Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

«Στερνή ματιά» διήγημα του Γιάννη Καμπύση (1872 – 1901) (Από τα "Διηγήματα" του συγγραφέα, εκδ. «Νεφέλη, 1989)

........................................................











Γιάννης Καμπύσης (1872-1901)















·       «Στερνή ματιά» 

      διήγημα του Γιάννη Καμπύση (1872 – 1901)

(Από τα "Διηγήματα" του συγγραφέα, εκδ. «Νεφέλη, 1989)



   αι. Θα σ’ τα πω, φίλε μου. Θα σε τα πω, αδερφέ μου. Όλα θα σε τα πω, και τ’ όνομά της ακόμα…

   -Να με τα πεις βέβαια. Το βλέπω πως σου σφίγγει την καρδιά αφτό το μυστικό που έχεις μέσα σου… Γιατί με τα κρύβεις τόσον καιρό; Μήνες τώρα μ’ αποφέβγεις ορισμένες ώρες και ζητάς μοναξιά… Όλοι απορούνε να σε βλέπουν να γυρίζεις στη δεντροστοιχία μοναχός σου, σαν αφαιρεμένος… Τι σου συμβαίνει; Γιατί δε με το λες; γιατί δε θες να με κάμεις να πάσκω κ’ εγώ μαζί σου ή νομίζεις πως είμαι και γω καλά που σε βλέπω τόσον καιρό σ’ αφτή την κατάσταση;

   -Αδερφέ μου, αδερφέ μου. Θα σε το πω. Θα σε το πω, μα άφησέ με λιγάκι να ξεθυμάνω… Δος μου την αγκαλιά σου κ’ εκεί μέσα  ας κλάψω πρώτα κάμποσο… ας κλάψω…

   Και προτού απαντήσω χώνει το κεφάλι του στα στήθεια μου και αρχίζει το παράπονο… Τον άφησα κ’ έκλαψε.

   -… Αχ, Γιάννη μου. Συ φταις. Συ φταις που με γέλασες κείνη τη φορά και δεν κατέβηκες στο Φάληρο, σαν που είχαμε ραντεβού. Αν είμαστε μαζί ίσως να μην την πρόσεχα. Εκεί την πρωτοπαρατήρησα. Και μήπως δεν την ήξερα από προτήτερα; μήπως πολλές φορές μαζί δεν την είχαμε προσέξει για όμορφη, και μήπως πολλές φορές δεν μας κεντήθηκε και των δυονών η αποθυμιά να μάθουμε ποια ήταν;… Μα κείνο ταπόγιομα τ’ Απριλιάτικο με θάμπωσε. Τότες μόνο με φάνηκε ξεχωριστή στις τόσες μέσα. Τότες μόνο είδα τον ηλεχτρισμό που είχαν τα μάτια της… Τότες είδα πως με μαγνήτισε, πως μου επιβάλθηκε χωρίς να το καταλάβει, χωρίς ναν το σκέφτεται… Ώρες στο Φάληρο γύριζα τρελαμένος. Τα βήματά μου πια δεν τα όριζα… Αφτήνα μού τα διέφτυνε… Στο τραίνο που μπήκε, μπήκα… στο Παλάτι που κατέβηκε, κατέβηκα. Δε συλλογίστηκα να μάθω για σένα… τι ‘ταν που σέκανε να μην κατέβεις, να με γελάσεις. Την παρακολούθησα… Έστριψα στην οδό Σταδίου, από πίσω της… Έκανα ό,τι έκανε σα να με το διάταζε άλλη δύναμη, άγνωστη ως εκεινη την ώρα… Η κόρη το κατάλαβε… φαινόταν ν’ ανησυχούσε… φαινόταν και να της μισοάρεσε. Μου ‘ριχνε κάπου κάπου ματιά που την έπαιρνα όπως ήθελα κι όπως με σύφερνε… Την πήγα ως το σπίτι της… Έμαθα πού κάθεται, θα μάθω  και πώς λέγεται και ποια είναι.

   Αχ, από τότες με φάγανε τα φίδια… Είδα το σπίτι της. Είδα πως ήταν ψηλότερη από μένα… Μα πάλε… τι ξέρεις; Ίσως να μην καθόταν σ’ όλο… ίσως· και ποιος σε τέτοιες στιγμές δε λογαριάζει όλα σύμφωνα με την εφτυχία του;

   Από τότες μέχασες… Σε μια βδομάδα μέσα έμαθα την ταχτική της. Πότες έβγαινε στη δεντροστοιχία, πότες κατέβαινε στο Φάληρο, πότες καθόταν στο ζαχαροπλαστείο… Και πάντα ήμουν η σκιά της… Αφτή με φερόταν όπως και την πρώτη φορά… Ήθελα να μάθω και ποια είναι και πώς λέγεται μα δεν είχα το θάρρος να ρωτήσω κανένα. Τι; να πω… ναν την υποδείξω σ’ άλλονα; να με καταλάβει άλλος; κάλλιο να μην ξέρω ποια είναι… κάλλιο να ελπίζω από άγνωστη τύχη… Τέλος μια μέρα δε βάσταξα… ρώτηξα τον ξάδερφό μου που ξέρει όλο τον κόσμο και του λέω.

   -Δε μου λές τίνος είναι το σπίτι το δέφτερο δεξιά πώς πάμε στο δρόμο Σ.;

   -Το δέφτερο σπίτι δεξιά;… Α! Εκεί κάθεται η κ. Κ. Κατεργάρη… με λέγει… σε κατάλαβα, θα είδες την ανεψιά της… έχει γούστο, είναι πολύ όμορφη, και πολύ φυσικά να ρωτάς ποια είναι…

   -Ω! Πώς χάρηκα, πώς χάρηκα. Δε μένοιαζε τόσο αν έβαλε ένα τέτοιο πράμα στο νου του ο ξάδερφός μου. Άβριο θαν το ξεχνούσε… Άβριο θαν του ‘δειχνα καμιάν άλλη να με την πει και θαν του ‘φεβγε η αληθινή… Μα γω είδα πως δεν ήταν και τόσο ψηλή οικογένεια, κι ας κάθεται και σ’ αφτό το σπίτι. Στο τέλος με ταίριαζε. Αφτά τέλος συλλογιζόμουν κείνη την ώρα.

   Ύστερα από λίγο με λέγει.

   -Έχω πολύν καιρό να τη δω… από τότες που πέθανε ο θείος της ο κ. Κ… Φαντάζομαι πως θαν’ με τα μάβρα…

   Με ξέφυγε μια φωνή γιατί κατάλαβα πως δε συνεννοηθήκαμε.

   -Καλέ, τι λες; Τι μάβρα με λες… Αφτή φορεί ροζ φόρεμα…

   -Αδύνατο! εξόν και δε με λες γι’ αφτήνα… Μόλις δυο μήνες είναι που πέθανε ο θείος της.

   Τότες αρχίσαμε την εξήγηση κ’ είδε πως κακά εξηγήθηκα… Δεν ήταν το δέφτερο σπίτι δεξιά καθώς πάμε, αλλά δεξιά καθώς ερχόμαστε.

   -Μπα, με λέει… Πολύ ψηλά κοιτάζεις αφτή τη φορά… Αφτό το σπίτι είναι του κ. Θ…

   -Τι λες, αδερφέ, αλήθεια;!

   -Αμ ψέματα; Άδικα η προθυμία σου να μάθεις… Άκουσε λοιπό. Αφτής ο πατέρας είναι πολύ αυστηρός… Φαντάσου μήτε δέχεται, μήτε πάει παρά σε ωρισμένες οικογένειες. Στο χορό του παλατιού ακόμα δεν πάτησε. Οι κόρες του είναι μοντέλα ομορφιάς και παρθενιάς… Άκου με… αλλού… αλλού τα κόρτε σου. Να, σε κείνηνα που σου ‘πα προτήτερα… Αφτή είναι εφκολοκατάφερτη…

   Κατάλαβα πως μίλησε, πως μιλούσε σα στον εαφτό του… Και γω τότες συλλογίστηκα την ατυχιά μου. Την κόρη του Θ. ν’ αγαπώ. Αφτή που παίρνει τόσην προίκα… Αφτή που τι ξέρεις τι όνειρα βλέπει… Αφτή… Αφτή… Ω Θε μου, παρηγόρα με από τώρα… αφού δε θέλησες να με στομώσεις προτού μού πετάξει ο νους, προτού μού φύγει η καρδιά.  

   Ω! μοντέλο ομορφιάς και παρθενιάς. Η πρώτη στην Αθήνα μέσα σ’ όλα… Σ’ όλα και χωρίς νάναι αριστοκράτισσα. Χωρίς νάχει σκέση με την τάξη αφτή, που τι να σε πω δε μ’ αρέσει… Χωρίς να τη σφίγγουνε οι αξιωματικοί στους χορούς και στα γλέντια… Κι ο πατέρας της γνωστός σ’ όλη την Ελλάδα. Πλούσιος από κείνους που κάνουνε και τον κάθε σοσιαλιστή να τόνε σέβεται. Με θερμά αιστήματα… με ιδιαίτερη στοργή για τον άλλονα… με μορφή σεβαστή… με αρετές πολλές… Με όνομα, που το έκανε ο ίδιος, βουτημένο στην τιμή και στην εβεργεσία. Ω! Το μόνο της κακό ήταν τα χρήματα, ή… το μόνο κακό – να πω καλλίτερα – ήταν η δική μου η φτώχεια… Κείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Γύριζαν μέσα μου αστραπές οι σκέψες κ’ οι αποφάσες μου. Τι να κάμω; να βιάσω την καρδιά μου να πάψει να αγαπάει; Να εξακολουθήσω; και ν’ αφήσω τον εμαφτό μου στο έλεος του Θεού;… Προτίμησα το πρώτο και για ναν το κατορθώσω αποφάσισα να κάμω  το τουρ της Πελοποννήσου με βαπόρι. Και γι’ αφτό απόρησες, που με είδες ξάφνου να ταξιδέψω.

   Πώς με φάνηκε το βράδυ στο βαπόρι, που ‘ρθε η ώρα να τη διω στον περίπατο. Θε μου, Θε μου. Το πνέμα μου με ήταν φεβγάτο και την ακολουθούσε και την έβλεπε και την έβλεπε… Και στην πλώρη, στην αγαπημένη μου θέση σα βρίσκουμαι στο πλοίο ξαπλωμένος μακρά αφ’ τους άλλους επιβάτες, έβλεπα τη δεντροστοιχία με τον κόσμο της.

   Έβλεπα εκείνη με τη μαμά της και την μικρότερη αδερφή της, οι τρεις τους, όπως βγαίνανε πάντα, και τον εμαφτό μου, κάμποσα βήματα πίσω να την καμαρώνει, ναν της θαυμάζει το λιγίσιο ανάστημά της, να παίρνει φως από τη λάμψη της που σκόρπιζε, να μυρίζει την αναπνοή της, να ονειροπολεί… να παίζει… να χαίρεται… να μην ξέρει τι αιστάνεται, αν πονεί  ή αν εφχαριστιέται.

    Ω! Πιπή μου, Πιπή μου. Συ με είσαι το παντοτεινό μου αστέρι και σ’ αφτόν τον κόσμο και στους άλλους. Όσα κι αν μας χωρίζουν… η ψυχή μου και το πνέμα μου που τα κυρίεψες δε θ’ σαφίνουν καθόλου και θα σε παρακολουθούν όπου κι αν βρίσκεσαι, μ’ όποιον κι αν είσαι. Βλέπω ψηλά στον ουρανό πως κάποια στιγμή θα σε πλησιάσω…

    Τι καλά νάσαι πνεματιστής, Γιάννη. Όλα τα βλέπεις βολικά. Σου μειδιάν τ’ αστέρια κ’ οι σκιές. Βλέπεις αφίνοντας το πνέμα σου και πεθαμένους ακόμα. Εγώ ίσως να μην άντεχα αν δεν ήμουν πνεματιστής.

    -Πες καλλίτερα, τόνε διέκοψα, πως δε θ’ αγαπούσες με τέτοια δύναμη, και δε θα βρισκόσουν στην ανάγκη να μην ανθέξεις.

    -Καλά, καλά. Ας είσαι θετικός εσύ…, ας είσαι ό,τι θέλεις… εγώ μόνη μου παρηγοριά έχω τον πνεματικό μου κόσμο. Αφτό νάναι η μόνη μας διαφορά. Πόσες μέρες διάρκεσε το ταξίδι μου; ω, πολύ λίγες… Είδα όμως καλά πως ήταν πια αργά. Την αγαπούσα πνεματικά. Μα ήταν η γυναίκα που θάνοιγε το νέο κόσμο το λαμπρό στο πνέμα μου. Με γίνηκε η έμπνεψη και θα σε δείξω άλλοτε τι κατόρθωσα απ’ αφτά.

   Επήρα την απόφαση… Θα την αγαπώ όπως μπορούσα ν’ αγαπήσω το Θεό μου. Μα είναι αδιάφορο αν μ’ αγαπήσει. Ας πω πως δεν είναι εκείνη πούναι. Και για να είμαι αληθινός… ύστερα, σαν να μ’ ερχόνταν και κάποιες υλιστικώτερες σκέψες έλεγα.

   -Και στο τέλος, πού ξέρεις η επιμονή μου; Όλα γίνονται σ’ αφτόν τον κόσμο. Όσο κι αν καταδαμάζει η ύλη, νικιέται κι αφτή από το πνέμα κι από τη θέληση… Ίσως προωρίστηκε για μένα από την άγνωστη μοίρα…

   Κι η αγάπη μου δυνάμωσε. Επήραν οι ελπίδες μου κατήφορο και ήρθαν στιγμές που τη θαρρούσα πια δική μου.

   Το κορίτσι με συνήθισε ίσως. Μου ‘ριχνε πού και πού ματιές όχι πια αδιάφορες. Τι ξέρεις, τι να φανταζόταν για μένα… Ποιος είμαι δεν ήξερε. Με ‘βλεπε πάντα καλοντυμένο, και την παρακολουθούσα σχεδόν ολούθε. Κ’ η μοναξιά μου ακόμα κι αφτή τη συνήθισε τόσο που διάκρινα στη φυσιογνωμία της αμέσως απορία αν με ‘βλεπε με παρέα. Και τι την ήθελα τη συντροφιά αφτές τις ώρες; Με φαινόταν δεσμά και τα απόφεβγα…

   Άρχισα να παίζω με τη φυσιογνωμική τότες για να διω τι της ήμουν. Μια βραδιά θέλησα ναν της προκαλέσω τη ζούλια… Την είδα ζουγραφισμένη στο πρόσωπό της. Στον ουρανό επέταξα από τη χαρά μου. Άλλοτες πάλε θέλησα να διω ταραχή ψυχική, παθιασμένης αγάπης… η αντανάκλασή μου μεταδόθηκε σ’ αφτήνα και την είδα στο πρόσωπό της. Κ’ είπα.

   -Δε μ’ αγαπά ακόμα… Μα είμαι εκείνος που την επηρεάζει. Αρχίζει μαζί μας η πνεματική συγκοινωνία και μονάχα αιφνίδιο εμπόδιο μπορεί ναν τη χαλάσει… Η κόρη αφτή μ’ ανήκει τουλάχιστο στον κόσμο των αστεριών!...

    Έτσι περνούσε ο καιρός… Δυο μήνες πέρασαν… Γλυκοί για μένα αν όχι εφτυχισμένοι. Και με φάνηκαν δυο ώρες. Τρεις μήνες πέρασαν από τότες… και τρεις μέρες… Δηλαδή τρεις στιγμές και τρεις αιώνες!...

   Τέλος μια μέρα δεν την είδα να βγει  στον περίπατο. Κ’ ήμουν εκείνη τη μέρα σε κακό χάλι. Το κεφάλι μου βαριό. Βαρυθυμιά και κακοσύνη με ‘δερνε. Έλεγα πως κάτι κακό μού ετοιμάζεται και που μού το προλέει η κατάστασή μου η πνεματική.

   Τη νύχτα γύριζα αλαφιασμένος κάτου απ’ τα παράθυρά της. Πού και πού άκουγα πιάνο. Το συνηθισμένο της τραγούδι… Ήταν εκείνη… Το αιστάνθηκα… Μα το παίξιμό της δεν ήταν ίδιο. Οι ήχοι κ’ η αρμονία κατέβαιναν στ’ αφτιά μου με έκφραση αλλιώτικη. Η μουσική με μιλούσε πως η Πιπή έπαιζε με καρδιά πλημμυρισμένη από ανακατωμένα αιστήματα, λύπη… χαρά… αγάπη γινωμένη, αγάπη που πέθανε… αγάπη που ξαναγινόταν… Ναι, συναιστήματα… Έπαιζε η μουσική… ο κόσμος κοιμόταν. Τ’ αστέρια έλαμπαν φωτεινά… η νύχτα του Γιούλη έκαιγε σαν καμίνι που γω τράβηξα πια για να πλαγιάσω. Γιατί να ξυπνήσω; και γιατί να πέφτω να διαβάζω το «Άστυ»; Ω, ήταν με φαρμάκι γραμμένο εκείνη την μέρα.

   Ξύπνησα αργά και ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου το πήρα ναν το διαβάσω όπως πάντα… Αλλιώτικη δύναμη μ’ έκαμε, αφού κύτταξα λίγο τις «Ορεινές εντυπώσες» του Πάβλου Νιρβάνα και διάβασε το μάτι μου «60 μοναχαί περνούν εντός των μελαγχολικών εκείνων τόιχων ζωήν αφιερωμένην εις την προσευχή και τη νηστεία. Και με τους τελευταίους εκπνέοντας  τόνους της ψαλμωδίας εξέρχονται από τις θύρες τις αψιδωτές μαυροφόραι, με την μαύρην καλύπτραν κατεβασμένην μέχρι του προσώπου, με τους οφθαλμούς σκυμμένους κατά γης, μ’ ένα βήμα μονότονον, βραδύ, συρόμενον και σκορπίζονται εις την αυλή άφωνες – τόσες γυναίκες, Θεέ μου, χωρίς φωνήν! – και έπειτα μία-μία χάνονται εις τα κελλιά των». Να στρίψω το κατεβατό και να ρίξω το μάτι μου στη φαρμακωμένη ειδησούλα… Εκείνη χτες το βράδυ αρραβωνιάστηκε… Δεν είμαι ξύπνιος… Κοιμούμαι ακόμα… αλλ’ όχι… Ο ήλιος φώτιζε όξω… Να το κρεβάτι μου… Να το τρταπεζάκι με το γάλα άπιωτο ακόμα… να… το «Άστυ» στα χέρια μου. Τότες δε θα διάβασα καλά… Ξαναδιαβάζω… Ξάστερα το βλέπω… Εκείνη αρραβωνιάστηκε… Πάει πια η ελπίδα και τα όνειρα… Χαίρετε, στεναγμοί και πόθοι. Μοναξιά, έλα πάλε στην καρδιά μου, και συ, κούφια σπηλιά, άδειασε μέσα μου πάλι… Μα όχι. Δεν αδειάζει… Τη βλέπω να γιομίζει με νέα γιομίσματα. Κακά, μοχτερά… Αφτά δεν τα θέλω. Ζούλια ξεχωρίζω… και πίσω αφ’ τη ζούλια… τρέλες, πράματα μεγαλείτερα… Έλα, αγνή μου ψυχή, και συ, αδιάφθορο πνέμα, σώστε με αφτή τηνν τρομερή στιγμή… αφτές τις τρομερές περιστάσες…

   Σύχασα λίγο… Σηκώθηκα, ντύθηκα και τράβηξα στην Κηφισιά. Αλαφιασμένος γύριζα… τρελός… εκεί. Αποφασίζοντας πότες το ένα και πότες το άλλο. Κυριαρχούσε στο μυαλό μου πότε η ψυχή και πότε ο κόσμος. Πότε το μεθύσι και πότε η ησυχία… Τρεις μέρες που κάθησα, δεν ήμουν εγώ. Ένα κουφάρι γύριζε δω και κει ζητώντας την ψυχή του και παραδέρνοντας στις τρικυμίες χωρίς μπούσουλα. Δεν είχα και σένα να με βαστάς. Δεν είχα ξεθυμάνει σε κανένα και κανείς δεν ήξερε το μυστικό μου και τον πόνο μου.  Ντρεπόμουν να το πω. Το χαρτί μόνο τονέ ‘ξερε και θα σ’ το δώσω ναν το διαβάσεις. Τέλος μού μπήκε μια μανία να δω τον αρραβωνιαστικό της. Πώς ήταν… Τι λογής… Αν της άξιζε… Και κατέβηκα σήμερα στην Αθήνα και πήγα, σαν από έμπνεψη, στη δεντροστοιχία και καρτέραγα. Σε λίγο να. Σ’ ένα αμάξι που φανερώθηκε από μακριά, η καρδιά μου άρχισε να πετά… Όσο πλησίαζε… και καταλάβαινα… Ήταν εκείνη μέσα με τη μαμά της και με κείνονα… Δεν την είδα καθόλου… Με πήρε κ’ εκείνη όλη μου την προσοχή… και την έβλεπα με τη χαρά – αλλοιώτικη χαρά μέσα τρυπωμένη, καπρίτσικη χαρά – να ψάχνει με το μάτι της στον κόσμο να διει κάποιονα.

   Μ’ αντίκρυσε τέλος… Με ‘ριξε μια ματιά κ’ ένα χαμόγελο. Τη στερνή ματιά που μ’ έριξε.

   Παλάβωσα… αγρίεψα… μούγκρισα κ’ έτρεξα σαν τρελός κ’ έφυγα και σε βρήκα κ’ έπεσα στην αγκαλιά σου κ’ έκλαψα κ’ έκλαψα. Ω, η στερνή ματιά… και το χαμόγελο… τι με είπαν που γίνηκα όξω φρενών; Και τι δε με είπαν; Τρεις μέρες μ’ έψαχνε να με τη ρίξει… Τρεις μέρες την προσχεδίαζε και την είχε μάθει τόσο καλά. Μ’ άγγιξε κει που ‘πρεπε… Καταλαβαίνεις τι με είπε εκείνη η ματιά… Η στερνή της ματιά…

   Και ξανάπεσε πάλι στην αγκαλιά μου και αλαφρωμένος τώρα από το βάρος των μυστικών του εχύθηκε σε νεβρικά κλάηματα φωνάζοντας.

   -Πιπή μου, Πιπή μου, Πιπή μου…

   Κείνη την ώρα δεν μπόρεσα κ’ εγώ να τον παρηγορήσω. Έβλεπα πως μ’ είχε δώσει τόση συγκίνηση, που κ’ εγώ είχα ανάγκη από παρηγοριά. Καταλαβαίνετε όμως πως συνήρθα γλήγορα και πως έκανα ό,τι έπρεπε για το φίλο μου, για τον αδερφό μου…



                                                                        (1894)


Πρωτοδημοσιεύτηκε στον Νουμά, 20/12/1918-5/1/1919       


Δεν υπάρχουν σχόλια: