Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

"ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ" ποίημα του Νάνου Βαλαωρίτη (Νάνος Βαλαωρίτης (Nanos Valaoritis)/ facebook, 21/7/2016)

............................................................



  
 Νάνος Βαλαωρίτης
(γ.1921)









ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ




Περνώντας από το ένα στο άλλο
περνάμε απ’το ένα στο μηδέν
με τη μεγαλύτερη ευκολία
χωρίζομαι στα δύο και…μάταια
προσπαθώ να περάσω το δρόμο
η άλλη όχθη απομακρύνεται σταθερά
βρίσκομαι στο εν τρίτον της διαδρομής
ενώ η κίνηση με προσπερνάει
γύρω μου τρέχουν σαν τρελλά ταξιά
λεωφορεία, ΙΧ, τζιπς, SUV, φορτηγά
πως δεν μ’ έχουν κάνει λιώμα απορώ
κι αναρωτιέμαι αν είμαι στα καλά μου
αν δηλαδή εγώ απομακρύνομαι
απ’ την πραγματικότητα κι όχι
εκείνη από μένα – μένω άναυδος
όταν με καλεί με το δάχτυλο
ένας πολισμάνος της τροχαίας:"Τι κάνεις
εδώ καλέ μου άνθρωπε, κι εμποδίζεις
την κυκλοφορία – φύγε γρήγορα απ’τη μέση
πριν σε πλακώσουν οι νταλίκες " και τ’ άλλα
ΜΜΜ που καραδοκούν να σ’ αρπάξουν
απ’το κολλάρο και να σε ρίξουν στους λύκους
ανθρωποθυσία λένε για το καλό της πατρίδας
της παρτίδας, του πάρτυ σου – κοινός τόπος
παρονομαστής, παρήχηση, ή κατήχηση,
ή αντήχηση, ή απήχηση περιμένω
να κοπάσει ο σαματάς που έχει δημιουργηθεί
γύρω μου – ο δρόμος έχει τώρα αποκοπεί
απ’το πλήθος που έχει μαζευτεί γύρω μου
και άλλοι με χειροκροτούν και άλλοι
με λοιδωρούν ενώ άλλοι κατεβάζουν
τα βλέμματά τους τα κεφάλια τους
σαν να ντρέπονται – μια σιωπή απλώνεται
έχουν περάσει πολλά ήρθαν στην κηδεία
μαυροφορεμένες τουλάχιστον τρεις
ωραίες γυναίκες παλιές φιλενάδες
όσοι με συγχαίρουν πάνε από δεξιά
όσοι με αποδοκιμάζουν πηγαίνουν
από αριστερά, αισθάνομαι πλέον
λαπάς, δεν έχω τη δυνατότητα
να κάνω τίποτα – ούτε μπροστά
ούτε πίσω, ούτε αριστερά, ούτε δεξιά,
ούτε πάνω, ούτε κάτω και αποφασίζω
να καθίσω χάμω με τα πόδια σταυρωτά
να βγάλω το σακάκι μου, το πουλόβερ
τη μπλούζα μου (το πουκάμισο) και τη φανέλα
και να μείνω έτσι γυμνόστηθος, με γυαλιά
και φαλακρό κεφάλι όπως ο Γκάντι και
να περιμένω με την παθητική μου αντίσταση
το μοιραίο, κάποιος να με κοπανίσει
στο κεφάλι με μια τσάπα και να πέσω
απ’τη μια μεριά και να μείνω έτσι
με κλίση 30 μοιρών σαν τον πύργο της Πίζας
χωρίς να πέφτω αλλά ούτε να αναστηλώνομαι
στην κάθετη κλίση μου, κατάλαβα τότε,
πολύ αργά, ότι κάτι δεν πήγαινε άλλο
και ότι το πλήθος είχε διαλυθεί, η κίνηση
είχε αραιώσει ώσπου σταμάτησε εντελώς
η πόλη ερημώθηκε τα μαγαζιά έκλεισαν
κι έμεινα μόνος – επιτέλους μόνος,
επιτέλους, επιτέλους, επιτέλους
ΜΟΝΟΣ.

Αθήνα, 18 Ιουλίου 2008



 Από την Ποιητική Συλλογή "Στο Υποκύανο Μάτι του Κύκλωπα"
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: