Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

"Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου", τα Άνω Πετράλωνα κι εγώ...

..........................................................

"Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου", τα Άνω Πετράλωνα κι εγώ...




Στ' Ατταλιώτικα




«…Μπήκαμε στο καφενείο. Το καφενείο γιομάτο, κι όλοι σηκώνουνταν στο πόδι. κι άλλοι στέκουνταν όξω απ’ τα παράθυρα και βλέπανε. Με κοίταζαν όλοι στα μάτια και θέλανε να μάθουν για τους δικούς τους. - Από μένα, τους λέω, δεν έχετε να μάθετε τίποτα πληροφορία. Απ’ το βουνό κατέβηκα. Ύστερα με παίρνουν και με πάνε στο φρουραρχείο. Στο δρόμο φόρεσα το φέσι γιατί το κεφάλι μου ήταν ξυρισμένο και κρύωνε. Μόλις με είδε ο φρούραρχος. - Καλώς τον, μου λέει. Κάτσε! - Από πού έρχεσαι; Πού πας; Πού έκανες στρατιώτης; Ποιον είχες διοικητή;  Και γω του είπα όλα όπως τάξερα. - Έχεις κανένα γνωστό Σωκιανό;  μου λέει, ύστερα. -Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που έφτασα τώρα, του λέω. -Εσείς δεν ξέρετε κανέναν; λέει στους χωροφύλακες. Κι ένας χωροφύλακας, του λέει. - Ένας ξενοδόχος, κύριε φρούραρχε, θαρρώ πως είναι εδώ από τα Σώκια. - Σύρε, του λέει κι αν γνωριστούν να μείνει στο ξενοδοχείο. Κι αν δεν βγει γνωστός του να τον φέρετε πάλι εδώ. Να με συχωρέσεις παιδί μου. Αυτή είναι η υπηρεσία μου. -Έχεις δίκιο, του λέω. Και γω είμαι στρατιώτης και ξέρω από καθήκον! Και με πήρε και πήγαμε στο ξενοδοχείο.   - Αλέκο, Αλέκο, φωνάζει ο χωροφύλακας. Έλα και σου ΄φερα ένα πατριώτη σου. Ήρτε ο ξενοδόχος. - Βρε τι πατριώτη μου ΄φερες; του λέει. Και με κοιτάζει από πάνου ως κάτου. Κι εγώ σοβαρά του λέω. - Έλα πατριώτη, πλησίασε κοντά μου. Δεν έχεις φόβο να κολλήσεις εσύ Τούρκος.* Ο χωροφύλακας λέει. - Αυτός είναι απ’ τ’ Αϊντίν, απ’ το Κιρκιντζέ. - Για πες μου έναν Κιρκίντζαλη, μου λέει. - Ο Λιμπέρ. του λέω. και είπα έναν πλούσιο απ’ το χωριό μας. - Βρες δος το, μου λέει και μ’ άρπαξε. Κι ύστερα του χωροφύλακα: -Υπ’ ευθύνη μου. Αύριο τον φέρνω εγώ στο φρουραρχείο…»

Σημείωση: Από την τελευταία σελίδα της α' έκδοσης της "Ιστορίας ενός Αιχμαλώτου" (1929) του Στρατή Δούκα.






Τελευταία σελίδα από την «Ιστορία ενός Αιχμαλώτου». Διαβάζω και ξαναδιαβάζω: «…Κι εγώ σοβαρά του λέω. -Έλα πατριώτη, πλησίασε κοντά μου. Δεν έχεις φόβο να κολλήσεις εσύ Τούρκος…» Και θυμάμαι.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Άνω Πετράλωνα, έζησα εκεί μέχρι τα 14 μου. Είναι μια γειτονιά στα όρια Πετραλώνων και Θησείου, στον περιφερειακό δρόμο του λόφου του Φιλοπάππου, τα λεγόμενα «Ατταλιώτικα». Τα λέγαμε έτσι γιατί εκεί μένανε συμπατριώτες μας και συνάνθρωποί μας από την Αττάλεια της Μ.Ασίας.  Είναι με κάτι πέτρινα σπίτια (μικρές πολυκατοικίες), τα λέγανε και «σπίτια της Φρειδερίκης», γιατί είχαν, φαίνεται, φτιαχτεί με λεφτά από εκείνες τις οργανώσεις πρόνοιας των μετεμφυλιακών χρόνων. Τις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού τις έκανα σ’ ένα υπέροχο κτίριο εκεί κοντά. Σ’ αυτό το κτίριο συστεγάζονταν δύο δημοτικά, ένα με «δικά μας» παιδιά κι άλλο ένα με παιδιά από τα «Ατταλιώτικα». Εμείς είμαστε κανονικά παιδιά, λευκά, ξανθά, μελαχρινά, καστανομάλλικα, πώς να το πω βρε αδελφέ, κανονικά. Εκείνα ήταν σκούρα, φτωχικά ντυμένα, μιλάγανε, καμιά φορά, περίεργα, όχι σαν κι εμάς. Είχανε και ένα χαζό κορίτσι, μεγαλόσωμο, που κι εμείς κι αυτά το κοροϊδεύαμε, Μαρία, νομίζω, τη λέγανε, δεν πάταγε σχολείο, συνέχεια την κοπάναγε, συνέχεια στους δρόμους ήτανε, την κοροϊδεύανε και οι μεγάλοι από τα καφενεία και τα άλλα μαγαζιά. Κι εμείς όταν διασταυρωνόμασταν μαζί της στο δρόμο, αλλάζαμε πεζοδρόμιο, γιατί φαινόταν βρώμικη και δεν έπρεπε να πάμε κοντά της μην κολλήσουμε τίποτα. Αλλά και τα άλλα παιδιά από τα «Ατταλιώτικα» τ’ αποφεύγαμε, όταν συναντιόμασταν στην πόρτα του σχολείου (τρείς μέρες τη βδομάδα κάναμε μάθημα πρωί εμείς, τρεις μέρες απόγευμα τ’ «Ατταλιωτάκια» - έτσι τα λέγαμε, και αντιστρόφως τις άλλες 3 μέρες) στις 2 το μεσημέρι. Τ’ αποφεύγαμε μην κολλήσουμε τίποτα, καμιά αρρώστια, γιατί κι αυτά βρώμικα φαίνονταν με τα φτωχά τους ρούχα ή τ’ αποφεύγαμε να μη μας προσηλυτίσουνε, να μην μας παρασύρουνε, αλήθεια σε τι;

   Τις άλλες τρεις τάξεις του δημοτικού τις έκανα σ’ άλλο δημοτικό των Πετραλώνων, αλλάξαμε σπίτι, υπαγόμασταν σ’ άλλη ενορία. Εξακολουθούσαν όμως οι Πετραλωνίτες να θεωρούν τ’ «Ατταλιώτικα» απαγορευμένη περιοχή. Στο γυμνάσιο άλλαξα γειτονιά, πήραμε δικό μας σπίτι στο Κουκάκι, γυμνάσιο-λύκειο πήγα στη Νέα Σμύρνη, επαφή όμως με τα Πετράλωνα κράτησα. Και φίλους είχα εκεί και συγγενείς. Το 1975 πέρασα στη Νομική στην Αθήνα. Μες στην πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα της Μεταπολίτευσης, οργανώθηκα στη νεολαία του ΚΚΕ Εσωτ. στο «Ρήγα Φεραίο». Ζήτησα να πάω στη γειτονιά, στα Πετράλωνα, να «δουλέψω» στην εκεί Οργάνωση Βάσης. Πήγα. Στις εκλογές του 1977 εκλογικός αντιπρόσωπος της «Συμμαχίας» στα εκλογικά τμήματα των «Ατταλιώτικων», 50 και 60 % η Αριστερά εκεί, ΚΚΕ δηλαδή, η «Συμμαχία» καταποντίστηκε. Τις Κυριακές στις 10 η ώρα το πρωί, στην προεκλογική περίοδο, χτυπάγαμε τις πόρτες για να πουλήσουμε την «ΑΥΓΗ». Μας άνοιγαν γυναίκες, μεσήλικες και γριές περιποιημένες με τα κυριακάτικά τους, φαίνονταν από το άνοιγμα της πόρτας τα καθαρά και τακτοποιημένα νοικοκυριά τους, μας καλωσορίζανε με χαμόγελο, μα «ΑΥΓΗ» δεν έπαιρναν, λέγοντας «πήραμε, γιε μου, πήραμε…». Είχαν περάσει στις 7 και στις 8 το πρωί οι Κνίτες και είχαν πάρει τον «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ». Αυτά θυμήθηκα εγώ από τους «Τουρκόσπορους» των Πετραλώνων…






Αυτό είναι το σχολείο που πήγα τις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Συστεγάζονταν δύο δημοτικά, το 77ο και το 78ο. Στο πρώτο πήγαιναν τα παιδιά από τα Ατταλιώτικα, εμείς, τα καθαρόαιμα ελληνόπουλα πηγαίναμε στο 78ο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: