Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

"Ο Άμλετ χωρίς τον πρίγκιπα" έγραψε ο Θανάσης Βασιλείου ("Eφημερίδα των Συντακτών", 25.05.2018)

............................................................
 

Ο Άμλετ χωρίς τον πρίγκιπα

 

Θα αποφύγω τους παραλληλισμούς του σαιξπηρικού «Αμλετ» με το πανοπτικό κράτος, όπου πίσω από μια απλή κουρτίνα του κάστρου της Ελσινόρης (στη Δανία όπου εκτυλίσσεται το έργο) μπορείς να δεις και να μάθεις τα πάντα. Θα σταθώ στην τρέλα και στο καταστροφικό σπιράλ της∙ στα υπαρξιακά ερωτήματα που ακυρώνουν τις εύκολες απαντήσεις∙ ειδικά, στα σημεία όπου λιώνουν τα όρια προνεοτερικότητας και μετανεοτερικότητας του ευρωπαϊκού και ελληνικού τρόπου.
Διασταλτικά, «ο Αμλετ είμαστε εμείς»∙ κι όπου στενάζει πρίγκιπας, βογκάει ο κόσμος όλος. Ο Άμλετ μαθαίνει ότι βασιλιάς-πατέρας του δολοφονήθηκε από τον αδελφό του, τον Κλαύδιο, ο οποίος μαζί με τον θρόνο παντρεύτηκε και τη σύζυγο του δολοφονημένου και μητέρα του πρίγκιπα, τη βασίλισσα Γερτρούδη.
Ο Αμλετ, ζητάει εκδίκηση, όπως έχει υποσχεθεί στο φάντασμα του πατέρα του, αλλά τρελαίνεται ή παριστάνει τον τρελό… και, τέλος, τα πάντα καταρρέουν. Ως ευρωπαϊκό αρχέτυπο, μετατρέπεται σε πολικό αντίθετο της δράσης. Ως φιγούρα τρέλας, εκφράζει συνάμα τους παρατηρητές της, κομισάριους των Βρυξελλών, που ‒ενώ αντιλαμβάνονται πως δεν έχουν χαθεί τα πάντα‒ παριστάνουν πως δεν αντιλαμβάνονται ότι το «βασίλειό τους» μπορεί πράγματι να χαθεί.
Τι νόημα είχε άραγε η αναδρομή του Πωλ Βαλερύ –ενός εγνωσμένου Γάλλου φιλοευρωπαϊστή ‒ στην πνευματική Ευρώπη πριν το 1914, όταν έβλεπε τον δικό του «Ευρωπαίο διανοούμενο Αμλετ» στη βεράντα της Ελσινόρης να παρακολουθεί –το 1919 μετά τον Μεγάλο Πόλεμο‒ τα εκατομμύρια φαντάσματα, και να μην ξέρει τι να κάνει με τα τόσα ένδοξα κρανία;
Του Λεονάρντο που ονειρεύτηκε τον ιπτάμενο άνθρωπο και, μετά, του Λάιμπνιτς που ονειρεύτηκε την παγκόσμια ειρήνη και μετά του Καντ, που γέννησε τον Χέγκελ, που γέννησε τον Μαρξ, που γέννησε τον… Μιλούσε για άλλη Ευρώπη. Αλλά, όπως στον τρελαμένο του Σαίξπηρ, η ελληνική αντίδραση εξακολουθεί να είναι μια αμοραλιστική κομματική παρενδυσία πριγκιπικού τύπου –αλλά χωρίς πρίγκιπα, εννοείται‒, που απλά δεν δείχνει κάτι∙ κάποια κατεύθυνση.
Γιατί είναι αδιέξοδες οι προσπάθειες, οι θυσίες; Επειδή οι «απαντήσεις» πάσχουν από υπερβολική αυτοπεποίθηση, δίχως εργαλεία, ιδεολογία, μέσα και σκοπούς. Φταίνε οι συνταξιούχαι ή όχι; Είναι μεγάλος ή μικρός ο δημόσιος τομέας; Να φάνε οι άνεργοι ή να μην φάνε; Να δουλεύουμε ή να μην δουλεύουμε; Και για το καλό της χώρας, τι; «Α, το κόμμα μας. Αυτό έχει δίκαιο, άρα, η σωτηρία της πατρίδας, περνάει από τη σωτηρία του κόμματός μας και, άρα, από τη δική μας σωτηρία».
Οι καμαρίλες «λειτουργούν» σαν μηχανές που, υποχρεωμένες να κάνουν πολλές δουλειές ταυτόχρονα, στέκουν άπραγες, ψάχνουν από ποια ν’ αρχίσουν και, τέλος, τις παρατάνε όλες. Κι ο λαός σε τούτο το δράμα; Ο λαός είναι σαν αόρατο υποκείμενο. Υπάρχει κάπου –αν υπάρχει‒ και δεν ενοχλεί κανέναν τι λέει και τι κάνει, εκτός κι αν ονομάζεται Γιάννης Μπουτάρης.
Ο λαός είναι πεπεισμένος για λάθρες επαναλήψεις του υποδείγματος χρεοκοπίας: μερικοί παίρνουν την εξουσία και την χώνουν στην τσέπη. Και έτσι, πορεύεται, λογαριάζει και επιχαίρει με το «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή» και οι ένοχοι, δίχως να πολυνoιάζεται για τρόπους καταδίκης και εξάλειψης της ενοχής.
Πάντα είχε γούστο να καις τον πυροτεχνουργό, αλλά τι γίνεται, μετά, στο πολιτικό πεδίο; Αν η πολιτική λογίζεται φτηνή μεμβράνη, ψευτοβάλσαμο, πέτσα πάνω από το έλκος που το ροκανίζει η σαπίλα του, τότε, μιλάμε για τη φωλιά όπου επωάζεται ανεμπόδιστα το αβγό του φιδιού. Δεν είναι λίγοι ‒κι αν αναπνέει, συζητάει ακόμα η χώρα και σκέφτεται, σ’ αυτούς το οφείλει‒ που επισημαίνουν το έλλειμμα κατανόησης, το χάσμα εκτιμήσεων, προσδοκιών και πραγματικότητας.
Στη χαμένη δεκαετία, δημιουργήθηκε ένα παράλληλο σύμπαν για τον εαυτό του που αυτοπροσδιορίστηκε ως πολιτική ή ως πολιτικές σωτηρίας. Γι’ αυτό το σύμπαν, ο πόνος δέχτηκε διασταλτικές ερμηνείες αλλά καμία ο επιμερισμός των ευθυνών, με δεδομένη τη σωτηρία εκείνων που προσέφεραν την ανικανότητά τους στον πρώτο πλειοδότη.
Όπως φάνηκε, η Κομισιόν, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ, ούτε εταίροι ήταν ούτε αλληλέγγυοι. Και η απροβλεπτότητα της ελληνικής πολιτικής υπήρξε τρανή απόδειξη της αδυναμίας της να υπολογίσει το κόστος και τα οφέλη της κρίσης και να προχωρήσει γρήγορα σε αλλαγή του υποδείγματός της.
Εως εδώ, μένει ένα σίγουρο. Αν ο Σαίξπηρ με τον δαιμονισμένο του ήθελε να πει κάτι, στη δική μας ιστορία όχι μόνο δεν φαίνεται τέλος, αλλά ό,τι φαίνεται δεν προοικονομεί happy end. Για μία ακόμα φορά, ισχύει το ξεκλείδωμα του 1919 του Πωλ Βαλερύ για το τι παίχτηκε στον Μεγάλο Πόλεμο και, μετά, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για το τι παίχτηκε στην ελληνική κρίση και για το τι θα παιχτεί μετά την κρίση.


Πόσα υλικά, πόσοι υπολογισμοί, πόσοι συλημένοι αιώνες, πόσες ετερόκλητες ζωές χρειάστηκαν από κοινού για να γίνει εφικτό και να θρονιαστεί ως υπέρτατη μορφή σοφίας και θρίαμβος της ανθρωπότητας τούτο το καρναβάλι;

Δεν υπάρχουν σχόλια: