Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Από την «ΛΕΣΧΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ» και την «Περιπέτεια της επιβατικής άμαξας» του Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον (1850 - 1894) (μτφ. Τάσος Δενέγρης, εκδ. «Άγρα», 1985)

.............................................................


 





 Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον (1850 - 1894)











·       Από την «ΛΕΣΧΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ» και την «Περιπέτεια της επιβατικής άμαξας» του Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον (μτφ. Τάσος Δενέγρης, εκδ. «Άγρα», 1985)


   Ο ΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ ΜΠΡΑΚΕΝΜΠΟΥΡΥ ΡΙΤΣ είχε διακριθεί ιδιαιτέρως σ’ έναν από τους μικρότερους ανταρτοπολέμους στην Ινδία. Αυτός είναι που έπιασε αιχμάλωτο, με τα ίδια του τα χέρια, τον αρχηγό της ανταρσίας· η ανδρεία του τον έκανε αντικείμενο παγκόσμιου θαυμασμού και  όταν γύρισε στην πατρίδα, εξαντλημένος από το άσχημο τραύμα μιας σπαθιάς και έναν παρατεταμένο τροπικό πυρετό, η υψηλή κοινωνία ήταν έτοιμη να τον υποδεχτεί σαν μια ελάσσονα διασημότητα.
   Διακρινόταν όμως για την ανεπιτήδευτη σεμνότητα του χαρακτήρα του· ο κίνδυνος ήταν μέσα στο αίμα του, αλλά η προσωπολατρία τον άφηνε αδιάφορο· περίμενε λοιπόν σε λιμάνια του εξωτερικού και στο Αλγέρι μέχρι  η φήμη των ανδραγαθημάτων του να φτάσει στο κατακόρυφο κι ύστερα ν’ αρχίσει να ξεχνιέται.
   Έφτασε τελικά στο Λονδίνο στην αρχή της σεζόν και πέρασε απαρατήρητος, παρά τους φόβους του για το αντίθετο, και καθώς ήταν ορφανός και δεν είχε παρά κάτι μακρινούς συγγενείς που ζούσαν στην επαρχία, ήταν σχεδόν σαν ένας ξένος που εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα της χώρας για την οποία είχε χύσει το αίμα του.
   Την επομένη της επιστροφής του δείπνησε μοναχός του σε μια στρατιωτική λέσχη. Αντάλλαξε χειραψίες με κάτι παλαιούς συναδέλφους και δέχτηκε τα θερμά τους συγχαρητήρια αλλά, καθώς όλοι γενικώς είχαν κάτι να κάνουν το βράδυ, κατέληξε εντελώς μόνος. Φορούσε επίσημο ένδυμα γιατί σχεδίαζε να πάει θέατρο. Η μεγαλούπολη ήταν γι’ αυτόν μια καινούρια εμπειρία· τελειώνοντας ένα επαρχιακό σχολείο είχε μπει σε στρατιωτικό κολλέγιο κι από εκεί κατευθείαν στις Ανατολικές κτήσεις της Αυτοκρατορίας· είχε τάξει στον εαυτό του μια ποικιλία τέρψεων μέσα από αυτόν τον κόσμο που έμελλε να εξερευνήσει. Στριφογυρίζοντας το μπαστούνι του αποφάσισε να κατευθυνθεί δυτικά. Ήταν ένα γλυκό βράδυ, είχε πέσει ήδη το σκοτάδι και κάθε τόσο φαινόταν πως θα βρέξει. Τα πρόσωπα που έβλεπε στο φως των φαναριών διέγειραν τη φαντασία του υπολοχαγού κι είχε την εντύπωση ότι θα μπορούσε να περπατάει συνεχώς σ’ αυτή την παρορμητική ατμόσφαιρα της πόλης, τριγυρισμένος από το μυστήριο της ζωής τεσσάρων εκατομμυρίων ατόμων. Έριξε μια βιαστική ματιά στα σπίτια και διερωτήθηκε τι μπορούσε να συμβαίνει πίσω από τα καλοφωτισμένα παράθυρα· εξέταζε κάθε πρόσωπο, κι έβλεπε πως καθένα από αυτά ήταν απορροφημένο από κάποιαν άγνωστη έγνοια ή ενδιαφέρον, ένοχο ή ευγενικό.
   «Λένε για τον πόλεμο», σκέφτηκε, «αλλά τούτο είναι το μεγάλο πεδίο μάχης της ανθρωπότητας».
   Τότε άρχισε να διερωτάται πώς έγινε να περπατήσει τόσην ώρα σ’ έναν χώρο τόσο περίπλοκο και να μη συναντήσει τυχαία ούτε τη σκιά μιας περιπέτειας.
   «Όλα εν καιρώ», σκέφτηκε. «Είμαι ξένος ακόμη κι ίσως το ύφος μου είναι περίεργο. Αλλά πολύ σύντομα πρέπει να μπω στη δίνη».
   Η νύχτα ήταν ήδη αρκετά προχωρημένη όταν μια καταιγιστική κρύα βροχή άρχισε ξαφνικά να πέφτει μες στο σκοτάδι. Ο Μπράκενμπουρυ σταμάτησε κάτω από μερικά δέντρα κι από εκεί είδε έναν αμαξά μιας δίτροχης επιβατικής άμαξας να του κάνει σήμα πως ήταν ελεύθερος. Η ευκαιρία είχε παρουσιαστεί την πιο κατάλληλη στιγμή, γι’ αυτό σήκωσε το μπαστούνι του σαν απάντηση και γρήγορα τρύπωσε στη λονδρέζικη γόνδολα.
   «Πού θα σας πάω, κύριε;» ρώτησε ο οδηγός.
   «Όπου σας αρέσει», είπε ο Μπράκενμπουρυ…

Δεν υπάρχουν σχόλια: