Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Από το διήγημα «Η φλογέρα» του ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗ (1868 – 1916) - Από τα «Πεζογραφήματα» (εκδ. Νεφέλη, 1988)

.........................................................

 


  


  Από το διήγημα «Η φλογέρα» του ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗ (1868 – 1916)






         Από τα «Πεζογραφήματα» (εκδ. Νεφέλη, 1988)


…Εν τη λεωφόρω, κανείς κατ’ αρχάς δεν επρόσεξεν εις την ύπαρξίν του, κανείς δεν εσταμάτησε, κανείς δεν αντελήφθη τον ραψωδόν. Παρέρχονται αμέριμνοι οι διαβάται, και τα εξ Αμπελοκήπων τραίνα διασταυρούνται πλήρη κόσμου, και το κέρας του οδηγού ηχεί εκάστοτε, και τα οχήματα κυλίονται ορμητικά, και η μουσική της πλατείας βρέμει εκεί κάτω. Του τραγουδιού οι στίχοι και οι ήχοι της φλογέρας του επήγαν εις τον βρόντον, εξηνεμώθησαν κ’ εχάθησαν επί ματαίω· ακροατήν όμως τινά δεν ηδυνήθη έτι να αγρεύση. Εν τη κινήσει της οδού, ακόμη δεν κατώρθωσε να προσελκύση ο παρείσακτος τα βλέμματα, ουδέ το όργανόν του να κάμη το ρήγμά του εν τω θορύβω. Κ’ εν τη αυτή μονώσει, εν τη ιδία ερημία θεατών αρχίζει και το δεύτερον τραγούδί του. Μονότονον και τούτο, ομοιόμορφον, ανάλογον καθ’ όλα, της αυτής οικογενείας κατά πάντα, μητρικής στοργής τον πόνον εκδηλούν και αυτό, αλλά πολύ-πολύ βαθύτερον τον τόνον, και τον ρυθμόν βαθύτερον, και πενθιμώτερον τον ήχον, και υψηλότερον την έκφρασιν, και περιπαθέστερον την έννοιαν. Γνήσιον τέκνον των δασών, δεν είνε καν γνωστόν όπως το πρώτον κάπως, και ίσως άλλοτε ποτέ δεν έπληξ’ ο σκοπός αυτού της πρωτευούσης τον αέρα. Και η κεκαλυμμένη, δυσδιάκριτος του γέροντος φωνή, τον αναμέλπει όσον δύναται καλλίτερα, μ’ όλον το πάθος ούτινος ειν’ έμπνευσις, εν τη αλληγορία του τη πρωτοτύπω και εικονική (δοτ.) Εν τω δρυμώ, συν τη ανατολή του άστρου της ημέρας, μόλις έδυσ’ ο ήλιος, εξήλθον επί την βοσκήν αι έλαφοι και τα ελαφομόσχια. Αγεληδόν, οι άρρενες εμπρός, τα μικρά παρακολουθούντα τας μητέρας των, κ’ εκείναι οδηγούσαι ταύτα, πορεύονται, όπου χλόη παχεία, όπου χόρτου πράσινος τάπης, υπό το άπλετον φέγγος της πρωΐας. Αλλά μία ελαφίνα, μόνη, δεν ακολουθεί τας λοιπάς, δεν συμπορεύεται, δεν επιζητεί την βοσκήν, και μακράν της θορυβώδους αγέλης, ταπεινή, θλιμμένη, φεύγει του ηλίου την λάμψιν, διώκει την μοναξίαν, «κι όλο τ’ απόσκια περπατεί, κι όλο ζερβό πηγαίνει, κι όθ’ εύρη γάργαρο νερό, θολώνει και το πίνει». Αλλ’ ο Ήλιος, ο μέγας θεός των ορέων και των πεδιάδων, την επρόφθασεν όσον και αν τον φεύγη, την αντίκρυσεν όσον και αν του κρύβεται, την αγνάντεψε αναβαίνων υψηλήν τινα ράχιν, και κάθεται και την ρωτά, κάθεται και της λέει·
Τ’ είσαι, λαφίνα, ταπεινή, δεν πας κοντά με τ’ άλλα;
Κι όλο τ’ απόσκια περπατείς κι όλο ζερβό πηγαίνεις;
Κι όθ’ εύρης γάργαρο νερό, θολώνεις και το πίνεις;
   Και η λαφίνα εξομολογείται τότε προς τον Ήλιον τον πόνον της, και τον ερωτά κ’ εκείνη εις απάντησιν, ότι «πώς να μην είνε ταπεινή, και πώς να πάη με τ’ άλλα, π’ όλαις η μάνναις έχουνε μαζί και τα παιδιά τους, κ’ εκείνης το μοναχογυιό που ήτανε χρόνια κλεφτης, φέτο της τον εκότωσαν οι σκύλ’ οι σύντροφοί τους;» Και αφού η φλογέρα, στένουσα και ολολύζουσα βιαιότερον ή πριν, ετελείωσε και της ελαφίνας το τραγούδι, ο ραψωδός, χωρίς σχεδόν να διακοπή, χωρίς σχεδόν ν΄αναπνεύση, κατά τυον ίδιον τρόπον, απαρράλακτα, αρχίζει άλλο πάλιν, νέο. Βραδύ επίσης και αυτό, και παρατεταμένον, και ροχθούν και αργοκίνητον, αλλ’ ούτινος τραχύτερος είνε ο ρυθμός, και εντελώς διάφοροι οι στίχοι…
(…) Αιφνιδίως, δύο στρατιώται, διαβαίνοντες έμπροσθεν αυτού, ανεκόπησαν ορμητικώς, εστάθησαν, κ’ έρριψαν μίαν πεντάραν εις τον σκούφόν του. Εις τούτους προσετέθη μετ’ ολίγον κ’ έτερος, και ούτος εκ των συναδέλφων του, μόνος του καταβαίνων, κ’ έρριψε και αυτός την πενταρούλάν του. Κατόπιν, ένα μπακαλόπουλον, ερχόμενον εκ της πλατείας του Συντάγματος, εν εορτασίμω αμφιέσει, επλησίασε κι αυτό, και συνηνώθη εις τον μικρόν όμιλον, μειδιών ηλιθιότατα. Και κατ’ ολίγον, περί τον πυρήνα τούτον, ήρχισε βαθμηδόν να σχηματίζεται ο συνήθης των τοιούτων θεαμάτων κύκλος. Τινά των παιδαρίων, εγκαταλείψαντα τους στραγαλοπώλας των, προσήλθον. Χονδρός τις οικοκύρης, κρατών από της χειρός πλαγγονοειδές νήπιον, εστάθη κι αυτός, διερωτών τι τρέχει. Έπειτα τρεις κομψοενδεδυμένοι νεανίσκοι, λιμοκοντόροι βέβαια, προσέθηκαν τας κεφαλάς των εις την σύναξιν, ωθούντες. Και όλοι ίστανται περί τον γέροντα, κινούμεν’ υπό της αυτής μωράς περιεργείας, θέλοντες όλοι να ιδούν, κυττάζοντες αυτόν ως ζώόν τι παράδοξον, θεώμενοι, ακούοντες μ’ ειρωνικόν χαμόγελον οι πλείστοι εις τα χείλη. Αλλ’ ο ραψωδός, χωρίς υψώση προς αυτούς το βλέμμα, το όμμα προσπασσαλευμένον διαρκώς εις της φλογέρας του την άκραν, εξακολουθεί να παίζη τον σκοπόν του και να τραγουδή, ωσάν να έπαιζε και να ετραγουδούσε πάντοτε δι’ εαυτόν…
(…) Μεταξύ του πλήθους, η εντύπωσις είνε αυτόχρημα ζωώδης. Βλακωδώς τον προσβλέπουν όλοι γύρω πάντοτε, μη γνωρίζοντες πώς πρέπει να διατεθούν εκ του θεάματος, με απαραλλάκτους ως προς την έκφρασιν της αυτής ανοήτου περιεργείας τας κοινοτάτας φυσιογνωμίας, συνωθούμενοι εκ της αφίξεως των όπισθεν προσερχομένων, ανυπομονούντων και αυτών να ίδωσιν. Εις τους αρχήθεν συντελέσαντας τον κύκλον έχουν ήδη προστεθή και άλλοι, ικανοί, πολυπληθείς σχεδόν, περιβάλλοντες την πιπεριάν απ’ αμφοτέρων των μερών, πυκνούμενοι επί του πεζοδρομίου. Κ’ εκ των διαβαινόντων, οι πλειότεροι, δεν παραλείπουν να σταθούν κατά στιγμήν, προσελκυόμενοι κ’ εκείνοι να κυττάξουν, διότι έτυχε να ιδούν άλλους κυττάζοντας, εν τω ωσεί μαγνητισμώ ασυνειδήτω όστις αδελφώνει όλους των οδών τους χάχηδες. Στρατιώται ειν’ όμως ιδίως πάλιν οι συχνότεροι, ουχ ήττον και του λαού άνθρωποι, προσήλθε δε και παραμάννα τις. Τα εγκαταλείψαντα τους στραγαλοπώλας των παιδάρια είνε εις την πρώτην γραμμήν, συνταρασσόμενα.Οι τρεις κομψοί λιμοκοντόροι αναβιβάζουν και καταβιβάζουν τα υελώδη όμματά των από του χαμαί καθημένου γέροντος εις τους περιεστώτας. Μερικοί εκ τούτων κύπτουν ενίοτε, λαμβάνουν τον εκάστοτ’ εκ των δύο αργόν κατακείμενον αυλόν, τον εξετάζουν πανταχόθεν μετά προσοχής, επισταμένως, ως να βλέπουν τοιούτον πρώτην φοράν επί ζωής των, περνώντες αυτόν από χειρός εις χείρα. Άλλοι, εκ των νεωστί ιδίως αρχομένων, ζητούν πληροφορίας, εν κενοσπουδία φορτική (δοτ.), τι γέρος είνε αυτός, πώς ευρέθη εκεί, τι θέλει και τι κάμνει, και τα παρόμοια, ως να μην ημπορούν ν’ αντιληφθούν αφ’ εαυτών οι ίδιοι. Από καιρού εις καιρόν, έρχεται και καμμία πεντάρα, άνωθεν, εναερία, να καταπέση εις τον σκούφον του. Και έρχεται εκ της ομάδος των στρατιωτών, ως επί το πολύ, οίτινες μόνοι φαίνονται να συγκινούνται κάπως, και ακούουν σιωπηλοί και με προσήλωσιν, και λύουν μετά δυσκολίας, με αδεξίους τους χονδρούς δακτύλους, τον εις του μανδηλίου των την άκραν δεδεμένον σφιγκτόν κόμβον, όπου φυλάττουν τα ολίγα των λεπτά, δια να την δώσουν, εκ του υστερήματός των βέβαια, εις την ανάμνησιν ίσως αυτήν της απούσης πατρίδος των. Ο οικοκύρης, ο κρατών το πλαγγονοειδές νήπιον, τον παρατηρεί εξ αποστάσεως, μη εκστομίζων λέξιν, ατενώς, ως εν αισθήματι βαθέος οίκτου. Διάλογοι συνάπτονται συχνά. Κάποιος πειράται να τον ερωτήση τι.
   -Και πού ξέπεσες δώθε, γέρο;
   -Αι, αέρας μ’ έρριξε, απαντά αυτός, λακωνικός, βραχέως.
   -Τώλεγες, γεροπατέρα, καμμιά ψύχα με τον Αντρούτσο κεια τα χρόνια; Τον ερωτά, επιτηδευόμενον τάχα ρουμελιώτικη προφοράν, ενώ φαίνεται να είνε μάλλον εκ Πελοποννήσου, αηδώς επιχειρούν να ευφυολογήση δήθεν το μπακαλόπουλον.
   -Ελληνική μουσική αυτή! ανακοινώνει προς τον γείτονά του, εν είδει αποκαλύψεως, δια ν’ ανοίξη κουβένταν, ο εις των λιμοκοντόρων, συνειθισμένος, φαίνεται, πολύ το κτήνος εις την γαλλικήν ή την ιταλικήν εκ γενετής.
   -Δε βαστάς πια, καψογέρο! Πάει πια, δε βγαίνει! τω λέγει άλλος, αινιττόμενος την βραχνότητα και την αδυναμίαν της φωνής του.
   -Μ’ τι ν’ σ’ καν; Τώρ’ μ’ τ’ λές; Να σε είχα να μ’ τώλ’γ’ς δω και σαράντα χρόνια! Να τ’ δης να σκίζ’τ’ πέρα-πέρα! απαντά ο ραψωδός, εις αυτό κυρίως αξιών μόνον να προσέξη, ως αναγνωρίζων την αδυναμίαν του πλέον και ο ίδιος, κ’ ενθυμούμενος τα παληά του χρόνια, καθ’ α τόση ήτο η δύναμις της πνοής του, ως και να σχίζη και αυτήν την φλογέραν, από του στομίου και κάτω, πέραν και πέραν, εκ της ορμής.
   Από αμάξης διερχομένης, δεσποινίς επιφωνεί προς τους εν αυτή συντρόφους της, μίαν παχείαν, κυρίαν ομογενούς βέβαια, και δύο λεπτοκαμωμένους νεανίας, διπλωματιδείς, κατά πάσαν πιθανότητα.
   - Regardez done, regardez ce vioux, la bas!
   Και οι ίπποι καλπάζουν εν πατάγω, και δουπούσι του ιπποσιδηροδρόμου οι τροχοί, και το κέρας του οδηγού ηχεί εκάστοτε, και η μουσική της πλατείας αναπέμπει τους διατόρους τόνους της και τα παγώνια του κήπου, υπέρποτε ηρεθισμένα, ανακράζουν. Και εν τω μέσω του παντοειδούς αυτού θορύβου, υπό το φύλλωμα του ψωραλέου αυτού δένδρου, εν της σκιά των υψηλών αυτών μεγάρων, ο γέρων εξακολουθεί να παίζη την φλογέραν του, εξακολουθεί ν’ ανελίσση τα τραγούδια του. Και βλέπων αυτόν, τόσω ξένον προς τον κόσμον, εντός του οποίου ευρίσκεται, τόσω ξένον προς το πλαίσιον όπερ τον περιβάλλει, σου έρχεται διαμιάς η ορμή να διασχίσης τον ανθρώπινον συρφετόν, να τον αρπάξης καθώς κάθεται με την φλογέραν του και με την καπότα του, να τον απαγάγης εν στιγμή, μακράν των αμαξών και των τραίνων και των νοικοκυραίων και των λιμοκοντόρων και των δεσποινίδων και των παγωνίων, εις κανένα βουνόν της Ρούμελης, να τον ανεβάσης εις την κορυφήν του, να τον στηλώσης εις την ρίζαν κανενός δένδρου, όπερ να θεμελιώνη τους πόδας του εις τον βράχον και να κρύπτη τα φύλλα του εις τα σύννεφα, γέρικου όπως το κορμί του, να ξαπλωθής εις το πλάγι του, κ’ εκεί, ενώ θε να φυσομανά ο αέρας μέσα εις τα έλατα και θε ν’ αντιβοΐζ’ η ρεματιά, να του ειπής:
   -Άιντε, πες τα τώρα, μωρέ γεροκούφταλο!


Αττικόν Μουσείον, 10-12/10/1890                                                                                                                                                       

Δεν υπάρχουν σχόλια: