Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

"...Ο μεγάλος συγγραφέας ξεχωρίζει ως ένας άνθρωπος που έρχεται σε ρήξη με το παρελθόν του..." Ρενέ Ζιράρ (1923-2015) Από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 12/6/2018)

..............................................................

"...Ο μεγάλος συγγραφέας ξεχωρίζει ως ένας άνθρωπος που έρχεται σε ρήξη με το παρελθόν του..."
 
Ρενέ Ζιράρ (1923-2015)



Από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 12/6/2018)

Η βασική ιδέα που διαπνέει το εγχείρημα των λογοτεχνικών αναλύσεων του Ζιράρ, είναι ότι τα σπουδαία έργα και οι μεγαλοφυείς συγγραφείς, διατρέχουν όλη την περίμετρο του κύκλου που σχηματίζει η μυθοποίηση του κόσμου κι η συνακόλουθη απομυθοποίησή του. Επομένως, ένας συγγραφέας είναι μεγάλος στο μέτρο που έχει καταφέρει να νικήσει τις ψευδαισθήσεις του, χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε μια βαθύτερη αλήθεια. Όποιος υποκρίνεται στο ξεκίνημά του (είτε μιλάμε για την τέχνη, είτε μιλάμε για τη ζωή που τέμνονται με περισσότερους τρόπους απ' όσους φανταζόμαστε), ότι δεν έχει ψευδαισθήσεις, λέει ψέματα ή, αν λέει αλήθεια - πράγμα σπάνιο -, δεν έχει καμιά διαδρομή να διανύσει, συνεπώς δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον η περίπτωσή του. Η πρώτη ύλη για μια γοητευτική πορεία στην τέχνη ή τη ζωή, είναι η ύπαρξη ψευδαισθήσεων. Πάνω σ' αυτό το απόθεμα δουλεύει κάθε αξιόλογος άνθρωπος και κάθε σημαντικός καλλιτέχνης, χάρη σ' αυτό κατακτά το δικαίωμα να εξελιχθεί και να ωριμάσει, τόσο ο ένας όσο κι ο άλλος.




Το λυπηρό με την εποχή μας, είναι ότι οι νέοι άνθρωποι παρουσιάζονται από νωρίς αρκετά κυνικοί. Θα 'λεγε κανείς ότι δεν έχουν εξιδανικεύσει τίποτα, ώστε να διατρέχουν τον κίνδυνο να το δουν να καταρρέει μπροστά στα μάτια τους, αλλά πάνω σ' αυτό ο Ζιράρ θα διαφωνούσε: πίσω από την πιο ακραία κυνική ή αμοραλιστική πόζα, κρύβεται η αλαζονεία ενός ρομαντικού που υποφέρει από "κακοπιστία". Στην ανάλυση του "Ξένου" που επιχειρεί, πιστεύει ότι ανακαλύπτει το παράδειγμα αυτού του τύπου ανθρώπου στον ήρωα του Καμύ, αλλά δεν με βρίσκει εντελώς σύμφωνο: ο Μερσώ δεν είναι κυνικός, ούτε κακόπιστος, είναι "στείρος", ένα πλάσμα που αρνείται να "γεννήσει" οτιδήποτε, μια ηθική στάση, ένα παθιασμένο συναίσθημα, μια ιδέα, μια αληθινή φιλία, έναν σοβαρό ερωτικό δεσμό, όχι από ρομαντική αλαζονεία ή αίσθηση ανωτερότητας αλλά από μια διαβρωτική αθωότητα (η τέλεια "αθωότητα" του Μερσώ είναι σαν την τέλεια "καλοσύνη" του πρίγκιπα Μίσκιν: ικανή να προκαλέσει ένα έγκλημα ή να διαμορφώσει την ηλεκτρισμένη εκείνη ατμόσφαιρα εντός της οποίας το Κακό μπορεί να εμφανιστεί) που λίγο-λίγο κατατρώει την ατομικότητά του, και σταδιακά την μετατρέπει σε φάντασμα. Αυτός ο άνθρωπος, δεν διεκδικεί καμιά υπόσταση, δεν νιώθει ούτε περηφάνια, ούτε ντροπή για τα -ελάχιστα, έτσι κι αλλιώς- χαρακτηριστικά του, είναι μια αντι-προσωπικότητα, ένα "αγνό ζώο" θα μπορούσαμε να πούμε. Σε αντίθεση με τον ρομαντικό ήρωα της εποχής του Βινύ, με τον οποίο συγκρίνεται, αλλά και με όλους τους ρομαντικούς και μετα-ρομαντικούς (όπως ο άνθρωπος του "Υπογείου"), δεν αντιτάσσει την περήφανη και πλούσια σε διαστάσεις και πτυχές υποκειμενικότητά του στον κόσμο, αλλά τη στειρότητα και το αναφαίρετο δικαίωμά του σ' αυτήν. Ο Καμύ λέει πως έχουμε να κάνουμε μ' έναν άνθρωπο που "αρνείται να παίξει το παιχνίδι", κι αυτή η μυστηριώδης -και ίσως επίτηδες ασαφής- δήλωση του συγγραφέα, κάνει τον Ζιράρ να συμπεριλαμβάνει τον Μερσώ στη χορεία των "αλαζόνων" της μεγάλης λογοτεχνίας, δίπλα στον Σατερτόν, τον κύριο Τεστ, τον αφηγητή του "Υπογείου", τον Ροκαντέν ή τον Ζαρατούστρα. Αυτός, όμως, δεν φωνάζει όπως οι άλλοι -ο καθένας με τον τρόπο του- αυτό που λέει ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι, "εγώ είμαι μόνος μου κι αυτοί είναι όλοι μαζί"• το μόνο που ζητά, και μάλιστα εντελώς αόριστα, χωρίς να προσπαθεί, να επιθυμεί έντονα ή να οργίζεται, είναι να τον αφήσουν ήσυχο να "μαραίνεται" επαναλαμβάνοντας τα καθημερινά τελετουργικά μιας ασήμαντης ζωής, η οποία, ωστόσο, τον ευχαριστεί. Καίτοι ελάχιστα ρεαλιστικός ως χαρακτήρας -αφού δεν υπάρχει άνθρωπος τόσο "αθώος" που να μπορεί να ζήσει απαλλαγμένος απ' τα βάσανα μιας, έστω υποτυπώδους, συνείδησης-, ο Μερσώ με τη στάση του, απαντάει σιωπώντας στο ερώτημα του Νίτσε: "Τι θέλει ένα σώμα; Τι μπορεί και στο όνομα ποιου κυρίαρχου συμφέροντος;"• στο όνομα κανενός συμφέροντος, λοιπόν, ιδού ένα σώμα που δεν θέλει τίποτα και γι' αυτό μπορεί να υπάρχει καθαρό, "παράλογο" και αδικαιολόγητο, όπως ο ήλιος και η θάλασσα που τελικά σφραγίζουν τη μοίρα του. Κι αυτός τελικά πέφτει θύμα των ψευδαισθήσεων του, αλλά ποτέ δεν υποστήριξε ότι δεν έχει αυταπάτες, βασικά ποτέ δεν υποστήριξε τίποτα γιατί δεν ενδιαφέρεται να μας πείσει για τίποτα.




Ο νέος τύπος του ρομαντικού, αντίθετα, θέλει να παρουσιάζεται ως απαλλαγμένος από κάθε ψευδαίσθηση, ως κάτοχος μιας επώδυνης αλήθειας "με το καλημέρα σας" που λέμε, κι αυτή του η σιγουριά ότι "ξέρει", είναι η καλύτερη απόδειξη του πόσο βαθιά χωμένος είναι στην ψευδαίσθηση που αρνείται. Μεγαλώνοντας, ίσως διαπιστώσει ότι η απόλυτη άρνησή του να πιστέψει σε οτιδήποτε, ήταν ήδη μια μορφή πίστης. Καμιά αλήθεια δεν χαρίζεται a priori και στα λόγια, πρέπει να τη συναντήσεις απροσδόκητα, σπάζοντας τα μούτρα σου πάνω της. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, δεν υπάρχει σκεπτόμενος άνθρωπος που να γλιτώνει απ΄ την απογοήτευση, γιατί η ίδια η απογοήτευση είναι το τεκμήριο ότι υφίσταται σκέψη κι ότι έχει σημειωθεί μια εξέλιξη, ότι έχει διανυθεί ένας δρόμος (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όσο περισσότερο ζει κανείς, τόσο πιο πολύ απομακρύνεται απ' τους μύθους της νεότητάς του: είναι πολλοί αυτοί που παραμένουν δέσμιοι των ψευδαισθήσεών τους, μέχρι τα πιο βαθιά γεράματα). Ο μεγάλος συγγραφέας, κατά τον Ζιράρ, ξεχωρίζει ως ένας άνθρωπος που έρχεται σε ρήξη με το παρελθόν του, με όλα εκείνα που κάποτε πίστεψε βαθιά και που το έργο του δεν είναι τίποτα άλλο από μια συνεχιζόμενη και μόνιμα ατελεύτητη προσπάθεια να ξεμπερδέψει μαζί τους.
Κι η ζωή, όμως, όπου έχει μια κάποια αξία κι ένα ενδιαφέρον, σχετίζεται βαθιά με αυτή τη διαλεκτική της μυθοποίησης και της απομυθοποίησης. Ξεκινάει κανείς πεπεισμένος ("χθεσινό αβγό, ζεστός απ' την κοιλιά της μάνας του", όπως έγραφε κι ο Παπαγιώργης), με την αρμαθιά του από μύθους, να ξεκλειδώσει όλα τα μυστήρια της ύπαρξης και των ανθρώπων, κι αν διαθέτει λίγο ταλέντο στη ζωή -λίγοι αυτοί που το διαθέτουν άλλωστε-, με τον καιρό διαπιστώνει πως δεν είχε ιδέα, ότι η μοναδική του περιουσία ήταν οι αυταπάτες του. Παρά ταύτα, είναι σημάδι ανωριμότητας να μέμφεται κανείς τους νέους για τις απόλυτες θέσεις τους, γιατί αυτές θα τους επιτρέψουν να βγουν στον κόσμο ορμητικά κι αφού έχουν πάρει μια γερή δόση πραγματικότητας, να τις αναιρέσουν μία προς μία.


 Μικρό βιογραφικό του

Ρενέ Ζιράρ
192
3 – 2015

Γάλλος φιλόσοφος και ακαδημαϊκός, γνωστός και ως «ο νέος Δαρβίνος των ανθρωπιστικών επιστημών».
Ο Ρενέ Ζιράρ (René Girard) γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 1923 στην Αβινιόν της Γαλλίας. Σπούδασε μεσαιωνική ιστορία και ξεκίνησε την καριέρα του ως θεωρητικός της λογοτεχνίας, που ενδιαφερόταν για όλες οι κοινωνικές επιστήμες: την ιστορία, την ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, τη θεολογία.
Δίδαξε σε πολλά γνωστά πανεπιστήμια των ΗΠΑ, όπως το Ντιουκ, το Τζονς Χόπκινς και κυρίως το Στάνφορντ, όπου ήταν διευθυντής του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας, Λογοτεχνίας και Πολιτισμού.
Αν και δεν ήταν γνωστός στο ευρύ κοινό, τα βιβλία του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και «προσέφεραν μία τολμηρή και ευρεία άποψη για τη φύση, την ιστορία και το ανθρώπινο πεπρωμένο», σύμφωνα με το Στάνφορντ.
«Επηρέασε συγγραφείς, όπως ο βραβευμένος με Νόμπελ Τζον Κούτσι και ο Μίλαν Κούντερα», επισημαίνει το Στάνφορντ, ενώ έγραψε εκτενώς για τη διαφορετικότητα και την ενότητα των θρησκειών.
Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τα έργα του: «Ρομαντικό ψεύδος και μυθιστορηματική αλήθεια» («Ίνδικτος»), «Το εξιλαστήριο θύμα:Η βία και το ιερό» («Εξάντας»), «Σαίξπηρ, οι φλόγες της ζηλοτυπίας» («Εξάντας»), «Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν» («Εξάντας»), «Η αρχαία οδός των ασεβών» («Εξάντας»).
Ο Ρενέ Ζιράρ πέθανε στις 4 Νοεμβρίου 2015 στο Στάνφορντ της Καλιφόρνιας, σε ηλικία 91 ετών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: