Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

"Κέρματα, νομίσματα, χρήματα, κόμματα" έγραψε ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ (www.kathimerini.gr, 16.03.2014)

...........................................................



Κέρματα, νομίσματα, χρήματα, κόμματα 

 

έγραψε ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ 

 

 


Ετσι όπως οι λέξεις παίρνουν με το πέρασμα του χρόνου αποστάσεις από τις ρίζες τους, για να αυτονομηθούν με τον τρόπο αυτό ακόμα και ορισμένες με διαυγέστατη ετυμολογία, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαιο ότι μόλις διαβάζει ή ακούει κάποιος τη λέξη «κόμμα», ο νους του πάει ακαριαία και φυσικά στο μητρικό της ρήμα: το «κόπτω». Κι έτσι όπως η καθημερινή χρήση της ίδιας λέξης στον ανέκαθεν υπερπολιτικολογούντα τόπο μας την έχει ταυτίσει εννοιολογικά με την πολιτική ομάδα ή τη φατρία αφενός, με το «καμπύλον σημείον στίξεως» αφετέρου, είναι πολύ λίγες οι πιθανότητες να πάει το μυαλό ανάποδα στο ποτάμι και να θυμηθεί πως με την πρώτη του έννοια το «κόμμα», ήδη στους αριστοφανικούς «Βατράχους», δήλωνε τη χάραξη νομίσματος και, λίγο αργότερα και απολύτως φυσιολογικά, το ίδιο το νόμισμα. Και επειδή ουδείς είναι λεξικό, έχω την αίσθηση πως και οι λεξικογράφοι ακόμα που συντάσσουν το σχετικό λήμμα δεν θυμούνται έπειτα από ένα εξάμηνο πως η λέξη «κόμμα» έχει και τη σημασία τού άχυρου που προκύπτει όταν αλωνίζουμε το στάρι.
Περίπου ίδια είναι η ιστορία της λέξης «κέρμα», όσον αφορά το έτυμόν της, το «κερματίζω» –που και αυτό «κόβω» σημαίνει, κομματιάζω– αλλά και τον άμεσο εννοιολογικό της εμπλουτισμό, έτσι ώστε να σημαίνει όχι μόνο μικρό κομμάτι αλλά και μικρό νόμισμα· τα ψιλά των ημερών μας σαν να λέμε, τα λιανά, που οι λεξικογράφοι τα συνδέουν με τον ισχνό και λεπτοκαμωμένο. Δεν θα ήταν πάντως παράδοξο να τα γέννησε η γλώσσα με την ίδια λογική που γέννησε μια φορά κι έναν καιρό τα «κέρματα»· με μήτρα δηλαδή όχι την εικόνα ενός λιγνού ανθρώπου αλλά των αποτελεσμάτων του ρήματος «λιανίζω»· που σημαίνει βέβαια κομματιάζω, ή μάλλον κατακομματιάζω, όπως ξέρουν όσοι έχουν λιανίσει πασχαλιάτικο οβελία, προετοιμάζοντας το πανηγυρικό τσιμπούσι της ευπρόσδεκτης εθιμικής υπερβολής.

Προς τι τώρα αυτά τα ετυμολογικά και παρετυμολογικά θα ρωτούσε κάποιος, ιδιαίτερα αν ανήκει στη μειονοτητούλα εκείνη που η υπέρ αναπτύξεως απομυζητική μνημονιακή μηχανή τής στέρησε όχι μονάχα τα χοντρά αλλά και τα λιανώματα. Προς τι... Λοιπόν, πρώτον, επειδή αρκετά κόμματα θυμούνται όλο και συχνότερα την εκ γενέσεως συνωνυμία τους με τα νομίσματα, τα χρήματα, και, για να την επαναβεβαιώσουν, ενδίδουν φθειρόμενα, διαφθειρόμενα, διαφθείροντα και διαπλεκόμενα. Και δεύτερον, επειδή, κατά κάποιον τρόπο, η γλώσσα πήρε την εκδίκησή της. Και πρέπει να καταγράψουμε έγκαιρα το συμβάν, για να την εξευμενίσουμε πριν μας τσακίσει τα κόκαλα. Ποια η εκδίκηση; Μα η μορφή που έχει προσλάβει το πολιτικό σκηνικό: Η ασύντακτη, η χαοτική μορφή που του προσέδωσε ο άγριος εμβρυουλκός των μνημονίων, ξαναζωντανεύει και επικυρώνει την ιδρυτική σημασία του κόμματος ως κομματιού, μικρού, μικρότατου παρά μεγάλου. Το πολιτικό σύστημα λιανίστηκε. Το βλέπουμε καθαρά: Τα τελευταία χρόνια τα διλήμματα για τους κομματικούς σχηματισμούς ετέθησαν με τον πιεστικότερο δυνατό τρόπο, γεγονός που δυσχέραινε τη χρήση της συνήθους διγλωσσίας. Επιπλέον, γίναμε μάρτυρες παράδοξων (τουλάχιστον με τα έως τότε κριτήρια) συνυπάρξεων και συγκατοικήσεων, που προκάλεσαν κραδασμούς ή και ενδοκομματικούς σεισμούς. Κανένα κόμμα λοιπόν δεν έμεινε αλώβητο. Και κανένας ηγέτης δεν αισθάνθηκε –και δεν αισθάνεται– απολύτως ασφαλής στη θέση του. Ακόμα και όσοι απολαμβάνουν το πλεονέκτημα του αντιπολιτευόμενου, είχαν και έχουν εσωκομματικούς τριγμούς και βολές από τα δεξιά, τα αριστερά και το χαμένο κέντρο. Γεγονός που κάνει όλο και πιο ασαφή και «πολυσυλλεκτικά» θολό τον λόγο τους, αφού πρέπει να ικανοποιεί την ίδια στιγμή τρεις και τέσσερις αντιτιθέμενες φράξιες ή συνιστώσες.

Αλλά τα κόμματα που πλήρωσαν βαριά είναι τα δύο που διαχειρίστηκαν την κρίση, την οποία άλλωστε τα ίδια σε μεγάλο βαθμό προκάλεσαν, με τη σπάταλη πελατειακή πολιτεία τους. Για τα κόμματα αυτά θα μπορούσε κανείς να προσφύγει στον Ντοστογιέφσκι και να χρησιμοποιήσει με ερμηνευτική πρόθεση και ίσως με μια δόση υπερβολής τον τίτλο του «Εγκλημα και τιμωρία»: Πληρώνουν –όχι «υπέρογκα», όπως παραπονιέται συνεχώς ο κ. Βενιζέλος, αλλά όσο αξίζει στην ασυνέπειά τους– την ανευθυνότητα, την άνευ σχεδίων αλλά και αρχών διακυβέρνησή τους: Αυτοδιαψεύστηκαν, δεδομένου ότι άλλες ήταν οι προκαλπικές δεσμεύσεις τους (ποιος θυμάται πια τα «Ζάππεια 1, 2» κτλ.)· ανέχτηκαν να κυβερνούν καθ’ υπαγόρευση και υπό επιτήρηση· παρακολούθησαν σχεδόν αδιάφοροι και πάντως χωρίς σοβαρές αντιδράσεις τον κατεδαφιστικό χλευασμό του τόπου τους και του λαού του από ξένους ηγέτες και μίντια-καλλιεργητές ενός παιδαριώδους και προσβλητικού λαϊκισμού· συγκατένευσαν στην απαλλοτρίωση τμήματος της εθνικής κυριαρχίας (οι ίδιοι το έχουν επανειλημμένα ομολογήσει, με τηλεοπτική θλίψη). Και παρά τα εξουθενωτικά μέτρα που έλαβαν, τα οποία τσάκισαν την οικονομική και κοινωνική ραχοκοκαλιά της χώρας, κατάφεραν να πολλαπλασιαστούν ιλιγγιωδώς οι άνεργοι (μα πού να πήγε εκείνο το «καμία οικογένεια με δύο άνεργους» του κ. Παπανδρέου), να πληθύνουν τα λουκέτα, να βαθύνει η ύφεση, να καταντήσει φάντασμα το κοινωνικό κράτος, να απαξιωθεί οτιδήποτε δημόσιο, υλικό και άυλο. Και να ανατεθεί η καθημερινή υπεράσπιση όλων αυτών στον θλιβερό κ. Γεωργιάδη και στον αναιτίως σίγουρο για το μέγεθός του κ. Βορίδη. Δύο κεντροδεξιούς από κούνια.

Αυτοί λοιπόν που από τηλεοπτική και πάλι συμπόνια δηλώνουν ότι συμπάσχουν και ότι υποκλίνονται στον λαό τιμώντας το θυσιαστικό του φρόνημα, και ταυτόχρονα βεβαιώνουν ότι έχουν τον τρόπο να αντιμετωπίσουν την ολονέν διαβρωτικότερη «εθνική κατάθλιψη», κατόρθωσαν να παγιωθεί η απογοήτευση. Μια απογοήτευση που στους πιο αδύναμους κοινωνικούς χώρους έλαβε τα γνωρίσματα της απόγνωσης και αποτυπώνεται και στο αστυνομικό δελτίο, όταν η αυτοκτονία δηλώνεται σαν αυτοκτονία και όχι σαν ατύχημα, για λόγους κοινωνικούς και εκκλησιαστικούς. Αυτά όμως είναι «λαϊκισμός». Και μάλλον περιττός. Αφού έτσι κι αλλιώς υπήρξε τιμωρία, αποτυπωμένη στα δημοσκοπικά ποσοστά. Αλλά και στη (συνεχιζόμενη) φυγή βουλευτών και στελεχών των δύο συγκυβερνητικών κομμάτων, που απέδρασαν προς τα δεξιά, τα ακροδεξιά, τα κεντροδεξιά ή τα κεντροαριστερά για να συμπήξουν νέο κόμμα. Ετσι, μέσα σε δυο–τρία χρόνια προστέθηκε μια ντουζίνα άδεια ονόματα–κόμματα στην κονιορτοποιημένη πολιτική γεωγραφία. «Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω», θα έλεγαν οι πολιτικοί. Γιατί και η κοινωνία, λιανισμένη είναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: