Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

"Ο βασιλιάς πήρε το σαξόφωνό του" γράφει ο Γρηγόρης Ιωαννίδης - Κριτική της παράστασης του θεάτρου Βαχτάνγκοφ "Οιδίπους Τύραννος" του Σοφοκλή ("Εφημερίδα των Συντακτών" 1/8/2016)

.............................................................








Ο βασιλιάς πήρε το σαξόφωνό του










("Εφημερίδα των Συντακτών" 1/8/2016)



Λέγαμε λοιπόν την προηγούμενη φορά ότι πώς και συνέπεσε να δούμε φέτος στην Επίδαυρο όλο τον Θηβαϊκό Κύκλο και μάλιστα αντιστρόφως… – τώρα πια ξέρουμε ότι είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε και ως ρωσική τριφωνία.
Η «Αντιγόνη» πρώτα του ρωσοτραφούς Στάθη Λιβαθινού, οι «Επτά» έπειτα, από τον επίσης ρωσικής παιδείας Λιθουανό Γκραουζίνις, και τώρα ο «Οιδίπους» από το ιστορικό θέατρο Βαχτάνγκοφ της Μόσχας.
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι οι τρεις παραστάσεις στη σειρά μοιράζονται κοινά στοιχεία, με όλες τους τις αποκλίσεις να οδηγούν σε μια συντονισμένη αντίληψη για το αρχαίο θέατρο.
Κάποιος δεν θα αρνιόταν ακόμη και τη μεταξύ τους σύγκριση, τον «αγώνα». Και σε αυτόν, το θέατρο του Βαχτάνγκοφ αναμφισβήτητα θα προηγούνταν σε αυτό που λέμε «σκηνικό εκτόπισμα».
Αλλά σε πολλά άλλα, το μοσχοβίτικο θέατρο θα υστερούσε σε σύγκριση με τις άλλες παραγωγές. Είναι επόμενο.
Στη μακρόχρονη πορεία του πρόσφερε πολλά σε πολλούς (η επίδρασή του, λένε, υπήρξε μεγαλύτερη από του Θεάτρου Τέχνης στο μετεπαναστατικό θέατρο της Ρωσίας), η συνολική του αποκομιδή όμως συγκεκριμένα στον χώρο του αρχαίου δράματος υπήρξε μικρή -και χωρίς να φανούμε υπερόπτες-, πολύ μικρότερου βεληνεκούς σε σχέση με τα δικά μας Εθνικά, Αθηνών και Θεσσαλονίκης.
Απολύτως δικαιολογημένα λοιπόν αυτό που παρακολούθησα στην Επίδαυρο μου έμοιασε να έχει δύο όψεις.
Από τη μια είδαμε μια παράσταση με καθαρές και αδρές γραμμές, σοβαρές ερμηνείες, διάχυτη αίσθηση (ή τουλάχιστον πρόθεση) «μεγαλείου», αντάμα με μια δόση λαϊκού μελοδράματος.
Και από την άλλη, κολλητά στο προηγούμενο, είδαμε καινοφανείς, παράξενες και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ιδέες να τρέχουν εμβόλιμα στο υπόλοιπο σώμα.
Σαν να μας σερβίρισαν παραδοσιακό γλυκό με πρωτότυπο γλάσο. Αλλοι επικεντρώθηκαν στο γλυκό. Εγώ ξετρελάθηκα με το γλάσο.
Ας γίνω όμως πιο αναλυτικός. Η παράσταση άνοιγε αληθινά εντυπωσιακά με το εύρημα των δύο κοριτσιών (προφανώς η Αντιγόνη και Ισμήνη) να τρέχουν ανέμελες στον φυσικό περιβάλλοντα χώρο του θεάτρου.
Ακολούθησε μια δεύτερη εισαγωγική εικόνα με τον Οιδίποδα να κάθεται κάτω από χάρτινους γύπες, σημάδι ασφαλώς από το κακό και τις έγνοιες που τον τυραννούν – τι τον τραβά από την ήρεμη οικογενειακή του ραστώνη;
Και έπειτα, όσο ο Χορός και ο ίδιος ο βασιλιάς καταφτάνουν, ένας στρατιώτης ντυμένος με αρχαιοελληνική πανοπλία (να κάτι που είχαμε να δούμε καιρό στο θέατρό μας!) τρέχει αφηνιασμένος γύρω από την ορχήστρα.
Είναι ο Ετεοκλής μήπως; Ή μια μορφή που εκφράζει το καθεστώς ανάγκης στη Θήβα; (μήπως ο σκηνοθέτης πήρε στα σοβαρά τη λέξη «τύραννος» στον τίτλο;…)
Οπως και να ’χει, εκπροσωπεί το σταθερό ζητούμενο στο θέατρο του Τούμινας: την άρρητη σκηνική ενέργεια, ένα κομμάτι αμετάφραστου θεάτρου.
Σκηνική ενέργεια
Την ίδια ενέργεια εκλύει και το σκηνικό: Ενας μεγάλος κύλινδρος που κινείται μπρος-πίσω πάνω στον οποίο ο Οιδίποδας ισορροπεί όπως μπορεί (σκηνικά του Αντόμας Γιατσόφσκις).
Μεγαλειώδες: Ο νους πηγαίνει στον χαρακτήρα του σοφόκλειου κόσμου, κόσμου με δομή και γεωμετρία, ωστόσο άστατου, κινούμενου και διαρκώς απειλητικού.
Μπορεί να σε ανεβάσει και να σε συνθλίψει στην ίδια γύρα.
Στη συμπληρωματική μορφή του στρατιώτη που περιγράψαμε θα εμφανιστούν κι άλλες.
Η μία αφορά μια μαυροφορεμένη «Αθηνά». Μια άλλη μοιάζει με Ατι, έχει φτερά και συνοδεύει την Ιοκάστη στα όνειρα και τους εφιάλτες της.
Και υπάρχει ακόμη και μια ανδρική μορφή με γάζες στο πρόσωπο, ένα είδος δαιμόνιου αγγελιοφόρου, ο οποίος αληθινά θα είναι εκείνος που θα περιγράψει το φοβερό τέλος του Οιδίποδα.
Δεν θα κάνει μόνο αυτό: όταν τελειώσει τη ρήση, ο Αγγελιοφόρος θα βγάλει τις γάζες και θα αναπνεύσει ελεύθερα.
Δύσκολο να ερμηνεύσουμε τη φοβερή έμπνευση του Τουμίνας: ο Οιδίποδας κατέρρευσε, ο βασιλιάς εχάθη – η πόλη όμως σώθηκε!
Μπορούμε πια ελεύθεροι να θρηνούμε τη σωτηρία μας.
Με αυτά και μ’ ορισμένα ακόμη κατά τόπους επινοήματα, όπως εκείνο με τον Οιδίποδα να έρχεται από το βάθος, παίζοντας στο σαξόφωνο το βασικό μοτίβο της παράστασης, σε τόνους αστυνομικού φιλμ νουάρ (μουσική του Φάουστας Λατένας - η συμβολή του Θόδωρου Αμπαζή σχετίζεται μόνο με τα χορικά και μας κάνει περήφανους), λίγο-πολύ ολοκληρώνεται το «γλάσο» στη διδασκαλία του Τούμινας…
Από εκεί και πέρα στα μάτια μου απέμεινε το παλιομοδίτικο «γλυκό».
Ελληνόφωνος Χορός
Ειδικά οι διαλογικές σκηνές του Οιδίποδα: με τον Κρέοντα, τον Τειρεσία, τους δύο βοσκούς…
Οι πόζες, η κίνηση, η ερμηνεία (από εξαιρετικούς ηθοποιούς βέβαια - αλλά ας μη λέμε τα αυτονόητα)... ακόμη και τα ίδια τα κοστούμια των ρόλων έδειχναν τόσο συμβατικά ώστε να με παραξενεύουν: λευκό για τους βασιλιάδες, κόκκινο για τον ζωηρούλη Κρέοντα, μαύρα για τους υπόλοιπους, προβιές για τους βοσκούς…
Νομίζω ότι ο Τούμινας συνέλαβε σωστά -είναι άλλωστε μεγάλος καλλιτέχνης- ότι το πρόβλημα στην Επίδαυρο δεν είναι να στήσεις έναν «Οιδίποδα».
Είναι να διαλύσεις την αντίφαση που ανοίγεται ανάμεσα σε ένα θέατρο που οφείλει να είναι μαζί μεγάλο και πλατύ, λαϊκό και υψηλό, αντίφαση που λύνεται όχι με μια παράσταση, αλλά με ένα όραμα...
Θέλησε να διδάξει τον «Οιδίποδα» αρχικά σαν λαϊκό θέατρο, ακολουθώντας έτοιμα μοτίβα: ένας βοσκός με την γκλίτσα του, ένας μάντης σεπτός και μετρημένος, μια βασίλισσα θλιμμένη στα λευκά, ένας ανταριασμένος βασιλιάς με την κορόνα ετοιμόρροπη στο κεφάλι, ένας Κρέων ελαφρός, στα κόκκινα… Και εκεί να μπολιάσει τις πιο εξεζητημένες ιδέες του.
Ορισμένες στιγμές όμως το πράγμα διέφυγε στο μελόδραμα: Σε κάθε χτύπημα, ας πούμε, της μοίρας, σε κάθε ειρωνική της υπενθύμιση τον βασιλιά διαπερνά (θείο) ρεύμα… και η μουσική ξεφεύγει πολύ από αυτό που ονομάζουμε «περιγραφική»: ο διάλογος Οιδίποδα και Κρέοντα γίνεται όλος σε ένα τέτοιο μουσικό (ανατολίτικο) χαλί και συχνά η μουσική μάς ενημερώνει ότι μόλις συνέβη κάτι «σοβαρό»...
Παρατήρησα λοιπόν ότι πολλοί έφυγαν από την Επίδαυρο έχοντας κατά νου μόνο αυτή την εικονογραφημένη και μελοδραματική εκδοχή του «Οιδίποδα», λησμονώντας τις υπόλοιπες, «ενοχλητικές» ιδέες του…
Πολλοί είδαν έναν Οιδίποδα που τους «άρεσε» τόσο όσο τον αναγνώριζαν.
Φτάνουμε έτσι στον «ελληνόφωνο» Χορό. Εδώ χρειάζεται κάτι περισσότερο από μια ευγενική υπενθύμιση εκ μέρους των Ρώσων για τη «φυσική ελληνικότητά» του...
Χρειάζεται ακόμη θεωρητική κάλυψη της απόστασης ενός λαού που μιλάει σε άλλη γλώσσα από τους βασιλιάδες του…
Αλλιώς, αυτό που στον Τερζόπουλο ήταν μια διαλεκτική συνύπαρξη ετερόκλιτων στοιχείων, εδώ -ή μάλλον εκεί, στη Μόσχα, όταν μεταφερθεί η παράσταση- θα αντιμετωπίζεται μοιραία σαν κάτι φορμαλιστικό και -πώς να το πούμε;- «γραφικό» στοιχείο αναβίωσης.
Κι είναι κρίμα, γιατί σαν οργανωμένο σώμα ο Χορός του «Οιδίποδα» ήταν σπάνιας αξίας.
Ατονη Ιοκάστη
Ο Βίκτορ Ντομπρονράβοφ στον κεντρικό ρόλο είπαμε ήταν εντυπωσιακός από μόνος του, κάτοχος υψηλής τεχνικής, με ωραία φωνή.
Ωστόσο μου φάνηκε στο σύνολο της ερμηνείας του συμβατικός και κάποιες φορές μελοδραματικά πομπώδης.
Ας τον θυμάμαι όμως στην τελευταία σκηνή: Αν και αδικήθηκε από τη συρρίκνωση του τελευταίου θρήνου, ο Οιδίποδας μπροστά στους υπόλοιπους ρόλους επί σκηνής (κι άλλο στοιχείο λαϊκού μελοδράματος) κατορθώνει να συρρικνωθεί σωματικά, να δείχνει μικρός, στην αποκάλυψη της ανθρώπινης μικρότητας.
Η Ιοκάστη της Λουντμίλα Μαξάκοβα μου φάνηκε αντίθετα άτονη –ιδικά για μια τραγωδία στην οποία ο σκηνοθέτης πιστεύει ότι ανήκει κυρίως σε αυτήν!
Η παράσταση κλείνει όπως άρχισε, με μια όμορφη εικόνα.
Η σκηνή θέλει τις δύο κόρες να χωρίζουν βίαια από τον πατέρα τους και να αποφεύγουν τελευταία στιγμή τον κύλινδρο της μοίρας, την κατάρα των Λαβδακιδών, που έρχεται τώρα καταπάνω τους...
Πιο πίσω ο Οιδίποδας αποθεώνεται ανεβασμένος σε βάθρο ήττας και μεγαλείου…
Ηταν μια εκ μέρους του ρωσικού θεάτρου συγκινητική προσέγγιση στο σώμα του αρχαίου κειμένου.
Ο σκηνοθέτης, πριν αναλάβει καθήκοντα, σαν να υποκλίθηκε και να υπέβαλε τα διαπιστευτήριά του στον αρχαίο κόσμο.
Από αυτή την παράσταση σεμνής μαθητείας, απότοκο του θαυμασμού που τρέφει ο ρωσικός κόσμος για το ελληνικό πνεύμα, κρατούμε την πρόθεση ενός θεάτρου τελετουργικού, αδρού, εξ αρχής «μεγάλου».
Νομίζω ότι όταν ο Τούμινας αφέθηκε ελεύθερος να πράξει ήταν αληθινά αποκαλυπτικός.
Και όπως πιστεύω, αρχίζει γι’ αυτόν ένας μεγάλος δρόμος βασάνου και αυτογνωσίας.



Δεν υπάρχουν σχόλια: