Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

"Αυτοπυρπόληση" αφήγημα του Μάριου Χάκκα (1931-1972)

.......................................................

 Μάριος Χάκκας (1931-1972)





                      Αυτοπυρπόληση

   Από καιρό θάθελα νάχα το κουράγιο για αυτοπυρπόληση. Φυσικά, όχι για κάποιο σκοπό. Από μια αιτία βαθύτερη, η αυτοκαταστροφή που φωλιάζει μέσα μου μόνιμα και που όμως δεν είναι επαρκής για να προβώ σ’ αυτό το απονενοημένο διάβημα. Ευτυχώς βρέθηκε μια σοβαρότερη αιτία: Από ώρα ο γιατρός περιεργαζόταν τις πλάκες κι η αμηχανία του όλη εκφραζόταν, με κείνη την κίνηση προς τα γυαλιά. Έφερνε το δείχτη στο κέντρο του σκελετού και τα έσπρωχνε, ενώ εγώ έβλεπα πως ήταν στερεωμένα καλά. «Καρκίνος», αναρωτήθηκα. «Πόσο καιρό θα ζήσω ακόμα; Ίσως μερικούς μήνες μονάχα».

   Πονούσα μέσα βαθιά μου και θάπρεπε από δω και πέρα αυτή η λίγη ζωή που μου έμενε να σπαταληθεί σε θεραπείες, νοσοκομεία, ξανά εξετάσεις, ό,τι ακριβώς σιχαινόμουνα, παρηγοριές και προσπάθειες καταδικασμένες και μάταιες.

   Εκείνη τη στιγμή μούρθε ξανά η ιδέα της αυτοπυρπόλησης: Ένα μπετόνι βενζίνη κι ένα κουτί στεγνά σπίρτα, κι όλα τελειώνουν. Α, βέβαια, και μερικά γράμματα ταχυδρομημένα την προηγούμενη σε μηνύματα με τις απόψεις μου ή κάτι σαν σουβενίρ από κάποιον, που τόλμησε κάτι. Μάλιστα είχα έτοιμη την επιστολή μες στο μυαλό μου κι ήταν περίπου αυτή:

   «Διαμαρτύρομαι για την κατάσταση, εννοώ αυτή την παλιοκατάσταση που παρατείνεται τις πιο πολλές φορές χωρίς λόγο, κι είμαι υποχρεωμένος από κάποια βαθύτερη αιτία η διαμαρτυρία μου να γίνει με τον τρόπο που θα γνωρίσετε σύντομα. Έτσι κι αλλιώς καμιά ζωή δεν πιάνει τόπο, όλες πηγαίνουνε στράφι, ποιος ο λόγος να συνεχίσω»;

   «Φυσικά δεν παραπονούμαι γι’ αυτά που έζησα και γι’ αυτά που δεν έζησα. Ό,τι έκαμα, καλώς καμωμένα. Δεν μετανιώνω για τίποτε. Κι αν τύχαινε να ξαναζήσω, στις ίδιες ενέργειες και παραλείψεις θα έπεφτα».

   «Παρόλο, που για όλους σχεδόν τους ανθρώπους ποτέ τα πράγματα δεν ήρθανε όπως τα θέλανε, αυτό δεν στάθηκε αιτία για ένα τέτοιο εγχείρημα. Θέλω να πω ότι δεν είναι ανάγκη να πράξουν κι άλλοι, όπως εγώ».

   Στους κοντινότερους φίλους, μαζί με το γράμμα κι ένα ραντεβού ειδοποίηση: τη τάδε ώρα, στη δείνα πλατεία. Όχι ανακοίνωση για το τι μέλλω να πράξω. Έτσι παραπλανητικά, ας πούμε, να πιούμε κανένα καφέ και να τους αναφέρω και κάποιο ευχάριστο νέο. Έχω φυσικά το σκοπό μου. Τους θέλω για μάρτυρες, ν’ απολαύσουν και κάπως το θέαμα, νάχουν να μολογάνε κατόπιν στους άλλους.

   Και βέβαια κανένας δεν έπρεπε να ξέρει πως υπήρχαν λόγοι υγείας. Άλλοι θ’ απέδιδαν την πράξη στους πονοκεφάλους και στην κατάθλιψη του τελευταίου καιρού, κι άλλοι θα το πήγαιναν αλλού. Γι’ αυτό έπρεπε να εξαφανίσω κάθε τεκμήριο, εξετάσεις και πλάκες, να εξουδετερώσω ακόμα κι αυτόν τον γιατρό. Θα τούλεγα: «Ψέμματα. Τον τελευταίο καιρό, αντί να αδυνατίζω, παχαίνω». Θα κλονίζονταν. Ίσως έκανε και κείνη την κίνηση προς τα γυαλιά να τα στεριώσει. «Δος μου τα χαρτιά και τις πλάκες».

   Σχετικά με το βρωμερό μου σαρκίο, ό, τι θάμενε τελικά απ’ αυτό, θάφηνα οδηγίες γραφτές στους δικούς μου: Όχι κηδεία με δημοτική δαπάνη, επισημότητες, λόγοι και σάλια, στεφάνια με άλικα ρόδα απ’ όλους αυτούς που κατά καιρούς με σπρώχνανε κάτω απ’ τη ρόδα. Για νεκροταφείο, της Καισαριανής, σ’ ένα μέρος κάπως ψηλό να βλέπει και λίγο θάλασσα. Αν δεν υπάρχει θέση με θέα τη θάλασσα, τότε να νοιαστούν να με βάλουν δίπλα ή αρκετά κοντά στην κυρά-Μαρία, τη γειτόνισσα πούχε αγοράσει απ’ τους αγίους τόπους τα σάβανα. Να μη μ’ αλλάξουν κουστούμι. Θάναι πολύ οδυνηρό γι’ αυτούς που θα προσπαθήσουν.

   Τα εγκαύματα θάταν βαθιά. Κρεβάτι δε θάπιανα. Θα με πήγαιναν κατευθείαν στο νεκροθάλαμο. Η νεκροψία θα μού ήταν ανώδυνη. Ούτε που μ’ ένοιαζε.

   Υπήρχε κι ένας κίνδυνος ν’ αποτύχει όλη αυτή η προσπάθεια από κανένα φίλο που θα τον έπιανε την τελευταία στιγμή το φιλότιμο πετώντας το παλτό του επάνω μου, και καλά να με σώσει. Τότε θάμουν καμένος. Δεν έπρεπε να με σβήσουν πριν την ώρα μου. Αποφάσισα να κάνω τριγύρω μου ένα κύκλο φωτιάς, χαραμίζοντας λίγη βενζίνη γι’ ασφάλεια, έτσι που κανένας να μην πλησιάσει.

   Ωραία. Τώρα θάπρεπε να νοιαστώ και για το θέαμα. Θα πήγαινα κοντά στα σκαλάκια. Έτσι θα στήνονταν σαν στις κερκίδες φίλοι και περαστικοί κι από κει θα θαυμάζαν αυτό το ανθρώπινο βεγγαλικό, ένα υπερθέαμα που θάχουν να το λένε στα παιδιά τους για χρόνια.

   Κι ενώ ολούθε θα καψαλίζομαι, θα φωνάζω για την παλιοζωή που κατάντησε στείρα και άγονη, πως για μένα πια δεν αξίζει και πως αν αυτοί που μ’ ακούνε έχουν το κουράγιο ας συνεχίσουν με κάποια συνέπεια όμως, με κάποιον ειρμό, κι αυτά θα λέω ώσπου να μου καεί το λαρύγγι, ώσπου να πέσουν κλαδεμένα τα χέρια μου θα μουτζώνω σε κάθε κατεύθυνση, μέχρι να σωριαστώ κούτσουρο πάνω στις πλάκες.

   Επιτέλους ο γιατρός μίλησε: «Δεν είναι τίποτε». «Μήπως καρκίνος;». «Όχι, όχι. Απολύτως τίποτε. Χαμογελούσε. Και παρ’ όλο που τα γυαλιά τώρα είχαν στη μύτη του, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τα στεριώσει. Μούκοψε όλη τη φόρα. Τότε πήγα κι εγώ σπίτι μου, έκανα ένα γερό φαγοπότι, έριξα κι έναν ύπνο και το πρωί που ξύπνησα μούχε φύγει κι αυτή η ιδέα.

Η "Αυτοπυρπόληση" ανήκει στη συλλογή αφηγημάτων-διηγημάτων του Μάριου Χάκκα που ονομάζεται "Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες" (εκδόσεις "Κέδρος", 14η έκδοση,Ιούλιος 1987)


Δεν υπάρχουν σχόλια: