να τραφούν, σώμα να ακουμπήσουν. Ο Ορφέας όσο πλησιάζει χάνει τη δύναμή του, χάνει το κουράγιο του. Και κάποια στιγμή υποπίπτει στο προαιώνιο σφάλμα του ανθρώπου: αμφισβητεί την πίστη του. Και έτσι το πένθος επιστρέφει, τη φορά αυτή με δική του ευθύνη. Η Ευρυδίκη θα επιστρέψει για δεύτερη, οριστική, φορά στον Κάτω Κόσμο...
Ο Ορφέας θα μείνει από τότε μόνος του να θρηνεί με την τέχνη του, όχι μόνο τον έρωτα που έχασε την πρώτη φορά, αλλά και την εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που έχασε με τη δεύτερη. Θρηνεί εκείνον που μπόρεσε να δει την αιωνιότητα και να τη χάσει στο ανοιγοκλείσιμο του ματιού του.
Ο μύθος όμως δεν τελειώνει εδώ. Οι Βάκχες, λέει, δεν άντεξαν άλλο τον θρήνο του Ορφέα και τον κατασπάραξαν. Και μετά οι σοφοί θεοί, που έμαθαν τα βάσανά του, τον αποτύπωσαν μαζί με την αγαπημένη του στους αστερισμούς του ουρανού να κοιτάει ο ένας τον άλλο και να προσπαθούν να ακουμπήσουν μεταξύ τους. Τοπίο του ιδεατού έρωτα: αιώνια μαζί και αιωνίως χώρια.
Αυτό είναι το ένα γνωστό δίδαγμα της ιστορίας. Το άλλο λέει ότι ο χωρισμός έδωσε στην ανθρωπότητα τον πρώτο καλλιτέχνη ικανό να εξημερώνει άγρια θηρία με την τέχνη του... Μόνο που για να το κάνει αυτό πρέπει να πενθεί. Η ιστορία του Ορφέα διδάσκει μεταξύ άλλων πως η τέχνη για να είναι υψηλή οφείλει να είναι θρηνητική.
Ολα αυτά τα παραπάνω είδαμε -να πω καλύτερα, αισθανθήκαμε- σε μια παράσταση λίγο μεγαλύτερη της μίας ώρας, με δύο ηθοποιούς και ένα σκηνικό. Τόση είναι η δύναμη του θεάτρου να πυκνώνει και να μεταδίδει την ιστορία... Στο τέλος αληθινή συγκίνηση μας είχε καταλάβει. Γιατί; Μα γιατί άλλο; Για αυτόν τον δύστυχο Ορφέα και την καημένη Ευρυδίκη! Ποιος είπε πως χρειάζεται κάτι περισσότερο για να δούμε τον εαυτό μας στη στιγμή και την αιωνιότητα; Να καθρεφτίζεται ψηλά στους ουρανούς και στον Κάτω Κόσμο.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: