Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

Το Κράτος, η Εκκλησία, η Αριστερά" έγραψε ο Κύρκος Δοξιάδης / "Εκκλησία και κράτος: δυναμικές αλλαγής" έγραψε ο Αντώνης Λιάκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13 & 12.11.2018)

...............................................................
 

Το Κράτος, η Εκκλησία, η Αριστερά

 

 
EUROKINISSI/ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ
Αναμφίβολα, η μισθοδοσία των κληρικών και η διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι πολύ σημαντικά ζητήματα. Κατά την άποψή μου όμως, η σπουδαιότητά τους όσον αφορά τον χωρισμό Κράτους-Εκκλησίας είναι δευτερεύουσα.
Στην «Εφ.Συν.» του περασμένου Σαββάτου (10-11/11/2018), διαβάζουμε σε άρθρο του πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ Νίκου Σηφουνάκη με τίτλο «Η εμπειρία της αναθεώρησης του Συντάγματος το 1998» τα σχετικά με την «τύχη» της πρότασης που είχε συντάξει και που αφορούσε την απεμπλοκή των λειτουργιών του Κράτους από εκείνες της Εκκλησίας και την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου: «...για να γίνει κατανοητό το κλίμα εκείνων των ημερών, σημειώνω ότι τρεις βουλευτές συνάδελφοί μου ζήτησαν να αφαιρεθεί η υπογραφή τους από το κείμενο και κατά την ψηφοφορία την πρόταση υπερψήφισαν μόνο 12 από τους 53 που την είχαν υπογράψει.
Επιχειρήθηκε τότε η θρησκευτική τρομοκράτηση, επιστρατεύτηκε ο σκληρός πυρήνας των συντηρητικών και ακροδεξιών στοιχείων, τα οποία έφτασαν μέχρι και σε προπηλακισμό μας». Το «κλίμα εκείνων των ημερών» δεν αναφέρεται βέβαια στην εποχή του Παπάγου ή της ΕΡΕ, αλλά σε εκείνην της «εκσυγχρονιστικής» διακυβέρνησης Σημίτη.
Η «ταμπακέρα» του όλου ζητήματος βρίσκεται πρώτα και κύρια στη θρησκευτική ορκωμοσία των κυβερνήσεων και στον αγιασμό των εναρκτήριων συνεδριάσεων της Βουλής. Η υποδοχή του Αγίου Φωτός με τιμές αρχηγού κράτους μπορεί να εντυπωσιάζει και να εξοργίζει με την οπισθοδρομική της γραφικότητα, αλλά ίσως γι’ αυτό ακριβώς μακροπρόθεσμα είναι λιγότερο βλαπτική. Την ορκωμοσία των κυβερνήσεων σε ιερωμένους και τον αγιασμό της Βουλής τα έχουμε αποδεχτεί στην «πολιτική καθημερινότητά μας» - θα μας ξένιζε αν έλειπαν. Ας το θέσω λίγο πιο προκλητικά: είναι οι τελετουργίες εκείνες που καθιερώνουν την ηγεσία της Εκκλησίας ως αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής ζωής.
Ακόμα χειρότερα: Παρότι σύμφωνα με το πολίτευμα ο -εκλεγμένος με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο Αρχηγός του Κράτους, οι συγκεκριμένες τελετές αποτελούν έμμεση πλην σαφή ένδειξη ότι «δεν έχουν ακριβώς έτσι τα πράγματα». Τόσο η ορκωμοσία ενώπιον ιερέων όσο και η ευλογία που δίνουν οι τελευταίοι ανελλιπώς κάθε χρόνο στις εργασίες του κοινοβουλίου δεν είναι παρά συμβολική υπενθύμιση πως η εκτελεστική αλλά και η νομοθετική εξουσία λογοδοτούν στον Θεό διαμέσου των εκπροσώπων του.
Εάν υπάρχει ένας «αρνητικός ορισμός» της δημοκρατίας, τούτος θα μπορούσε να είναι: Δημοκρατία είναι το πολίτευμα εκείνο που αποτελεί έμπρακτη άρνηση της άποψης πως «αν δεν υπάρχει Θεός όλα επιτρέπονται». Με άλλα λόγια: Στη δημοκρατία εξ ορισμού ο Θεός είναι περιττός. Η ίδια η δημοκρατία αφ’ ενός νομιμοποιεί τον εαυτό της και αφ’ ετέρου εξασφαλίζει πως κανείς δεν υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας που κατέχει εις βάρος των συμπολιτών του.
Τα παραπάνω δεν χρειάζεται να είναι κανείς ούτε αριστερός ούτε άθεος για να τα αποδέχεται. Είναι οι καταστατικές αρχές της δημοκρατίας, όπως αυτές θεμελιώθηκαν από την εποχή του Διαφωτισμού επί τη βάσει του σεβασμού της λαϊκής κυριαρχίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ας γίνουμε όμως τώρα λίγο πιο πρακτικοί.
Σε πρόσφατο άρθρο μου στην «Εποχή» («Ενα πρακτικό ζήτημα για την Αριστερά», 4/11/2018), επισήμανα το γεγονός πως η «αμηχανία» που προξενείται ακόμη και στην Αριστερά απέναντι στο ζήτημα έχει να κάνει με τη διπλή συγκρότηση της νεοελληνικής ταυτότητας ως ταυτόχρονα ελληνικής και ορθόδοξης, μέσα από τη συνδυασμένη λειτουργία ιδεολογικών μηχανισμών -εκπαιδευτικών, πολιτικών, νομικών-, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον 19ο αιώνα και ύστερα. Εδώ θα πω δυο λόγια για το πολιτικό «διά ταύτα». Ποιες είναι οι πολιτικές επιπτώσεις αυτής της έμπρακτης και αέναης «τελετουργικής αμφισβήτησης» των αρχών επί των οποίων θεμελιώνεται η δημοκρατία;
Το μεταξικό τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» δεν ήταν ένας τυχάρπαστος συνδυασμός «αξιών». Ούτε βέβαια ήταν τυχαίο ότι εξακολούθησε μεταπολεμικά να επικρατεί ως νομιμοποιητικό ιδεολόγημα στον κουτσουρεμένο κοινοβουλευτισμό του μετεμφυλιακού αντικομμουνιστικού κράτους. Στις μέρες μας, που κάποιοι -ιδίως στο μόρφωμα της συστημικής Ακροδεξιάς που συνιστά η Ν.Δ. στη σημερινή της μεταμόρφωση- προσπαθούν μετά μανίας να το επαναφέρουν, η θεσμική εξακολούθηση της τελετουργικής πρωτοκαθεδρίας της Εκκλησίας στα πολιτικά μας πράγματα αποτελεί ισχυρότατο έρεισμα σε αυτή τους την προσπάθεια.
Οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, όσο παραμένουν εξαρτημένοι από την ευλογία αλλά και από το «χρίσμα» των ιερωμένων, θα διατηρούνται στην πολιτική μας αυτοσυνειδησία ως κάτι το εμφυώς συντηρητικό, εγγενώς ανεπαρκές ως όχημα ριζοσπαστικών ή έστω απλώς προοδευτικών αλλαγών. Και η ενός λεπτού σιγή για κάποιους αλλόφρονες εθνικόφρονες θα εξακολουθεί να γίνεται αποδεκτή ως αυτονόητη.

* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
................................

Εκκλησία και κράτος: δυναμικές αλλαγής


 
EUROKINISSI/ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ
 
έγραψε ο Αντώνης Λιάκος
("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.11.2018)
Η ανησυχία από την (προ)συμφωνία πρωθυπουργού - αρχιεπισκόπου, για τη μισθοδοσία του κλήρου και την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, μπορεί να περιγραφεί ως «φόβος για τις συνέπειες από μια συνάντηση ενός αναξιόπιστου κράτους με μια ανυπόληπτη ιεραρχία». Φράση ενός σοφού ιερέα.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία είναι βέβαια ο μεγαλύτερος οργανισμός δίπλα στο κράτος, είναι όμως διφυής. Το πνευματικό και τελετουργικό της περιεχόμενο είναι αρχέγονο, αλλά η ίδια, ως θεσμός, είναι δημιούργημα του ελληνικού κράτους. Στην Ελλάδα δηλαδή δεν είχαμε ένα θεοκρατικό κράτος, ή ένα κράτος με διπλή καταγωγή, θρησκευτική και κοσμική, ώστε να τεθεί κάποια στιγμή ζήτημα διαχωρισμού εκκλησίας - κράτους.
Εδώ έχουμε μια κρατική εκκλησία, την οποία ίδρυσαν οι Βαυαροί κατά τα πρότυπά τους, της οποίας τον Καταστατικό Χάρτη τον ορίζει το κράτος, και η οποία λειτουργεί κατά τους νόμους και τους κανόνες του.
Οι εκκλησιαστικές κοινότητες, οι ενορίες, δεν ήταν εξαρχής κρατικοποιημένες. Και γι’ αυτό τους ιερείς, ώς τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., τους πλήρωναν οι ενορίτες με δικές τους εισφορές. Η κρατικοποίηση της εκκλησίας χρειάστηκε δεκαετίες για να συντελεστεί και συντελέστηκε σε μια στιγμή που ξαναφτιαχνόταν το ελληνικό κράτος στον εμφύλιο. Το 1945 οι κληρικοί περιήλθαν στο κρατικό μισθολόγιο. Εκτοτε άρχισε η διελκυστίνδα με την εκκλησιαστική περιουσία.
Τι σημαίνει όμως τώρα «συνάντηση ενός αναξιόπιστου κράτους με μια ανυπόληπτη ιεραρχία»; Εκείνο που φοβούνται οι μητροπολίτες αλλά και οι απλοί ιερωμένοι είναι δύο πράγματα. Το πρώτο, αν το κράτος θα αποδίδει το ποσό με το οποίο καλύπτει τη μισθοδοσία των κληρικών στην εκκλησία, τακτικά και χωρίς περικοπές, και το δεύτερο, ποιος και με ποιον μηχανισμό, και υπό ποίου τον έλεγχο θα αναλάβει τη διαχείρισή του. Ο πρώτος φόβος είναι γενικευμένος και εμποδίζει μεγάλους θεσμούς να αποκτήσουν την αυτονομία τους.
Ο ίδιος φόβος και στα πανεπιστήμια. Αν τους πεις, όπως είπαμε στον Διάλογο για την Παιδεία, ένα ενιαίο ποσό για κάθε πανεπιστήμιο το οποίο θα το χειρίζεται κάθε πανεπιστήμιο και από το οποίο θα πληρώνει και το μόνιμο προσωπικό του, η αντίδραση των πανεπιστημιακών θα ήταν πανομοιότυπη.
Θα αποδίδονται τα χρήματα και ποιος θα τα χειρίζεται; Η αντίδραση βέβαια μοιάζει με την προσκόλληση του μικρού παιδιού στη μάνα του, επειδή φοβάται ότι θα το εγκαταλείψει. Πράγμα που εμποδίζει την ενηλικίωσή του. Και το ζήτημα για μια δημοκρατία είναι η ενηλικίωση των θεσμών. Αυτονομία και ενηλικίωση είναι σαν την κότα με το αυγό.
Ποιοι συγκεκριμένοι φόβοι υπάρχουν στην εκκλησία; Αφενός οι δεσποτάδες φοβούνται ότι διαχείριση των χρημάτων από τον αρχιεπήσκοπο θα δημιουργήσει έναν κεντρικό θεσμό που θα περιορίσει την αυτονομία τους. Αφετέρου οι παπάδες φοβούνται ότι θα βρεθούν στο έλεος των μητροπολιτών. Οι δε περιφερειακές εκκλησίες (Κρήτη κ.λπ.) ότι θα περιοριστεί η αυτονομία τους.
Οι φόβοι αυτοί είναι υπαρκτοί, αν δει κανείς τα πράγματα στατικά. Αλλά εδώ βρίσκεται η σημασία της συμφωνίας, αν τη δει κανείς δυναμικά. Αν αναρωτηθεί δηλαδή πώς θα δημιουργήσει μια νέα δυναμική, με μεγαλύτερη εμβέλεια από τη διαχείριση των οικονομικών. Και η δυναμική αυτή ακούει στο όνομα αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας.
Μια παρένθεση εδώ: αν στην ιστορία των πόλεων, οι δρόμοι απέκτησαν όνομα και τα σπίτια αριθμό, αυτό έγινε όχι ως αποτέλεσμα μιας διαταγής, αλλά της εισαγωγής του ταχυδρομείου, που έπρεπε να βρίσκει τον παραλήπτη. Αν οι άνθρωποι απέκτησαν σταθερό επίθετο, αυτό ήταν αποτέλεσμα της φορολογίας, της νομικής κατοχύρωσης της ιδιοκτησίας κ.λπ. θεσμών του νεωτερικού κράτους.
Αλλά και στην παραδοσιακή κοινωνία, αν αναφερόμαστε στην περίφημη ελληνική παραδοσιακή κοινότητα, αυτή δημιουργήθηκε από τη μορφή της οθωμανικής φορολογίας κατά κοινότητες. Η συμφωνία επομένως πρωθυπουργού-αρχιεπισκόπου πρέπει να ιδωθεί όχι στατικά, αλλά υπό το πρίσμα αυτής της δυναμικής.
Η αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας είναι επιβεβλημένη. Ο τρόπος, ο μηχανισμός με τον οποίο θα γίνει η διαχείριση των οικονομικών της εκκλησίας θα είναι αποφασιστικός για τον χαρακτήρα της, αλλά και ευρύτερα, για το μέλλον των σχέσεων κράτους - εκκλησίας. Οχι μόνο για τα οικονομικά ζητήματα, αλλά και για τα πνευματικά. Γιατί οποιοσδήποτε διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, αν δεν αλλάξει η ίδια η εκκλησία, θα κάνει τα πράγματα χειρότερα, όχι καλύτερα.
Στην εκκλησία υπάρχει ένας περίεργος φεουδαλισμός, που ακούει στο όνομα «δεσποτοκρατία». Ο ισχύων συνοδικός τύπος διεύθυνσης της εκκλησίας σημαίνει ότι ο αρχιεπίσκοπος είναι όμηρος των ιεραρχών και ο απλός κλήρος υπό το έλεος του τοπικού μητροπολίτη, χωρίς θεσμικούς ελέγχους και δικλίδες ασφαλείας. Πώς πρέπει να οργανωθεί η εκκλησία; Ο Καταστατικός Χάρτης έχει κομβική σημασία. Είναι τώρα ευκαιρία, αλλά θέλει στήριξη, για μια συζήτηση στην οποία πρέπει να δημιουργηθεί μια προοδευτική συμμαχία από την πλευρά της πολιτείας και να ακουστούν με παρρησία οι φωτισμένες και συνετές φωνές μέσα στην εκκλησία.
* ιστορικός, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια: