Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

"Ο αμετάφραστος Παπαδιαμάντης" γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης ("Αθηνόραμα", 22-28/12/2011, τ.606)

...........................................................
















Ο αμετάφραστος 
Παπαδιαμάντης



γράφει
ο Κωστής Παπαγιώργης

Όταν μια γραμματεία διαθέτει έναν συγγραφέα πρώτου μεγέθους ο οποίος παραδόξως πώς - δεν γίνεται να μεταφραστεί σε ξένη γλώσσα, το φαινόμενο είναι θετικό μέχρι απεριορίστου θαυμασμού. Πράγματι, ο Παπαδιαμάντης δεν μεταφράζεται, "γυρισμένος" στην αγγλική ή τη γαλλική θυμίζει ανούσια ηθογραφία, αδέξιο δραματούργημα ή ατυχές λογοτέχνημα. Το ακριβώς αντίθετο μπορούμε να πούμε ότι ισχύει για τον Καζαντζάκη. Ενώ ελληνιστί η γλώσσα του ενοχλεί μέχρι σημείου να σε "πετάει" εκτός σελίδας, γαλλιστί ή αγγλιστί διαβάζεται απρόσκοπτα, καθότι το λεβεντοκαμαρωμένο ιδίωμά του δεν γίνεται αισθητό. Επ' αυτού η απορία που γεννιέται ειναι διδακτική: πως ένας τύποις καθαρευουσιάνος γίνεται δεκτός στην καρδιά του νεοέλληνα σαν θερμή σαρκοφανέλα, ενώ ένας κραχτός δημοτικιστής δεν τα καραφέρνει;
   Παραθέτουμε μια απλή παράγραφο από το "Κρυφό Μανδράκι" (1906): "Ο γερο - Γρούτσος ανέκρουσε πρύμνην. Ήτο παραμονή Χριστουγέννων και είχε λογαριάσει να επιστρέψει πριν ξημερώσει η εορτή, εις την νήσον του, δια να φέρει εις τον Γιάννην τον Μπόζαν, τον χασάπην, τα ολίγα αρνιά, τα οποία είχεν εμπιστευθεί εκείνος εις έναν κολλήγαν του, εις τα πέρα χωρία, 'όπως χρησιμεύουν δια την εορτήν. Και τώρα εβασίλευεν ο ήλιος της παραμονής, ήλιος λοξά βαδίζων βραχύν δρόμον εις μίαν άκρην τ' ουρανού, και αυτός άπρακτος και ντροπαλός επόδιζεν εις μίαν έρημον ακτήν της νήσου του. Ω, εκεί ήτο πεπρωμένον να κάμη Χριστούγεννα την χρονιάν εκείνην!" 
   Έχει κάποιος την εντύπωση ότι η παπαδιαμαντική γλώσσα ή το ιδίωμα του Σκιαθίτη, τέλος πάντων, δεν καθαρευουσιανίζει, απεναντίας έχει βρει έναν τρόπο να μιλάει λαϊκά, λαϊκότατα με γραμματική και σύνταξη λόγιες, που προφυλάσσουν το νόημα παρά το διαστρεβλώνουν. Στα "Ρόδιν' Ακρογιάλια" η αμεσότητα δεν αφήνει καμμία αμφιβολία: "Ένδεκα χρόνια να μπαίνη, να βγαίνη, να στρώνεται, να κατιάζη, να ντιρλικώνη ένα περίδρομο, να μπεκρολογά, να νεκροκοιμάται, να μη ξεκουμπίζεται, να ψοφολογά, να κολλάη σαν κολλιτσίδα, να μην πιάνεται σαν την κόνιδα, να τον διώχνης και να μην ξεκουμπίζεται, να τον ξορκίζης και να μην γκρεμοτσακίζεται. Μάγια του έχουν καμωμένα, καλά κι ό ίδιος το λέει".
   Το φρόνημα του Σκιαθίτη δεν ήταν εξαρχής γλωσσικό, απέναντίας αφορούσε την ψυχική περιγραφή της κοινότητας στην οποία τον ωθούσε ο άεργος βίος του στην Αθήνα (μονήρη - φευ - και άεργο περιπατητήν), όπου ζούσε σαν "ξένος" ασκώντας το έργο του λογοτεχνικού κηδεμόνα της Σκιάθου. Ο Καρκαβίτσας έγραφε για τα ντόπια ήθη : " Πάρε μας, φωτογράφησέ μας πριν σβήσουμε. Η άλλη γενιά δεν θα μας προλάβει", αντίθετα ο Παπαδιαμάντης ( που δεν... έφυγε ποτέ από τη Σκιάθο) ομολογούσε : "Γράφω απλώς τας αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας".
   Έπινε μέχρι τέλους. Κάπνιζε μέχρι τέλους. Και, φυσικά, έγραφε αθανατίζοντας την κοινότητα ως τόπο ταφής του. Εξ ου και η αιώνια "οσμή ευωδίας". 
     

Δεν υπάρχουν σχόλια: