Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

"...Ο Πλάτωνας, η Κούλα, η Ειρήνη, ο Γιώργης και η Μόνικα..." από το βιβλίο του Δημήτρη Χαντζόπουλου "Αχ, και να 'ξερες τι μου θύμισες..." (εκδ. Άγρα, 1991)

..............................................................


                          Ο Πλάτωνας







Παλιός χασικλής και φοβερός τύπος. Δουλεύαμε μαζί στ' αχλάδια. Λάτρευε την όπερα κι άμα του 'λεγες για τον Καζαντζίδη του 'ρχόταν αναγούλα. Μια φορά ο γιος του κάτι είχε κάνει σε μια γύφτισσα κι όταν πέρασε απ' τη γειτονιά της τον περικυκλώσανε καμιά εικοσαριά γύφτισσες και την είχε άσχημα. Και τι του λέει το μυαλό του; Άκου, ξεβρακώνεται μπροστά στις γύφτισσες κι αυτές τα χάσανε και τσουπ κάνει και το σκάει. Ξεβράκωτος. Δαίμων, σου λέω, μεγάλος δαίμων.



                             Η Κούλα





Η Κούλα μια ζωή κουβάλαγε πλανίδια γι'΄αυτό και τη φωνάζανε Πλανιδού. Πούθε τα 'παιρνε πού τα πήγαινε ούτε ξέρω. Όταν γέρασε πήγε στο γηροκομείο κι αν σου πω τι έκανε θα τρελαθείς. Όλη τη μέρα ξεσκάτωνε τους γέρους, μάλιστα κύριε, ξεσκάτωνε τους γέρους. Καλά αυτή η γυναίκα πρέπει ν' άγιασε αλλά θα σου πω και κάτι να γελάσεις. Κατά το απογευματάκι όταν τέλειωνε πήγαινε στο προάυλιο τσιτσιδωνότανε, χειμώνα-καλοκαίρι μιλάμε, και πλενόταν με το λάστιχο μπροστά σ' όλους.


                             
                             Η Ειρήνη





Ερωτεύτηκε τον άντρα της το Γιώργη όταν τον είδε για πρώτη φορά πάνω σ' ένα άλογο μ' ένα κατακόκκινο φεσάκι, ήταν ταχυδρόμος κι είχε πολλά άλογα και μάλιστα τα εμπορευότανε. Εκείνη τη χρονιά παραδόξως είχε χιονίσει και μόλις τον είδε του πέταξε μια μπάλα χιόνι, τότε την ερωτεύτηκε και κείνος. Ήταν πολύ όμορφη. Όταν άρχισε να γερνάει, η Ειρήνη σταμάτησε να ζυγώνει τους καθρέφτες. Δεν κοιτιόταν ποτέ κι όταν καμιά φορά έβλεπε το Γιώργη να ξυρίζεται μπρος στον καθρέφτη του 'λεγε: "Όφου καημένε, πώς αντέχεις και θωρείς τη μούρη σου;"  


                              
                             Ο Γιώργης





Νάτος! Οι άλλες ούτε ξέρω ποιες είναι. Μπορεί να 'ναι κι αδερφάδες του. Του Γιώργη που λες, τ' άρεσε ν' ανακατεύει τις συλλαβές των ονομάτων γιατί πίστευε πως με την αστυνομία... "Ποτέ δεν ξέρεις". Για παράδειγμα Ξαρμ ήταν ο Μαρξ και Κόρκυς ο Κύρκος. Εμένα με φώναζε Μπαΐκοβα. Λάτρευε τη Φυσική και τ' άρεσε να εμβαθύνουμε στα μυστήριά της. Συζητάγαμε πώς γίνεται η ύλη ενέργεια κι η ενέργεια ύλη και γιατί δεν χρησιμοποιούμε αυτό το κόλπο για να στέλνουμε δέματα. Δηλαδή το δέμα να γίνεται ενέργεια να πηγαίνει με τα καλώδια στην Άρτα φερ' ειπείν, και στην παραλαβή να ξαναγίνεται ύλη. 


                            Η Μόνικα




Όταν ήμαστε στο Δημοτικό την είχαμε ερωτευτεί όλοι και έκανε πολύ παρέα με την Αγγελική μια άλλη συμμαθήτριά μου. Μια μέρα ο δάσκαλος μ' είχε βγάλει από την τάξη, θα 'χα κάνει καμιά διαολιά, κι ήμουνα στο σκάμμα και πήδαγα άλμα εις μήκος μόνος μου. Κάποια στιγμή τη βλέπω που 'ταν κι αυτή έξω, αποκλείεται να την είχε βγάλει ο δάσκαλος γιατί καθόταν πρώτο θρανίο κι ήταν πολύ ήσυχη. Μόλις την είδα άρχισα να τρέχω και να πηδάω σαν το δαιμονισμένο. Αυτή με πλησίασε κι όπως ήμουν πεσμένος στην άμμο μου 'δωσε μια κεφτέδα και μου 'πε: "Πάρε". Την πήρα, την έφαγα γρήγορα γρήγορα κατακόκκινος κι άρχισα να ξαναπηδάω. Κείνη τη μέρα πρέπει να 'κανα παγκόσμιο ρεκόρ, σοβαρά μιλάω, δεν κάνω πλάκα.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: