Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

"Και ούτω καθεξής…" (Μιχάλης Κατσαρός) Ένα κείμενο του Χριστόφορου Μηλιώνη (1932 – 2017) από τα «Απο-θέματα» (εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2017)


............................................................






Xριστόφορος Μηλιώνης (1932-2017)













  • "Και ούτω καθεξής…"

     (Μιχάλης Κατσαρός)

Ένα κείμενο του Χριστόφορου Μηλιώνη (1932 – 2017) από τα «Απο-θέματα» (εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2017)


Πότε και πως πρωτογνώρισα τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό, δεν θυμούμαι. Νομίζω κάπου στα βιβλιοπωλεία. Το ποίημά του «Αντισταθείτε», πάντως, τριγυρνούσε εκείνο τον καιρό συχνά στις κουβέντες και στη μνήμη μου.

   Ένα μεσημέρι τον συνάντησα στην είσοδο του βιβλιοπωλείου «Δωδώνη» του Βαγγέλη Λάζου, στην οδό Ασκληπιού. Εκείνες τις μέρες είχα διαβάσει κάποιο ποίημα που είχε δημοσιεύσει ο Κατσαρός και όπου αναφερόταν και η παλιά ηθοποιός Άβα Γκάρντνερ.

   -Γεια σου Μιχάλη! του είπα.

   Σταμάτησε.

   -Ωραίο το ποίημά σου, αλλά εκείνη την Άβα Γκάρντνερ τι την ήθελες; Με μπερδεύει…

   -Έτσι, μου λέει. Μου άρεσε το όνομα. Γκάααααρντνερ! Γκάαααρντνερ! και φώναζε συνέχεια.

   Κόσμος περνούσε και κοίταζαν γύρω ξαφνιασμένοι. Μερικοί στάθηκαν και γελούσαν. Κι εκείνος φώναζε «Γκάαααρντνερ»!

   Μια άλλη φορά, μεσημέρι πάλι, είχαμε καθίσει με τον ποιητή Τάκη Καρβέλη κι έναν κοινό μας φίλο, τον Αχιλλέα Λεοντάρη, συνεκδότες του γιαννιώτικου περιοδικού Ενδοχώρα, στο ουζερί του Ορφανίδη και πίναμε μπύρα. Κάποια στιγμή είδαμε να περνάει  έξω από την τζαμαρία ο Κατσαρός. Ο Καρβέλης τον φώναξε:

   -Έλα, Μιχάλη, να πιεις μια μπύρα.

   Κάθισε και του συστήσαμε τον Λεοντάρη.

   -Από πού είστε, κύριε Λεοντάρη; τον ρώτησε με ύφος επίσημο.

   -Από τα Γιάννινα, του απάντησε.

   Πιάσαμε την κουβέντα. Το προηγούμενο βράδυ είχε πιάσει φωτιά στο κατάστημα νεωτερισμών «Μινιόν», στην Ομόνοια.

   -Είδατε τι έγινε απόψε με το «Μινιόν!», είπε ο Μιχάλης. Φοβερή φωτιά! Καταστράφηκε εντελώς… Πριν από λίγες μέρες είχε γίνει πάλι μια…

   -Ναι, αλλά ποιος τις βάζει τις φωτιές; ρώτησε ο Λεοντάρης, που διακρινόταν πάντα για την εμμονή του στον ορθολογισμό, τον καρτεσιανισμό του, όπως του λέγαμε.

   -Είναι το μάτι! απάντησε ο Κατσαρός σοβαρά.

   Με τον Καρβέλη γελάσαμε, αλλά ο Αχιλλέας που δεν τον ήξερε, ρώτησε:

   -Ποιο μάτι;

   Κάτω από το τραπέζι άρχισα να του κλωτσάω το καλάμι, για να καταλάβει και να μην τα πάρει στα σοβαρά.

   -Το μάααατι, απάντησε ο Κατσαρός, που όπου πέσει επάνω, πιάνει φωτιάααα, και συνόδευε τα λόγια του με γκριμάτσες και εκφραστικές χειρονομίες που παρίσταναν έναν μεγάλο προβολέα. Αλλά ο λαός… (και εδώ σταμάτησε με νόημα).

   -Όταν λέτε «λαός», τι εννοείτε; ρώτησε ο Λεοντάρης.

   -Αυτό που έχει μέσα το πλ.

   -Ποιο πλ;

   -People! Peuple! Populus! Popolo! φώναζε εμφατικά ο Κατσαρός.

   Τότε πια ο Λεοντάρης κατάλαβε:

   -Ξέρετε, του λέει, σας είπα ότι είμαι από τα Γιάννενα. Δεν είμαι μέσα από τα Γιάννενα… Είμαι από χωριό.



   Κάποια άλλη φορά, πάλι, όπως μου είχε διηγηθεί ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Κατσαρός πήγε στο Λογιστήριο του Κέδρου. Λογιστής ήταν τότε η Τούλα, αδελφή της Νανάς Καλλιανέση, που πάντα την έβρισκες σκυμμένη στους λογαριασμούς της.

   -Τι θέλετε, κύριε Κατσαρέ; τον ρώτησε.

   -Μήπως θα μπορούσατε να μου κάνετε μιαν εκκαθάριση;

   Η Τούλα έμεινε με το μολύβι στο χέρι. Σήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή και ύστερα τον ρώτησε:

   -Προχθές δεν σας έκανα εκκαθάριση;

   -Μάλιστα.

   -Ε, λοιπόν;

   -Μήπως θα μπορούσατε να μου κάνετε μίαν εκκαθάρισιν;

   -Μα δεν θυμάστε που ήρθατε, καθίσατε σ’ αυτήν την καρέκλα και σας έδωσα 50 δραχμές;

   -Μάλιστα!

   -Ε, κι άλλη εκκαθάριση μέσα σε μια εβδομάδα;

   Αλλά ο Κατσαρός συνέχισε:

   -Μήπως θα μπορούσατε να μου κάνετε μίαν εκκαθάρισιν;



   Και ούτω καθεξής, όπως θα έλεγε πάλι ο ίδιος, σύμφωνα με το ακόλουθο περιστατικό που μου το είχε διηγηθεί ο Πέτρος Αμπατζόγλου, όταν πια ο Κατσαρός είχε πεθάνει και, όπως είναι φυσικό, γινόταν συχνά λόγος για κείνον.

   «Μια μέρα λοιπόν τον είδα», μου έλεγε ο Αμπατζόγλου, «που καθόταν σκεφτικός».

   -Μιχάλη, του λέω, τι σκέφτεσαι;

   -Ξέρεις, μου λέει, τι σκέφτομαι;

   -Τι;

   -Να! Έχω 5 λίρες εγγλέζικες. Θα πάω σε μια αγγλική τράπεζα και θα πάρω μια επιταγή των 5 λιρών. Θα την οπισθογραφήσω και θα πάω ύστερα σε μια τράπεζα και θα τους πω: «Έχω μια επιταγή 5 λιρών, αλλά έχει την υπογραφή ενός μεγάαααλου ποιητή. Την πουλάω 10 λίρες». Θα μου τις δώσουν, δε θα μου τις δώσουν; Τι είναι 10 λίρες γι’ αυτούς. Θα τις πάρω τις 10 λίρες σε επιταγή, θα την οπισθογραφήσω και θα πάω σε μιαν άλλη τράπεζα και θα τους πω: «Έχω μια επιταγή των 10 λιρών, αλλά έχει την υπογραφή ενός μεγάαααλου ποιητή. Την πουλάω 20 λίρες». Θα μου τις δώσουν, δε θα μου τις δώσουν; Τι είναι 20 λίρες γι’ αυτούς; Θα τις πάρω τις 20 λίρες σε επιταγή…

   -Κατάλαβα, του είπα. Κι όταν θα γίνουν οι λίρες αρκετές, θα πας να εξαργυρώσεις την επιταγή.

   -Όχι! Μου λέει.

   -Αλλά;

   -Και ούτω καθεξής…



                                       Περιοδικό Διαβάζω, Φεβρουάριος 2009

                                                (Αφιέρωμα στον Μιχάλη Κατσαρό)













Μιχάλης Κατσαρός
(1921 - 1988)

Δεν υπάρχουν σχόλια: