Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

«Συζυγική σκηνή» Διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη (1868 - 1916) Από τα «Πεζογραφήματα» (εκδ. Νεφέλη, 1988)

............................................................









Μιχαήλ Μητσάκης (1868 - 1916)














·       «Συζυγική σκηνή»

Διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη (1868 - 1916)


Από τα «Πεζογραφήματα» (εκδ. Νεφέλη, 1988)



  
   Α! σε ηύρα επί τέλους, άτιμε!  Τι ενόμισες; Πως θα μου ξεφύγης; Γι’ αυτό λοιπόν μ’ αφίνεις μονάχη κάθε βράδυ στο σπίτι και φεύγεις! Κακούργε!

   Και γυναικεία παλάμη, χειροκτιοφόρος, αρπάζει μετά δυνάμεως τον βραχίονα του ανδρός, νέου ωσεί τριαντακονταετούς, αρκετά ευμόρφου και ικανώς κομψού. Ο συνοδεύων αυτόν φίλος παραμερίζει έκπληκτος, και η γυνή παρεντίθεται εις το μέσον, κρατούσαν αυτόν πάντοτε από του βραχίονος, ως δι’ αρπαγής θήραμα όπερ εκοπίασε ν’ ανεύρη κ’ επιθυμεί να μη της διαφύγη πλέον.

   Η ώρα είνε δεκάτη της νυκτός, ενάστρου νυκτός Ιουλίου γλυκυτάτης, και το πλήθος πληροί το θέατρον των Ολυμπίων – η διήγησις ανάγεται εις την προ των τελευταίων μεταβολών του περί τους Στύλους πεδίου εποχήν -, πλημμυρεί τον προ του έξωθεν καφφενείου χώρον και περιδιαβάζει κατά πυκνούςν ομίλους, διευθυνόμενον ή επανερχόμενον εκείθεν, επί της προς τα έξω αγούσης πλατείας λεωφόρου ή υπό την δενδροστοιχίαν.

   Εκείνος την ανεγνώρισεν αμέσως, και περιδεώς προσβλέπων γύρω μη τις ήκουσε, δια βραχείας φωνής, συριττούσης, πνιγομένης, είπεν αυτή (δοτ.):

   -Πάμε!

   Αλλ’ αυτή, βραδύνουσα επίτηδες, εχομένη επιμόνως του βραχίονός του ισχυρώς, έλκουσα αυτόν προς εαυτήν, οπίσω, όπως συναρμόση το βήμά του προς το ιδικόν της, χωρίς να φροντίση να χαμηλώση της φωνής της τον τόνον:

   -«Πάμε!», λέγει, αι! Τώρα – «πάμε»! Πού να πάμε στο σπήτι; Τώρα το συλλογίσθηκες το σπήτι!

   Αι λέξεις εξέρχονται από του στόματός της διακεκομμέναι, βίαιαι, και ασθμαίνει, ως εκ μακρού δρόμου, ομιλούσα, και τακτοποιεί δια της άλλης χειρός, τρεμούσης και πυρετώδους, τα ενδύματά της, άτινα φαίνονται ότι έχουν φορεθή εν σπουδή και αταξία (δοτ.).

   -Διασκεδάζεις βέβαια… επαναλαμβάνει σχεδόν αμέσως. Δε μπορεί, βλέπεις, να κάμη χωρίς θέατρο ο κύριος! Κι εγώ ας κάθουμαι να μαραζώνω με τα παιδιά του! Αμ, δε μούλεγες λοιπόν σα μ’ έπαιρνες πως με ήθελες για παραμάννα;



   Οι δύο άνδρες φαίνονται ως συντετριμμένοι εκ της απροόπτου εμφανίσεως. Κύπτουν την κεφαλήν ως κατάδικοι υφιστάμενοι δικαστού επιτιμήσεις, ένοχοι ακούοντες απαγγελλομένην την κατηγορίαν των, δεν λέγουν γρυ και σχεδόν προσπαθούν να κρύψουν τα πρόσωπά των, βυθίζοντες μέχρι της ρινός τους πίλους των και συστρέφοντες τους μύστακάς των. Απεναντίας η γυνή βαδίζει εν τω μέσω αυτών, σειομένη όλη, ως άγουσα θρίαμβον, πάλλουσα εξ οργής αλλά και ευχαριστήσεως, αδιαφορούσα αν αναγνωρισθή ή να προκαλέση τα όμματα, το πρόσωπον γυμνόν, την γλώσσαν λελυμένην. Η στάσις αυτής είνε σχεδόν εμπόλεμος και η όλη όψις ερεστικοτάτη, εμφαίνουσα δίψαν φιλονεικίας ακόρεστον, επιθυμίαν πάλης, όρεξιν αγώνος. Αλεκτορίς, θα έλεγες, τινάσσουσα τας πτέρυγάς της κ’ ετοιμαζομένη εις μάχην αλληλομαδήματος. Η φωνή αυτής οξεία, λεπτή, εισερχομένη βαθέως εις το ους ως τρύπανον, κ’ εξικνουμένη μέχρι των ενδοτάτων του εγκεφάλου, και δονούσα και αυτάς τας μάλλον αποκρύφους ίνας του.

   -Παραμάννα! Εξακολουθεί συρίζουσα ως ερπετόν. Τον πρώτο χρόνο ήμουν καλή, το δεύτερο ήμουν καλή!... Τώρα δεν είμαι παρά για την κουζίνα και για να κοιμίζω τα παιδιά! Κάθε βράδυ, κάθε βράδυ· «Θα πάω ‘στου Νικολάκη… Έχουμε δουλειά»! … ‘Στα Ολύμπια είνε η δουλειά σας!

    Και προχωρεί, αλλ’ αργά-αργά, σταματώσα εκάστοτε, προφέρουσα κεχωρισμένας τας φράσεις, μελετημένας προφανώς πρότερον, ως κατά πτύσματα ριπτόμενον δηλητήριον, πεφυλαγμένον επί τούτω υποκάτω της γλώσσης της, χωρίς να κυττάζη πέριξ, ως να ευρίσκεται εις το σπήτι της, όπερ τόσω συχνά αναφέρει, ενώ οι άνδρες σπεύδουν επειγόμενοι τουλάχιστον φαίνεται να εξέλθουν του φωτισμένου χώρου και να φθάσουν υπό τα σκότη της δενδροστοιχίας. Εκάστην λέξιν, ην απαγγέλλει, φαίνεται ως να την σταθμίζη, ν’ αναμετρά την εντύπωσιν ήν θα κάμη, να την οξύνη, νομίζεις, επίτηδες ως αιχμήν βελόνης ην θέλει να εμπήξη εις κρέας. Άρρητος ιδίως είνε η έκφρασις ην δίδει εις το του εκείνο, όταν ομιλή περί των παιδιών του. Αδύνατον θα ενόμιζες τέως μία απλή κτητική αντωνυμία να ημπορή να περιλάβη τόσην χολήν μίσους και βδελυγμίας.

   Ήδη τινές των παρερχομένων ομίλων στρέφουν περίεργοι την κεφαλήν, και πολλοί των διαβατών τείνουν το ους δια να εννοήσουν τι συμβαίνει. Και εκείνη, χωρίς να τους αξιώση ούτε βλέμματος, χωρίς να λάβη τον κόπον ή την αιδώ να προσέξη, ανελίσσει εφ’ όσον προχωρεί το κατηγορητήριον της, ανηλεής, ομιλούσα τριτοπροσώπως νυν, διηγηματικώς, ως εν τω θεάτρω οι ηθοποιοί προς το ακροατήριον, ή προς ένδειξιν μείζονος περιφρονήσεως φαίνεται.

   -Ένα μήνα τώρα πολεμώ ν’ ανακαλύψω πού πάει, τι κάνει… Άμα φάμε, το καπέλλο του κ’ έξω! Στέλνω την Ελένη ‘στου κυρ Νικολάκη:

   «Εδώ είνε ο αφέντης μου;»

   «Τώρα ό,τι βγήκαν με τον δικό μου».

    Την στέλνω ‘στου Σταμάτη:

   «Μήπως ήρθε εδώ ο αφέντης μου;»

   «Όχι, δεν ήρθε!»

   Απόψε μου λέει: «Πάω ‘στου πατέρα μου.» Εμένα μ’ έτρωγαν τα φείδια… Σηκώνομαι, ντύνομαι, πηγαίνω.

   «Καλησπέρα!... Τι; μόνοι σας είσθε;»

   «Μόνοι.»

   «Μα καλά, πού είναι ο Δημητράκης;»

   «Σου είπε πως θάρθη εδώ; Έχει ένα μήνα νάρθη!» Δολοφόνε!...



   Τους παρακολουθώ από τινων στιγμών ήδη. Η παράδοξος αυτή σκηνή, συζυγική έρις προδήλως, εκρηγνυμένη ούτως ανελπίστως προ εμού, εν πλήρει οδώ, εν μέση λεωφόρω, υπό τον μαρμαίροντα αττικόν ουρανόν, ενώ μυρμηκιά πέριξ ο λαός και από του θεάτρου αναπέμπονται, πληρούντες την έκτασιν και διαχύνοντες την φαιδρότητα οι θορυβώδεις της Αΐδας τόνοι, μ’ ελκύει ακατασχέτως, αδιάφορον περιπατητήν, όστις επλάνων προ ολίγων λεπτών άσκοπον το βήμα. Κωφαίνων τον ήχον των βημάτων μου, έπομαι όσον το δυνατόν αψοφητί. Αι ολίγαι λέξεις, ας ήκουσα, αι ποικιλλόμεναι δι’ ονειδισμών και στεναγμών, μου ήνοιξαν αρκετά την όρεξιν. Και ανίκητος επιθυμία με καταλαμβάνει να εξιχνιάσω την αιτίαν της περιέργου σκηνής, ην ούτως ακουσίως έτυχε να συναντήσω έμπροσθέν μου, να παρακολουθήσω τας περιπετείας της, ν’ ανακαλύψω τι συμβαίνει, να την παρατηρήσω εξελισσομένην, να ίδω το αποβησόμενον. Ομολογουμένως δε ό,τι είδα έως τώρα, δικαιολογεί πληρέστατα την περιέργειαν αυτήν. Αλλ’ εννοείται ότι και η φαντασία, η άλλοτε γόησσα και άλλοτε ερινύς αυτή θεότης, δεν αργεί να έλθη επίκουρος δια να την υπεκκαύση. Και ενώ προσπαθώ, λαθραίος, προσεκτικός, ως ωτακουστής, να κρύπτωμαι όσω το δυνατόν μάλλον καλλίτερα – διότι ο ανήρ δεν παύει να στρέφη οπίσω και γύρω του παρατηρών μετ’ αγωνίας – αναλογίζομαι  άμα κατ’ εμαυτόν ποίον άρα γε μυστικόν δράμα να κρύπτουν ίσως αι ολίγαι αυταί φράσεις και τα ολίγα αυτά σχήματα… Τις οίδε ποία άρα γε αλληλουχία γεγονότων, αφ’ ων κρέμανται πολλάκις υπάρξεις όλαι, να εξώθησε τους άνδρας τούτους και την γυναίκα αυτήν, να έρχωνται τοιάυτην ώραν εκεί, να τρέχουν έξω του οίκου των, όχι δια να περπατήσουν ή να ευθυμήσουν, όπως οι άλλοι, αλλά δια να ξεσχίσουν ίσως μετ’ ολίγον τας σάρκας των!... Τις οίδε ποία αγρία απόκρυφος τύχη να έσπρωξε τους ανθρώπους αυτούς, συνήθεις αστούς καθ’ όλα τα εξωτερικά φαινόμενα, να σπεύδουν ούτως ασυνειδήτως δια να φωνάξουν τον πόνον των εις το μέσον του δρόμου, δια να ρίψουν το άλγος των ως παράχορδον θλιβερόν τόνον εν τω φαιδρώ θορύβω λαϊκής συναθροίσεως, δια να πετάξουν την μυχίαν οδύνην των, σφαδάζουσαν βοράν εις τα όμματα του πρώτου τυχόντος!... Τις οίδε ποίας κολάσεως ωρυγαί, ύβρεις, μανία, εξέβαλον τον άνδρα τούτον εις τα αγυιάς, πνιγόμενον, απηλπισμένον, έκφρονα, δια να ζητήση μακρά της οικογενείας – μεγαίρας με γαμψούς όνυχας και βλοσυρούς οφθαλμούς – ανάπαυσιν, ανακούφισιν, ησυχίαν πνέυματος, αέρα!... Τις οίδε ποίας απεχθούς προδοσίας, υπόνοια και λύσσα να έρριψε την γυναίκα αυτήν εκτός, με τα φορέματα εν αταξία, ασθμαίνουσαν, κάθιδρον, μη ενωτιζομένην παρά την κραυγήν της οργής της και μη ακούουσαν παρά το πάθος της! …

   Τίποτε απ’ αυτά.

   Το μυστηριώδες όραμα, δεν είνε, ως εξάγεται, παρά απλή χυδαία έρις αθηναϊκού ανδρογύνου της μέσης τάξεως. Η γυνή φαίνεται μάλλον ηλικιωμένη του ανδρός. Τα ενδύματα αυτής έχουν φορεθή εν σπουδή και ατάκτως, αλλά και εν τάξει αν τα εφόρει δεν θα διεκρίνοντο πιθανώς πολύ δια την κομψότητά των. Η μορφή της, υπό το φευγαλέον φως παρατυχόντος φανού, παρίσταται ικανώς αντιπαθητική. Αι κινήσεις της είνε απότομοι και νευρικαί, και προς την όλην της εν γένει εικόνα φαίνεται ότι πληρέστατα θ’ ανταπεκρίνατο ο τύπος ον είχε υπ’ όψιν του ο λαός, όταν έπλαττε την εκφραστικωτάτην λέξιν του ανδρογυναίκα. Απεναντίας ο ανήρ παρίστατ’ ευσταλής υπό τον κοντόν επενδύτην του, οξύαιχμον κεκαρμένος το γένειον, συμπαθής, επιδεικνύων μικράν ανθοδέσμην εξ ίων προσεισηγμένην εν τη κομβιοδόχη. Προδήλως το ζεύγος είνε ανάρμοστον. Πώς συνηρμόσθησαν, πώς την επήρε δηλαδή, άδηλον. Αλλ’ αυτά συμβαίνουν. Και ο πρώτος χρόνος, και ο δεύτερος χρόνος, θα οικονομήθησαν όπως-όπως, ούτως η άλλως. Αλλά του καιρού παρερχομένου, η δυστροπία του χαρακτήρος της κυρίας, ούτινος αρκετά δείγματα και η σκηνή έδωκεν ήδη, θα ήρχισεν ίσως να μη γίνεται πλέον και πολύ ανεκτή. Προστιθεμένων δε και των εκ της αυξήσεως της οικογενείας και των άλλων παραμαρτουσών ενοχλήσεων, η ζωή εν αυτή δεν θα παρέχη βεβαίως εξαιρετικώς γοητευτικά θέλγητρα. Και φαίνεται ότι ο νέος αυτός έχει την ατυχίαν, τον εγωισμόν ή την καλαισθησίαν, όπως θέλετε, να πλήττη παρά τη ανδρογυναίκα αυτή και να ζητή έξω της εστίας του ό, τι δεν δύναται να εύρη πλησίον της. Τούτο δε ήρκεσε να εξαπολύση την σύζυγον αυτήν, την μητέρα ταύτην, μαινάδα παράφορον, λύκαινα ωρυομένην, εις την δίωξίν του!...



   Αν είνε όμως κοινή και χυδαία ως προς την βάσιν της η σκηνή, δεν είνε πάντως αναξία ενδιαφέροντος εν ταις λεπτομερείαις της. Αν όχι άλλο, το πλαίσιον εν ω εκτυλίσσεται από τινων στιγμών, θα ήτο αντάξιον καθ’ όλα και δι’ υψηλής ακόμη εικόνα τραγωδίας. Έφθασαν ήδη βαδίζοντες υπό την δενδροστοιχίαν. Οι φανοί δεν έχουν αναφθή εν αυτή (δοτ.), και εκτείνεται πέραν, σκοτεινή και μακρά. Και τα φυλλώματα των δένδρων της συμπλέκονται υπέρ τας κεφαλάς των πένθιμα, ενώ μυστηριωδώς θροούσιν υπό τον άνεμον του βασιλικού κήπου τα ζοφερά βάθη, και κυάνεον απλούται άνωθεν το στερέωμα και τα άστρα ρίπτουν αμαυράν κ’ υποτρέμουσαν φεγγοβολήν… Τοιαύτη δεν ήτο περίπου η νυξ καθ’ ην έβαλες τον τελευταίον σου στεναγμόν, ω Δεσδεμόνα;… Αλλά της Δεσδεμόνας το πρόσωπον εν τη χυδαία σκηνή της αθηναϊκής δενδροστοιχίας, θα ηδύνατο αστειότατα, παρ’ όλην την ποίησιν της νυκτός, να παίξη ο δυστυχής σύζυγος, ενώ η γυνή θα ηδύνατο κάλλιστα να διεκδικήση τον τίτλον Οθέλλου με ποδόγυρον. Η φωνή αυτής αντηχεί πάντοτε διαπεραστική και δυσηχοτάτη, εις τρόπον ώστε αρχίζουν εμού αυτού, του αδιαφόρου παρατηρητού, να εξεγείρωνται βαθμηδόν τα νεύρα, και μου έρχεται να ριφθώ και να της βγάλω την γλώσσαν. Τα κινήματα αυτής είνε διηνεκώς απειλητικά και η στάσις της, αγώνος στάσις. Προφανώς διακρίνει την δυσχέρειαν, εις ην εμβάλλει τους συνοδούς της, και εννοεί να καταχρασθή αυτής ει δυνατόν απεριορίστως.  Τη αληθεία σπανιώτατα έτυχε να παραστώ εις τοιούτο πρωτοφανές και απελπιστικόν, μα την Έριδα, είδος γρίνιας. Η θέσις των ανδρών είνε ακριβώς αξιοδάκρυτος. Λυπούμαι ιδίως εξαιρετικώς τον φίλον του συζύγου, όστις ευρίσκεται προδήλως περιπεπλεγμένος, και δεν ηξεύρει τι να κάμη, εν δυσκολωτάτη στάσει, αμφιβάλλων αν πρέπη να τους αφήση να λύσουν τας διαφοράς των μόνοι των ή να εξακολουθήση παίζων και αυτός τον βωβού τριταγωνιστού αρκετά κωμικόν ρόλον του. Χρειάζεται δε βεβαίως ικανή δόσις ανεκτικότητος, ώστε να υπομένουν τα βασανιστήρια εις α τους υποβάλλει ο απροσδοκήτως ενσκήψας αυτός δήμιός των. Αν αυτοί βραδύνουν το βήμα, αυτή το επισπεύδει, αναγκάζουσα αυτούς να την παρακολουθούν και άκοντες. Αν αυτοί αρχίσουν να σπεύδουν, αυτή σταματά επίτηδες. Αν θελήσουν να διευθυνθούν προς τα δεξιά, αυτή τους ωθεί να στραφούν προς τ’ αριστερά. Αν στραφούν προς τ’ αριστερά, αυτή τους πιέζει να στραφούν προς τα δεξιά. Αν θέλουν ν’ αποφύγουν την απειλουμένην προσέγγισιν ομίλων διαβατών, αυτή τους εκβιάζει να συγκρουσθούν με αυτούς πρόσωπον με πρόσωπον. Και αι μομφαί και τα παράπονα, και αι μεμψιμοιρίαι, εκτυλίσσονται πάντοτε, ακατάπαυστοι, φορτικώτατοι:

   -Για την κουζίνα, αι;… Να σου κοιμίζω τα παιδιά σου, αι;…

   Και ανά παν λεπτόν, εις εκάστην φράσιν της, ως βάσις των αιτιάσεων, φέρονται εις το μέσον τα παιδιά – τα παιδιά του, ως τ’ αποκαλεί -, ως να του τα ρίπτη εις το πρόσωπον, ως να μην είναι και ιδικά της, μετ’ εκφράσεως υψίστης καταφρονήσεως και υπάτης αγανακτήσεως διότι κατεδικάσθη να τα περιποιήται, ως να εκτελή πράττουσα τούτο υπηρεσίαν επιβεβλημένην και να προσφέρη εκδούλευσιν προς αυτόν… Και τα ακούει εκείνος, σιωπηλός, κύπτων την κεφαλήν, χαμαί νεύων, χωρίς να απαντά, καταπίνων τον θυμόν του…



   Αλλά φαίνεται ότι από μικρού απηύδησε. Και, βαιά τη φωνή:

   -Θα σωπάσεις επί τέλους; λέγει.

   -Εγώ να σωπάσω;… Σιγά μη μου βουλώσης και το στόμα!

   -Θα τραβήξης να πάμε ‘στο σπήτι;

   -Δεν πάω!... Ό,τι θέλω θα κάμω!

   -Αι, τότε λοιπόν έλα να καθήσης… Εγώ εκόπηκα…

   Και κάθηται επί τινος των παρακειμένων θρανίων της δενδροστοιχίας.

   -Δεν κάθουμαι, όχι!

   Αναγκάζεται συνεπώς να εγερθή.

   -Πάμε λοιπόν, επαναλαμβάνει.

   Αλλά τότε:

   -Δεν πάμε πουθενά. Θα καθήσω. Είμαι κουρασμένη.

   Προδήλως ο άνθρωπος υποφέρει δεινώς.

   -Μα τι είνε αυτά τέλος πάντων; της λέγει. Τι κάνεις έτσι;… Έτσι θα φωνάζης ολοένα; Δεν ντρέπεσαι λιγάκι τον κόσμο;

   Και εκείνη, ως να προσκαλή ακριβώς τον κόσμον αυτόν, τον περιπλανώμενον γύρω και κυκλούν αυτούς θηρίον, όπερ τόσον φαίνεται ότι φοβείται ο ανήρ, υψούσα την φωνήν, αναιδής, αυθάδης:

   -Δεν ‘ντρέπουμαι κανένα! Δεν έχω ανάγκη κανένα! Ας έλθουν όλοι ν’ ακούσουν και να ιδούν τι κακούργος είσαι!...

    Έχασεν εις το κάτω της γραφής την υπομονήν. Και αρπάζων αυτήν αυτός πλέον τώρα από του βραχίονος, ωθών αυτήν επιβλητικώς, αξιωματικώς, σχεδόν βαναύσως:

   -Εμπρός! της λέγει, δεν υποφέρεσαι πλέον! Στο σπήτι! Τράβα!

    Αλλ’ αυτή, ανετινάχθη όλη διαμιάς, αγρία, έξαλλος.

   -Άφησέ με! ωλόλυξε. Θα σε φάω κακομοίρη!

   Η κραυγή αυτής αντήχησε διάτορος εν τη νυκτί και ενόμισα ότι είδα εν τω σκότει λευκάζοντας τους οδόντας της, ωσάν αυτήν εκείνην την στιγμήν ο θήλυς Καννίβαλος να ήθελε να πραγματοποιήση την απειλήν.

   Και ο τάλας, έντρομος προ της απροσδοκήτου οξύτητος της φωνής και προ της ακατασχέτου βιαιότητος, αφίνει αύθις τον βραχίονά της, ηττημένος, υποτεταγμένος, βλέπων ότι το καλλίτερον πάλι είνε να δώση τόπον τη οργή.περιδεέστερος ή το πριν.



   Και η σκηνή επαναλαμβάνεται και εξακολουθεί όπως και πρότερον, της γυναικός αναλαβούσης την θριαμβευτικήν εν τω μέσω πορείαν της, και εξεμούσης ό,τι της καταβή, και επικαλουμένης εκάστοτε ως αίσχος εις ο την υπεχρέωσεν ο άτιμος αυτός και ως έγκλημα δι’ ο είχε δίκαιον να κατηγορή αυτόν τον κακούργον ότι την αφίνει κάθε βράδυ μόνην ‘στο σπήτι δια να κοιμίζη τα παιδιά του, και υβριζούσης εν φαρμακερώ σιέλω, ενώ εκείνοι κρύπτουν εκ νέου τας μορφάς των, με καταβιβασμένους τους πίλους των και συστρέφοντες τους μύστακάς των.

   Με το αυτό βάδισμα και τας αυτάς στάσεις και τα αυτά επεισόδια έφθασαν ήδη εις το τέλος της δενδροστοιχίας.

   Εκείθεν, έκαμψαν αριστερά, προς την πλατείαν του Συντάγματος.

   Κατήλθον εις αυτήν.

   Έκαμαν ολίγα βήματα.

   Και, δια τινος των παρόδων της, τους έχασα αίφνης απ’ έμπροσθέν μου.

   Παρετήρησα γύρω δια να ίδω πού διηυθύνθησαν, αλλά δεν τους είδα πλέον.

   Είχα βαρυνθή άλλως τε να τους παρακολουθώ.

   Και ενώ απέρχομαι, γελών ενδομύχως δια την αλλόκοτον ιστορίαν, εις ην παρέστην προ μικρού ούτως ανελπίστως ακουσίως μάρτυς, συλλογίζομαι αφ’ ετέρου μετά λύπης τα δυστυχή μωρά, άτινα απέμειναν εις το σπήτι, μόνα μετά την ερήμωσίν του προ ολίγου και υπό των δύο κυρίων του, των ηρώων της σκηνής, εμπεπιστευμένα ίσως εις την φύλαξιν καμμιάς υπηρετρίας, ήτις θα ερωτολογή πιθανώς και αυτή τώρα εν τω μαγειρείω και θα τα στέλλη εις τον διάβολον, εγκαταλελειμμένα και από τον πατέρα αυτόν φεύγοντα την όψιν της μαινάδος ταύτης και από την μητέρα αυτήν τρέχουσαν εις τας οδούς, προς καταδίωξιν του φυγάδος τούτου, και θα κλαίουν βέβαια την στιγμήν ταύτην, τα ταλαίπωρα βρέφη, και θα οιμώζουν και θα κόπτωνται μέσα εις τα μικρά λίκνα των…



                                   Εστία, 2/4/1889      

    







Δεν υπάρχουν σχόλια: