Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

«Η κρυφή πληγή» Εισαγωγικό κείμενο του Χριστόφορου Λιοντάκη (1945-2019) στην ανθολόγηση διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ο Ερωτικός Παπαδιαμάντης» (εκδ. ΠΑΤΑΚΗ, 2010)

..............................................................




Χριστόφορος Λιοντάκης (1945-2019)








·       «Η κρυφή πληγή»

Εισαγωγικό κείμενο του Χριστόφορου Λιοντάκη (1945-2019) στην ανθολόγηση διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ο Ερωτικός Παπαδιαμάντης» (εκδ. ΠΑΤΑΚΗ, 2010) 






ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΚΡΙΤΙΚΟΙ και βιογράφοι του Παπαδιαμάντη τον αντιμετώπισαν και τον αντιμετωπίζουν διεκδικώντας ο καθένας για τον εαυτό του το δόγμα της μοναδικής αλήθειας, αγνοώντας και υποβαθμίζοντας σημαντικές πλευρές του έργου του. Ορισμένοι περιορίστηκαν στον άκρατο εγκωμιασμό, κατέφυγαν σε γραφικά επίθετα και υπερβολές, γεγονός που μετρίασε την εγκυρότητα των απόψεών τους.
   Η σοβαρή διαμάχη για το έργο του Παπαδιαμάντη διεξάγεται ανάμεσα στους υπέρμαχους της ελληνορθόδοξης παράδοσης και στους μελετητές με επιστημονικές μεθόδους – σε τελευταία ανάλυση θετικιστικές. Και οι δύο αυτές τάσεις, με τις έτοιμες θεωρίες και μεθόδους τους, δεν απέφυγαν τους δογματισμούς και κατέληξαν σε βεβιασμένα συμπεράσματα. Η πρώτη, με λάβαρό της τον ελληνοκεντρισμό και τη δική της ορθοδοξία, συρρίκνωσε την καλλιτεχνική υπόσταση του Παπαδιαμάντη, υπερτόνισε τη θρησκευτικότητά του και την προσήλωσή του στην παράδοση, χρησιμοποίησε θολά ιδεολογήματα και ασαφείς όρους, μετατρέποντάς τον σε σύμβολο και λάβαρο των θέσεών τους. Αγνόησε έτσι και απέκρυψε σημαντικές διαστάσεις του έργου του, όπως τον ερωτισμό και τον παγανιστικό αισθησιασμό, την καταγραφή κοινωνικών προβλημάτων κ.ά. Η δεύτερη τάση υποβάθμισε τη λογοτεχνική αξία του παπαδιαμαντικού έργου, εμπλέκοντάς το σε άσκοπες ηθογραφικές κατατάξεις και μάταιες κοινωνιολογικές αναλύσεις. Κυρίως όμως του καταλόγισε έλλειψη πλοκής, επαναλήψεις, απουσία μεθόδου. Δεν έλειψε πάντως και μια τρίτη κατηγορία, η οποία, ακολουθώντας ακραίες ψυχαναλυτικές ερμηνείες, κατέληγε σε εξωφρενικά συμπεράσματα.
   Ωστόσο ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, προφητικός και ενορατικός από τα είκοσι δύο του κιόλας χρόνια, δίνει το στίγμα της ψυχικής τους διάθεσης, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του «σκοτεινό τρυγόνι».
   Πράγματι, σε όλη του τη ζωή βαραίνει πάνω του μια σκιά μελαγχολίας. Μια μελαγχολία που νομίζω ότι δεν οφείλεται μόνο στις βιοτικές μέριμνες και στις οικονομικές δυσκολίες του, αλλά κυρίως σε ψυχικούς μώλωπες, που τον σημαδεύουν ανεξίτηλα, τον οδηγούν στην απομόνωση καιν τον καθιστούν αποσυνάγωγο. Το εξομολογείται ο ίδιος με μοναδικό και αφοπλιστικό τρόπο στα «Ρόδινα ακρογιάλια»: «Μόνος· μόνος με τους λογισμούς μου, εις την διάκρισιν του κύματος, εις το έλεος του ανέμου και της τρικυμίας. Όταν έχει τις πληγήν, βαθείαν κρυφήν, εις την θάλασσα πρέπει να πλέει μόνος, ολομόναχος».
   Ο Παπαδιαμάντης έχει συνειδητοποιήσει ότι μοίρα του είναι η απόκλιση και η απομόνωση. La dirita via era smarita, η ευθεία οδός έχει χαθεί, γράφει χαρακτηριστικά στα «Δαιμόνια στο ρέμα». Αποστρέφεται έτσι τις κοινωνικές επαφές, απορρίπτει κάθε ευκαιρία επαγγελματικής αποκατάστασης.
   Ο Παπαδιαμάντης κρατά καλά κρυμμένο το μυστικό του και απέχει από τους φιλολογικούς και λογοτεχνικούς κύκλους. Καταφεύγει στη χειρωνακτική εργασία της μετάφρασης, στις αγρυπνίες του Αγίου Ελισσαίου και στις παννυχίδες των ενοριακών ναών. Αλλά και στα ταπεινά καφενεία, στα περιθωριακά μπακάλικα-μαγέρικα, στους απλούς βιοπαλαιστές, τους απόμαχους και τους απόκληρους. Εκεί όπου άγραφος νόμος προστατεύει τα προσωπικά των θαμώνων και μια ιερή συνωμοσία υψώνει τείχος στους περίεργους. Εκεί κανένας δεν ρωτά, δεν μιλά για γάμους και κοινωνικές αποκαταστάσεις. Όλα κυλούν στη σιωπή και στην αποδοχή μέσα από το νηπενθές αλκοόλ. Και είναι όλα αυτά μια κάποια λύτρωση.
   Η φύση είναι ένα άλλο μεγάλο καταφύγιο. Μέσα στη φύση ο Παπαδιαμάντης εκστασιάζεται όπως ένας μυστικός μπροστά σε ένα θείο όραμα. Ηλεκτρίζεται, της αφήνεται και του αφήνεται, την αφομοιώνει και τον αφομοιώνει. Γίνονται ένα. Θρησκεύεται και εκκλησιάζεται μέσα στην ιεροτελεστία της φύσης. Βιώνει τη χριστιανική θρησκεία μέσα από το τελετουργικό της ορθοδοξίας. Ο κατεξοχήν φιλέορτος παθιασμένος υμνωδός έχει κάτι από την απλότητα και τη χάρη των πρώτων χριστιανών. Δεν είναι ούτε ζηλωτής, ούτε θρησκόληπτος, ούτε ευσεβιστής.
   Γοητεύεται από τα ναΰδρια, τα μονύδρια και τις υπαίθριες τελετές υπό το φως της Σελήνης, των άστρων και των κεριών, όπου όλα συγχωρούνται και μιλιούνται, παλιές και νέες λατρείες σμίγουν, ο Διόνυσος, ο Άδωνις και ο Χριστός συνυπάρχουν, ο συμβατικός χρόνος καταργείται και λειτουργεί το θαύμα.

                                                                       ***

Το φωτοστέφανο της αγιοσύνης του Παπαδιαμάντη, όπως ήδη σημείωσα, είναι μια πλαστή εικόνα. Ο Παπαδιαμάντης κατατρύχεται και βασανίζεται από πάθη. Αδιάψευστοι μάρτυρες τα ίδια τα γραπτά του. Χαρακτηριστική είναι η εξομολόγησή του στο διήγημα «Η Φαρμακολύτρια»: «…Εβδομηκοντάκις επτά θα είχον τώρα ανάγκην να περιζώσω τον ναόν της Αγίας Αναστασίας!... Τοσάκις είχε περιεζωσμένην την καρδίαν μου η άκανθα της πικράς αγάπης, τοσάκις την είχε περισφίγξει το ερπετόν πάθος, το δολερόν… Ευλαβούμην την Αγίαν, ησχυνόμην να ομολογήσω προς εμαυτόν, ότι ήμην, οψέ ήδη της ηλικίας, λεία του πάθους και έρμαιον…»  και το τέλος του διηγήματος, όπου ανατρέπεται όλο το κλίμα της συντριβής και της μετάνοιας, καθώς ο αφηγητής χαίρεται διότι η αγία δεν εισάκουσε τη δέησή του, κι έτσι ξαναβυθίζεται στον πόνο των παθών του: «Ύπνος τότε με κατέλαβεν, εις το στάδιον όπου εκαθήμην. Ο ύπνος ήτο άνευ ονείρων, όλα τα όνειρα τούτα είχεν αφαιρέσει η εγρήγορσις. Μόνον ενδομύχως εις το βάθος της συνειδήσεώς μου, μία φωνή, ήτις ωμοίαζε με χρησμόν, ηκούσθη αμυδρώς να ψιθυρίζη· «Ύπαγε, ανίατε, ο πόνος θα είναι η ζωή σου…»
   »Εξύπνησα. Εσηκώθην και έφυγα. Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχε εισακούσει την δέησίν μου». Βασανισμένος από τα πάθη του, ερωτικά και άλλα, που δεν έχουν τελειωμό, όπως μας λέει η φώκια στο μοιρολόι της προσπαθεί να τα ξορκίσει με τη γραφή του. Με την ασύλληπτη – όπως τη χαρακτηρίζει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος – μέθοδό του τα καταγράφει προσφυώς στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του, δημιουργώντας ένα ερωτικό σύμπαν, όπου συναιρούνται θαυμαστά η θλίψη με την εγκαρτέρηση. Στα τρία μυθιστορήματα (Μετανάστις, Οι έμποροι των Εθνών, η Γυφτοπούλα) πίσω από το ιστορικό-κοινωνικό φόντο εξελίσσεται μια ερωτική ιστορία, η οποία τροφοδοτεί τη μυθιστορηματική αφήγηση.
   Με πολλές μορφές και αποχρώσεις ο έρωτας κατακλύζει τα διηγήματά του. Ακόμα και στα μη ερωτικά συναντούμε ερωτικές παρεκβάσεις, ερωτικά δίστιχα, πειράγματα, ξόρκια και μαγικά φίλτρα.



                                                                      ***  

Τα ερωτικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη θα μπορούσαν να χωριστούν σε δύο βασικές κατηγορίες: εκείνα στα οποία ο ίδιος εξιστορεί προσωπικές ερωτικές ιστορίες και περιπέτειες και εκείνα στα οποία περιγράφει ερωτικές ιστορίες των ηρώων του. Στα πρώτα, κυρίαρχα χαρακτηριστικά είναι: ο ρεμβασμός, η νοσταλγία, το ανεκπλήρωτο, η ματαίωση, οι ποιητικές εξάρσεις και το λυρικό παραλήρημα. Στη κατηγορία αυτή υπάγονται, ανάμεσα σε άλλα, και τα διηγήματα: «Όνειρο στο κύμα», «Ολόγυρα στη λίμνη», «Ρόδινα ακρογιάλια», «Υπό την βασιλικήν δρυν», «Η Φαρμακολύτρια», τα οποία αποπνέουν βαθύτατο αισθησιασμό κι ερωτισμό και δημιουργούν μια ιδιαίτερη μέθεξη, ακόμα κι αν θεωρούσε κανείς ότι όλα αυτά συμβαίνουν «εν φαντασία και λόγω» Αισθήματα μέσα από ένα λόγο που τους χαρίζει αρχαϊκή λιτότητα.
   Στα διηγήματα αυτά οι περιγραφές αποσπώνται από τον πεζό λόγο και περνούν στο χώρο της καθαρής ποίησης. Γεμάτες κάλλος, έκσταση και δραματικότητα στέκονται πλάι στις ομηρικές περιγραφές και στα χορικά της αρχαίας τραγωδίας. Αποσπασματικές, μετέωρες, νεύουν από μακριά στα σολωμικά θραύσματα. Η γλωσσική αλχημεία του πικραγαπημένου συγγραφέα ανασυσταίνει το αρχέγονο κάλλος των εικόνων μέσα από αστραπές ποίησης. Ο Παπαδιαμάντης μεγαλύνει το ασήμαντο τιθασεύοντας το μεγαλειώδες. Μέσα από αυτή την αλχημεία δημιουργείται η μαγεία του λόγου του. Πρόκειται για την απόλυτη δοξολογία του μικρόκοσμου, για την απόλυτη μελωδία του ακραίου καημού.
   Οι ερωτικές ιστορίες και περιπέτειες των ηρώων του λειτουργούν σε ένα ξεχωριστό επίπεδο, όπου θα μπορούσε κανείς να διακρίνει τρεις κατηγορίες:
   (α) Τα διηγήματα που αναφέρονται σε ερωτοχτυπημένους, νεαρούς κυρίως – αθώα θύματα, που βασανίζονται από ανεκπλήρωτους ή ματαιωμένους έρωτες: «Για την περηφάνεια», «Ο έρωτας στα χιόνια», «Έρος-Ήρως», «Η νοσταλγός»·
   (β) Τα διηγήματα όπου μια λυρική ερωτική περιπέτεια έχει αίσια κατάληξη: «Η Βλαχοπούλα», «Θέρος-Έρος», «Το Καμίνι»·
   (γ) και, τέλος, τα διηγήματα όπου με αφορμή τον έρωτα και το γάμο στηλιτεύονται κοινωνικές αδικίες και αδιέξοδα, προλήψεις, περίεργοι γάμοι, χωρισμοί: «Οι Κουκλοπαντρειές», «Ο Καλόγερος», «Το τυφλό σοκάκι», «Ο γάμος του Καραχμέτη», «Απόλαυσις στη γειτονιά», «Χωρίς στεφάνι» κ.ά. Στα διηγήματα αυτά το λυρικό στοιχείο υποχωρεί, δίνοντας τη θέση του στην ειρωνεία και στην κριτική διάθεση.
   Ο αποσυνάγωγος Παπαδιαμάντης δημιούργησε ένα ερωτικό σύμπαν, όπου ίπτανται και πλέουν αθώες κορασίδες, λαϊκές θυγατέρες, ερωτόβρυτοι ηλιοκαείς αιπόλοι, θαλασσινοί με την άλμη στον τράχηλο, λαϊκοί απόκληροι: μοναχικοί μονόλογοι, μορφές όπου η κρυφή πληγή του, μαζί με την ερωτική λύπη σμίλεψαν το μυστικό του αρχαϊκού μειδιάματος.
   Η παρούσα ανθολόγηση είναι καθαρά προσωπική, αποτέλεσμα πολλών διαδοχικών αναγνώσεων. Ελπίζω να καταφέρει να μεταδώσει την ερωτική αύρα της γραφής του Παπαδιαμάντη στους αναγνώστες της.


                             ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ                           

Δεν υπάρχουν σχόλια: