Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Από την α' έκδοση της "Ιστορίας ενός Αιχμαλώτου" (1929) του Στρατή Δούκα (1895 - 1983)

.............................................................



Ο Στρατής Δούκας όπως τον ζωγράφισε ο Σπύρος Παπαλουκάς



Από την α' έκδοση της "Ιστορίας ενός Αιχμαλώτου" (1929) του Στρατή Δούκα (1895 - 1983)














…Πάμε σ’ ένα μαχαλά και βλέπουμε τα σπίτια ανοιχτά, μερικούς Τούρκους στην αγορά και στην αστυνομία ένα σκοπό. Στο σκολειό μπροστά σταθήκαμε. Ακούμε κάποιον και μίλησε. Είταν σκοπός. Απ’ τα σπίτια είχαν πάρει τα έπιπλα και τα είχανε βάλει μέσα στο σκολειό. Σ’ όσα σπίτια μπήκαμε δεν είδαμε τίποτα.

Την άλλη μέρα ωρίσαμε θέση στη σπηλιά. Όταν ανταμωθήκαμε μας πήραν τα κλάματα.

Εμείς λογαριάζαμε να΄ρτουμε στο χωριό και να βρούμε απ’ όλα, και μεις κοιτάξαμε και δε βρήκαμε τίποτα. Για το ψωμί χάσαμε κάθε ελπίδα. Είπαμε να μείνουμε δυο τρεις μέρες για να δούμε τι θα γίνει, και ριχτήκαμε και τρώγαμε σύκα απ’ τους μπαξέδες. Ύστερ’ από μια βροχή τα σύκα χάλασαν. Μα στο μεταξύ άρχισαν να ωριμάζουν οι ελιές. Μαζέψαμε όσο καρπό μπορούσαμε. Ψωμί όμως δεν είχαμε - Βρε, σύντροφε, του λέω. Όσο να φάω μου ΄ρχεται εμετός. Τουλάχιστο να πάμε σ’ ένα μύλο, να τον πατήσουμε. Να πάμε αντίκρυ να κρυφτούμε, και να κοιτάξουμε. Κι όταν ο μυλωνάς φύγει τότε να μπούμε. Κι έτσι πήγαμε αντίκρυ στο μύλο. Πελάτες ήρταν και φύγανε και σαν έγινε βράδυ, ο μυλωνάς εκαβαλίκεψε τ’ άλογο του κι έφυγε. Περιμένουμε. Μεσάνυχτα κοντεύουν. Τότες κάνουμε το σταυρό μας και πάμε. Η κλειδωνιά ήταν σπασμένη. Είχε όμως ξύλο από πίσω. Από κει που έβγαινε το νερό ήταν ένα παράθυρο. Από κει μέσα βλέπουμε κάτι ξύλα χοντρά. Φοβόμαστε, όμως μπήκαμε. Ο μυλωνάς θαρρούσαμε πως είναι μέσα· μα είπαμε, ψωμί να φάμε κι ας πεθάνουμε! Ψωμί βρήκαμε έτοιμο. Στο παράθυρο βλέπουμε δυο τρεις ντομάτες. Ο μυλωνάς έφυγε κι άφησε το μπαρντάκι το λάδι. Μια φορά να φάμε εμείς κι ο μυλωνάς ας μας σκοτώσει. Κάναμε σαλάτα και φάγαμε. Ανάβουμε φως. Στο στύλο είχε καμιά εικοσαριά κεριά από την εκκλησία. Τα κεριά τα πήραμε. Φάγαμε, ήπιαμε.

Ένα βαρέλι αλεύρι βρήκαμε, και μισό βαρέλι στάρι. Βάζουμε ν’ αλέσουμε το στάρι. Αφήσαμε το νερό κι ο μύλος άρχισε ν’ αλέθει. Αλέσαμε. Κοντεύει να ξημερώσει. Πήραμε τ’ αλεύρι από κει  και το πήγαμε καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά. Δεν μπορούσαμε άλλο. Ο μυλωνάς  ήρτε και δεν μπορούσαμε να φύγουμε. Ήρταν και κάτι γιουρούκηδες πελάτες. Ο μυλωνάς μόλις μπήκε άρχισε κι έβριζε γιατί θάρρεψε πώς κλεφτήκαν  αναμεταξύ τους,  Το βράδυ, άϊντε άϊντε, το κουβαλήσαμε. Μέσα στη σπηλιά αρχίσαμε πια να κάνουμε την κουμπάνια μας. Απ΄ το μύλο είχαμε πάρει μισή οκά λάδι κι απ’ τους συκομπαξέδες είχαμε μπόλικες ντομάτες και μελιτζάνες, κι αρχίσαμε να ψήνουμε το φαϊ μας και να ζυμώνουμε. Εκεί, σιγά σιγά, σχηματίσαμε απ’ όλα. Τη νύχτα τρώγαμε στη σπηλιά και την ημέρα παίρναμε φαΐ, και χωνόμαστε μέσα στο δάσος.

Όλα τα λαχανικά του χωριού τα κόψαμε μεις. Ύστερα τέλειωσε το λάδι μας και πουθενά δε βρίσκαμε. Μια μέρα έβρεχε. Φέραμε ένα γκαζοτενεκέ απ’ το χωριό· σπάσαμε ελιές, γεμίσαμε ένα ντρουβά και τον ρίξαμε μέσα στον τενεκέ. Τον περεχύσαμε με ζεστό νερό και το ζουλίσαμε ύστερα τρυπήσαμε τον τενεκέ. Το νερό έφυγε κι έμεινε το λάδι.

Αλεύρι ειχαμε ως πενήντα οκάδες. Μαγειρέψαμε, φάγαμε. Τώρα πάλι είχαμε φαγί, δεν είχαμε ησυχία από την ψείρα.

Αυτό ήθελε ν’ ανάψουμε φωτιά. Την ημέρα όμως δεν μπορούσαμε και τη νύχτα θα πουντιάζαμε. Μ’ αν δεν σπάσουμε τις ψείρες θα μας φάνε. Καλύτερα είχαμε να γλυτώσουμε απ’ αυτές παρά να φάμε φαΐ. Κάτου απ’ το σπήλαιο είχε ένα ρέμα. Είπαμε να κατέβουμε κει κ’ ένα πρωί κατεβήκαμε. Ανάψαμε φωτιά με ξερά ξύλα. Γδυθήκαμε, ζεματίσαμε τα ρούχα, και ξουρίσαμε τις τρίχες και τα γένεια με ψαλίδια και ξουράφια που είχαμε πάρει απ’ το χωριό.   Ξουριστήκαμε, και κουρευτήκαμε. Την άλλη μέρα πάλι ψείρες. Μετά δυο τρεις μέρες, άι, άι, γλυτώσαμε κι απ’ αυτές.  Μα τώρα μας είχε τελειώσει τ’ αλεύρι. Σε δυόμισι μήνες μέσα φάγαμε πενήντα οκάδες αλεύρι. Τώρα πάλι τι να κάνουμε! Είχε ένα άλλο μύλο πάνω στο δρόμο.  

«Νηστικό σκυλί φούρνο τρυπάει». Είπαμε να πάμε και σ’ αυτόν. Πήγαμε και καθίσαμε όλη τη μέρα αντίκρυ και παρακολουθούσαμε το μυλωνά. Μα ο μυλωνάς έμνησκε κει. Τέλος μια μέρα έφυγε στο χωριό.   Ο μυλωνάς έφυγε μα ο δρόμος δούλευε·  άργησε. Έγινε μεσάνυχτα και τραβήξαμε και πήγαμε. Του μύλου η πόρτα ήταν γερή. Αναγκαστήκαμε να μπούμε απ’ το φούρνο που είχε παράθυρο. Εσύ, λέω στο σύντροφό μου, να φυλάς το δρόμο και άμα ακούσεις τίποτα να μου σφυρίξεις. Εγώ σπάνω το παράθυρο και μπαίνω μέσα. Τρέμω απ’ το φόβο. Μα πιο πολλή ήταν η πείνα. Από κει κατέβηκα κι άνοιξα την πόρτα.   Μπήκαμε, ανάψαμε το φως. Είδαμε ένα μερίδιο φασόλια, δυο ψωμιά, μια ζωστήρα *(τούτη εδώ που φοράω). Βρήκαμε ξουράφι, σαπούνι. Πήγαμε στο σταύλο. Είχε ρούχα ακάθαρτα, λερά τα πήραμε. Πέντ’ έξι οκάδες λάδι το παίρνουμε.  Στο μύλο βρήκαμε αλεύρι ένα φορτίο αλεσμένο και ένα άλεστο. Ανοίξαμε το τιμόνι για ν’ αλέσουμε το άλεστο μά χαλάσαμε το μύλο. Το ξύλο ήταν τσουρούκικο πήραμε το στάρι και το αλεύρι στο σπήλαιο. Ήταν αντίκρυ. Κάναμε ψωμί, μαγειρέψαμε. Εκείνη τη μέρα φάγαμε φασόλια. Το πρωί φύγαμε.  Ο μυλωνάς ήρτε κι έφυγε. Φωνές, πελάτες, τρέχει στο χωριό. Όλη  τη μέρα κρυφτήκαμε και την άλλη πήραμε μαζί μας τριών μερών ψωμί και φύγαμε. Μετά τρεις μέρες τίποτα δε φάνηκε και γυρίσαμε. Κάτω απ’ τη σπηλιά ήταν μεγάλα λιόδεντρα που δε μας έβλεπε ούτε ο ήλιος.  Ένα βράδυ μαζεύαμε ελιές και νερό να πάμε στο σπήλαιο. Ακούμε ομιλία από άνθρωπο: - Σύντροφε, λέω άνθρωποι είναι εδώ. Να κρυφτούμε μέσα στο δάσος. Δεν προφτάξαμε να κρυφτούμε και σε δυο μέτρα, μεσ’ απ’ το δρόμο, άνθρωποι, άντρες και γυναίκες κάτι γιουρούκηδες. Όταν περνούσαν μπρος από μας, από τα λιόδεντρα. Μωρέ, λέει ο ένας. Δέκα μπαγκανότες βάζω στοίχημα, εδώ μέσα έχει ακόμα γκιαούρηδες.        

Και μεις ακούσαμε και γελάσαμε.

Ακούς; λέει ο σύντροφός μου. Κι άμα γελάσαμε λιγάκι τραβάμε πάλι στο σπήλαιο.

 Φάγαμε, ήπιαμε. Πρωί, πρωί, φύγαμε σ’ ένα άλλο σπήλαιο. Εκεί πάλι βγάλαμε λάδι.

Το πρωί παρουσιάστηκε μπροστά μας ένας άνθρωπος. Μας βλέπει καλά, καλά. Εμείς κρυφτήκαμε.

Εγώ δε μένω εδώ, λέει ο σύντροφός μου μόλις βράδιασε. Θα πάρω τα πράματα να φύγουμε. Μια κι είδα άνθρωπο, εδώ, δε στέκω. Να φύγουμε.

Άμα φέξει, του λέω, σύντροφε. Κείνος, άμα σκοτείνιασε πήρε τα πράγματα όλα. Φορτωθήκαμε. Ξέραμε άλλο σπήλαιο. Εκεί πήγαμε. Κι απάνου στους τρεις, τέσσερους μήνες βρήκαμε άλλο πάλι σπήλαιο, σ’ άλλο βουνό, μια ώρα μακριά απ’ το παλιό. Φτιάξαμε το μέρος. Εκεί μέναμε όξω και την ημέρα. Ήταν απάγγιο.

 Είχα Σύνοψη και διάβαζα. Εκείνος έψαλλε. Μια μέρα πήρα τη Σύνοψη να ψάλλω. Πάψε! Μια ομιλία, μου λέει. Μπρος απ’ το σπήλαιο έβγαινε ένα μονοπάτι.  Η ομιλία όλο και κόντευε, και μια στιγμή δυο τούρκοι γιουρούκηδες, αγελάρηδες, παρουσιάστηκαν πέντε μέτρα απ’ το σπήλαιο. Εδώ έχει καλή βοσκή, έλεγαν εδώ έπρεπε να ΄ναι. Και μεις ετοιμαζόμαστε με τα ρόπαλα, αν μας δούνε και κινήσουν κατά μας να τους σκοτώσουμε. Μας δεν μας είδαν κι έφυγαν. (Και πάλι ο σύντροφός μου μού λέει. – Κι  από δω θα φύγουμε. - Βρε, από δω πού να πάμε;  Εγώ, μου λέει θα φύγω.  Μωρέ κανείς δεν μας έμαθε. Πού να μας δει; - Ίσως και να ΄δε και να πήγε κατ’ ευθείαν στο Φρουραρχείο. Αϊ, φορτωθήκαμε πάλι και γυρεύαμε άλλο μέρος. Βρήκαμε. Ήταν ένα μέρος που το λέγανε Αγία Τριάδα·  σπήλαιο κι αυτό. Δέκα μέρες, μέρα νύχτα, μέναμε μέσα και κει τελειώσανε οι ζωοτροφίες μας. - Έ, σύντροφε, του είπα τότες θα κάνουμε έγκλημα. Να σκοτώσουμε το μυλωνά; Σε λίγο βγαίνουν τα ρεβίθια, τα στάρια μου λέει. Ίσως έτσι να σώσουμε την ψυχή μας. Σύντροφε, του λέω, ως τώρα τρώγαμε φαΐ και δύναμη δεν έχουμε και με τα χορτάρια θα ζήσουμε; Θα πεθάνουμε απ’ την πείνα κι απ’ τη στενοχώρια. Πρέπει, για να κάνουμε ψωμί για να πάμε στη Σμύρνη να παραδοθούμε. Εγώ, όχι μου λέει. Δεν παραδίνομαι σε Τούρκο. Και πάλι εγώ τον συμβουλεύω. Εκεί είναι πολιτεία δεν μπορούμε να μας χαλάσουν. Αυτός τίποτα. Τότε του λέω. - Να γίνουμε Τούρκοι και να κατεβούμε να πιάσουμε δουλειά. Κι έτσι μείναμε σύμφωνοι, να πάμε να δουλέψουμε σαν Τούρκοι. Δυο νομάτοι όμως γνωρίζουνται και μπορούν να τους πάρουν ύποπτους.  - Πρέπει να κατέβω εγώ σε άλλο μέρος και συ σε άλλο. Ποιο μέρος ξέρεις εσύ; - Το Αϊντίνι, μου λέει. - Ξέρω και γω τα Θείρα. Ξέρω από ζωντανά. Ζωντανά έχει μπορώ να κάνω τον τσοπάνη. Και στους δυο μήνες άμα δε μας καταλάβουν δώσαμε αντάμωση στα Θείρα, ή στο τσιφλίκι ή στη μαντριά, αν έχουμε υγεία...


Δεν υπάρχουν σχόλια: