Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Ξανά, από τη «Θοδώρα» διήγημα του Όμηρου Πέλλα (από τη συλλογή διηγημάτων «Όμηρος Πέλλας – Διηγήματα», εκδόσεις Στιγμή, 1986)

...........................................................











Όμηρος Πέλλας (1921 - 1962)







 



·       Ξανά, από τη «Θοδώρα» διήγημα του Όμηρου Πέλλα (από τη συλλογή διηγημάτων «Όμηρος Πέλλας – Διηγήματα», εκδόσεις Στιγμή, 1986)


...ΒΑΛΑΜΕ ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ στον ίσκιο της ξυλοκερατιάς, ο παππούλης τράβηξε για τ’ αμπέλι κι εγώ για τη «Σικαλίστρα», η μεγάλη ώρα είχε φθάσει. Έπιασα από ψηλότερα τη γράνα και προχωρούσα, μόνο από κει μπορούσε κανείς να μπει στη γούβα. Είχα ένα είδος πυρετό, που όσο πήγαινε και μεγάλωνε καθώς πλησίαζα. Χόρευαν στη φαντασία μου αγάλματα, σπόνδυλοι από κολόνες, λιθόστρωτα χωμένα στα κλαριά, μόνο κάπου-κάπου κανένα πουλί, που πέταγε σκιαγμένο με θόρυβο, με τρόμαζε και μου ‘κοβε τη σειρά, γρήγορα όμως συνερχόμουνα και ξανάπιανα το μυθιστόρημα από την αρχή.

   Ήταν μια κρέμαση δυσκολοκατέβατη κι ύστερα θα ‘μπαινα. Πιάστηκα από κάτι ρίζες που κρέμονταν στο βύθισμα και κατέβηκα. Είχα την αίσθηση πως μπήκα σε κόσμον άλλο, γύρω βυθίσματα, απάνω ουρανός και μπροστά μου η γούβα γιομάτη κλαριά, όχι πολύ μεγάλα, πήχτρα όμως πλεγμένα: γλατζινιές, σκίντα, σφεντάμια, βελανιδιές, αγριάμπελες, πατουλιές. Η καρδιά μου ήταν μαζεμένη, μια βαρειά σιωπή πλάκωνε τα πάντα, μόνο τζιτζίκια, αμέτρητα τζιτζίκια – έτσι μονότονα, χωρίς σταματημό τζι-τζι-τζι, μέσα στην κάψα του μεσημεριού, μου ‘διναν πιο έντονο το αίσθημα της ερημιάς μέσα σ’ ένα νεκρό τοπίο. Άρχισα να ιδρώνω, δεν ανάπνεα καν.

   Παραμέρισα με κόπο κάτι πλεγμένες πατουλιές, είπα να βγω στη μέση της γούβας, είχε ένα μέρος με κοντές κουμαριές με τα φυλλαράκια τους ολόρθα, κόκκινες οι μυτίτσες τους, ξαφνικά κάτι πήρε τ’ αυτί μου, τα κλαριά σάλεψαν – ζούδι να ‘ναι; Τέντωσα τ’ αυτί σταματημένος, ξέκρινα ανθρώπινο ψίθυρο. Ανατρίχιασα. Ένα πράγμα που έπλαθε η φαντασία μου, το αρχαίο, έσμιγε με ζωντανή αίσθηση του αναμφισβήτητου τωρινού, άνθρωποι που ζούσανε εδώ κι εκατοντάδες χρόνια, συνέχιζαν εδώ τη ζωή τους σ’ ένα χρόνο πέρα απ’ τ’ ανθρώπινο, κάτι τέτοιο. Φοβήθηκα κιόλας, άκουγα την καρδιά μου, όλα τεντώθηκαν στο έπακρο. Ξεχώρισα λέξεις.

   «Μη», ήτανε γυναικεία φωνή, «δεν κάνει», η φωνή είχε πολλή αγωνία.

   Αναμέρισα προσεχτικά τα κλαριά κι είδα. ‘Ητανε η Θοδώρα της Βασίλαινας κι ο Γιάννης του Καναβού. Είχε σηκωμένο το φουστάνι της και το χέρι του πηγαινοερχόταν πάνω στο γυμνό της πόδι, ψηλά τα πόδια της  ήταν στρογγυλά και άσπρα, λάμπανε. Εκείνον τον έβλεπα από πίσω, τα μαλλιά του αχτένιστα πέφτανε στα μούτρα του, εκείνη είχε κλειστά τα μάτια, κάτω από τον ώμο του, έβγαινε το στήθος της γυμνό. Οι ανάσες τους γίνονταν λαχανιασμένες, πέρασε εκείνος το χέρι στο μέσα μέρος του ποδιού της, μού φάνηκε σαν ένα ζώο, σύρθηκε τυφλά προς τη σμίξη.

   «Μη», ξανάπε κείνη, η φωνή της ήταν υγρή, «δεν κάνει… Μη…», κι έσβηνε παρατημένη. Σήκωσε εκείνος το κεφάλι, άνοιξε εκείνη τα μάτια και κοιτάχτηκαν, έγειρε εκείνος απάνω της κι όλα έγιναν ύστερα αποφασιστικά, αναντίρρητα, σα μοιραία.

   Τα μηνίγγια μου καίγανε, στ’ αυτιά μου μυριάδες τζιτζίκια τριβέλιζαν μονότονα, η καρδιά μου σφυρί . Χρόνος δεν υπήρχε, ούτε χώρος, μόνο ένα πυρωμένο σύννεφο υπήρχε που τύλιγε τα πάντα και τα μάτια μου, δεν είχα ιδεί άλλοτε. Μια πετρούλα έτριξε κάτω απ’ το πόδι μου και κύλησε, και ξανάρθε ο χώρος, ξαφνιάστηκαν, ανασήκωσαν κι οι δυο τα κεφάλια σα σκιαγμένα ζούδια.

   «Να φύγουμε», είπε εκείνη. Σηκώθηκαν. Εκείνη έπιασε να ταχτοποιήσει τα ρούχα της. Όπως έβανε τα στήθια της μέσα κι έστρωνε το φουστάνι της, ήρεμα, χωρίς φόβο, χωρίς ντροπή, δεν τη χώνευα, μου ‘ρθε μια στιγμή να φωνάξω να καταλάβουν πως τους είδα, να σκιαχτούν. Ήθελα πολύ να φοβηθούν. Μαζεύτηκα μόνο πιο πολύ να μη με δουν όταν πέρασαν κοντά μου. Στην άκρη στον όχτο αγκαλιάστηκαν σφιχτά και φιλήθηκαν – κάτι είπαν σύντομο κι έφυγαν.

   Όταν ήρθα στον εαυτό μου είχα μαδήσει κομματάκια-κομματάκια ένα σωρό φυλλαράκια από ‘να κουμαρόκλαρο μπροστά μου.

   Θυμήθηκα την… αποστολή μου και σηκώθηκα, ήθελα ν’ αντιδράσω. Να ‘βρισκα, λέει – να μια πέτρα, σαν ύποπτη μού φαίνεται, μια κοινή πέτρα, εγώ όμως δεν ξεγελιέμαι. Σκαλίζω λίγο με τα χέρια, και τότε αρχίζει να παίρνει σχήμα η πέτρα όπως βγάνω τα σάπια φύλλα που τη σκεπάζουν, ένας λαιμός, ύστερα χυτοί οι ώμοι, τα στήθια στητά και πλούσια, η κοιλιά, είναι μια γυναίκα – γυμνό.  Τα χέρια δουλεύουν με πυρετό, μια γυναίκα, μια θεά χρόνια θαμμένη, περιμένει να ξαναδεί το φως. Τη χαϊδεύω απαλά τη λεία πέτρα, την κοιλιά, τα χυτά στρογγυλά πόδια – τι μαλακά που ‘ναι από το μέσα μέρος. Κι ύστερα η πέτρα χάνει τη σκληράδα της, γίνεται ζεστή σάρκα που σπαρταράει στα χέρια μου, χιλιάδες μυσιδάκια πεταρίζουν κάτω απ’ το δέρμα, τα μάτια καρφώνονται ίσα μέσα στα δικά μου, τα μάτια της Θοδώρας. Πόσην ώρα παιδευόμουνα ανάμεσα Θοδώρα και μάρμαρο δεν ξέρω, κάποτε άκουσα τη φωνή του παππούλη και ανανοήθηκα.  Είχε γείρει ο ήλιος, ο παππούλης είχε σκαρίσει τα πρόβατα. Το κορμί μου ήταν ξυλιασμένο, δυσκίνητο.

   Έψαξα λίγο σ’ ένα κομμάτι στη Γούβα, ούτε κεραμίδια δεν είχε δω, γρήγορα τα παράτησα και βγήκα πάνω στις λάκκες. Βρήκα τον παππούλη, ούτε ιστορίες είχα κέφι ν’ ακούσω ούτε να διαβάσω ούτε να ζωγραφίσω.

   Το βράδυ η Σοφία τραγούδησε – μού ‘δινε στα νεύρα. Τη φανταζόμουνα ξαπλωμένη να παραδίνεται ποιος ξέρει σε ποιον, και δεν τη χώνευα…

Σημείωση: Εννοείται ότι στην ανάρτηση κρατήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: