Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

«Π.Κ. (ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ)» διήγημα του Κώστα Ακρίβου από τη συλλογή διηγημάτων του «Σφαίρα στο βυζί» (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 2003)

 ..............................................................







Κώστας Ακρίβος

(γ. 1958)








·        «Π.Κ. (ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ)» διήγημα του Κώστα Ακρίβου

(από τη συλλογή διηγημάτων του «Σφαίρα στο βυζί» 

   κδ. ΚΕΔΡΟΣ, 2003)

 

1824. Νοέμβριος, στοχάζομαι, Σιλίμνα Αρκαδίας.

   Τότες ήταν που οπού εφονεύθηκε ο Πάνος. Άλλον και μεγαλύτερον πόνον από τούτον δεν εδοκίμασα. Ούτε μου μέλλεται. Δεν ηξεύρω πώς, αλλά η χρονιά εφαίνουνταν δύσκολη εξαρχής. Ο Μαυροκορδάτος εκάθονταν επί θρόνου πρόεδρος. Άρχισε ο αναμεταξύ μας πόλεμος, Έλληνας με Έλληνα. Πολιορκούν τ’ Ανάπλι δια ξηράς και θάλασσας, μας πολιορκούν εις την Τριπολιτσά, κάμνομε έναν μήνα πολιορκημένοι. Η χώρα εις τα χειρότερα, εκινδύνευε η επανάστασι*. Εις την Καρύταινα εσύναξα στρατιώτες και τους εχτύπησα σε διάφορα μέρη, έπιασα τρακόσους ζωντανούς χωρίς να χυθή* αίμα. Έγινε αμνηστία για τον Πάνο και έσμιξε με τον Ζαΐμη και τον Λόντο. Εν τω μεταξύ ο Παπαφλέσσας εβγήκε δια να καθυποτάξη τες επαρχίες Αρκαδιά, Φανάρι και λοιπές. Τα δάνεια εδυνάμωσαν την κυβέρνησι του Κουντουριώτη και η δύναμι την έκανε νόμιμη. Έγραψα να έλθη ο Πάνος και ο Γενναίος εις την Καρύταινα για να αντισταθούν, τον Παπαφλέσσα εκυνήγησαν οι επαρχίες κ’ επήγε στ’ Ανάπλι. Έστειλαν δύναμι τον Βάσο με 800, απαντήθηκαν οι στρατιώτες με τον Πάνο και τον εσκότωσαν.

   Παγενάμενος στην Τριπολιτσά έμαθα τα νέα. Είχαν πλακώσει δικοί μου, κ’ έρχεται ο λαός που τους είχαν κλεμμένα βόδια κι’ άλογα προσκλαιόμενοι εις εμέ και τους κλέφτες τους ήξευρα κ’ έγινα κριτής. Τότε αίφνης άκουσα φωνές από τον δρόμο και μία έλεγε: «Φάγαν τον Πάνο το παλικάρι». Στη Σιλίμνα έγινε το φονικό, ούτε μία ώρα δρόμος μακριά.

   Ο Πάνος δεν ήξερε τίποτες από το κακό που του μηχανεύονταν. Όχι μόνο γιατί ήτο παιδί άβγαλτο, πιότερο που δεν ήξερε να αγρικάει τες συμφορές. Μου είπαν πως του εψιθύρισαν μυστικά: «Πρόσεχε! Ευτούνοι θα σε φάνε!» Η αφεντιά μου τους εγνώριζε, ο Πάνος όχι, δεν ήτο πονηρός, εγώ ναι. Τα είπαν όλα. Ποιοι και πώς τον εφόνεψαν. Μαζί του είχε μονάχα τους μπιστεμένους του, καβαλαρία ούλοι, τον παραφύλαξαν έξω από το χωριό. Πετάχτηκαν μέσα από θάμνους, ακούστηκαν δυο τρεις μπαταριές, το ένα βόλι τον ηύρε στο κροτάφι. Έπεσε δίχως δεύτερη ανάσα. Γιάννης Γουρούνης ο φονιάς. Ήτο στην δούλεψι του Κουντουριώτη και του είχαν τάξει γενναία αμοιβή για κάθε αντάρτη που θα εσκότωνε. Σαν τέτοιοι λογιζόμασταν τότενες εμείς.

   Ήτο ο αγαπημένος, το χέρι μου το καλό. Και πώς αλλιώς. Δεν ευρέθηκε Έλληνας ή άλλος που να ‘χει τουναντίον για τον Πάνο μου. Καλύτερα τον ενθυμούμαι την νύχτα της φυγής μας εις Ζάκυνθον. Ο Πάνος εξάχρονος, εγώ εγεννήθην το 1770. Από καιρό είχαμε αρχίσει το τρεχαλητό, από βουνό σε βουνό, στάνες και λημέρια να μην έχομε τίποτις κρυφό. Οι Τούρκοι λυσσασμένοι για ελόγου μου. Οι δικοί μου λάχα λάχα, με την ψυχή στο στόμα και για να λημεριάσουμε μας έβγαινε η πίστι. Για το πέρασμα στο Τζάντε εφοβήθηκα πολύ. Το κατόρθωσα με την πιστόλα στο δεξί, το ζερβί για να θαρρύνω συνεχώς τον Πάνο. Αλάλητο πουλί ακόμη το κακόμοιρο μα δεν έτρεμε. Ήξερε καλά το μαχαίρι, έριχνε ευθεία το λιθάρι, το κλάμα του δεν το είχα ακούσει ποτέ. Περάσοντας εις Ζάκυνθον όλα άλλαξαν για την τύχη μου. Έβλεπα να έρχεται η επανάστασι δια το Γένος και μαζί ο Πάνος να δένει σε άντρα.

   Έστειλα έναν πεζοδρόμο, γύρισε και μου έφερε τα μαντάτα. Το παλικάρι μου έμεινε στον τόπο, τον έχωσαν οι συντρόφοι μου με φθηνές τιμές. Για το πρώτο που νοιάστηκα ήτο μη και οι μπιστικοί του χαλάσουν την γυναίκα του. Ήξέραμε πως η Ελένη δεν τον αγάπαγε πια, επήγαινε με άλλον. Παίρνω πληροφορία πως τα παλικάρια του ψάχνουν να τήνε βρουν, θα την χαλάσουν λένε διατί έκαμε αγαπητικόν της τον Γρίβα Θεόδωρο. Σέλωσα γρήγορα, πήγα και τον εβρήκα. Είχε μάθει για τούτο και δεν επρόβαλε αντίρρηση. Καβαλαρία τον επήγα πολύ μακριά, είδαμε στο βάθος την θάλασσα. Από ‘κει εύκολα θα πάγαινε στη μάνα της στο νησί. Μετά γύρισα πίσω. Το χώσιμο είχε τελειώσει. Δεν άντεξα να πάγω στο χώμα του, πήρα τες κορφές. Ήθελα να μείνω μόνος, κατάμονος. Όσο να έβγω στην ράχη, απόστασε το άλογο, κόντεψε να σκάσει, το έδεσα σε ένα κλαδί κ’ εβγήκα στο κορφοβούνι. Έκανε κρύο, αέρας, με θωρεί ένα τσοπανάκι, πιλαλάει, ρίχνει στους ώμους μου μια καποτίτζα άσπρη όπου με είδε βαλαντωμένο. Ηύρα μια καρυδιά με τους καρπούς της ατρύγητους ακόμη. Κανείς γύρω μου, καλύτερα. Έβγαλα τα σπλάχνα μου. Κάθησα μέχρι που εσκαπέτησε ο πρώτος πόνος. Ύστερις επήρα στα χέρια πέτρες. Μία μία εσήκωνα τες λιθαριές και εσημάδευα. Δεν άφησα καρπό που να μην ρίξω από το δέντρο. Θάρρηγα πως έτσι τιμωρούσα εμένα. Μαζί και την γυναίκα, την μάνα της Ελένης. Ότι σ’ αυτήν επίστεψα πως έμοιαζε το δέντρο στο μπόι και στην εμορφάδα.

   Τιμωρία, είπα. Με τιμωρεί ο Θεός οπού δεν ετήρησα τους νόμους του. Ήτο τότες με την επιστροφή μας. Τριάντα έξι χρονώ όταν επήγα εις Ζάκυνθον, πενήντα χρόνους είχα σαν εβγήκα στην επανάστασι. Πρώτο πρώτο έκαμα τους αξιωματικούς κατά σειρά της αξιότης του καθενός, λάβαιναν τον μιστό τους, εδίδονταν και βραβεία. Όταν έσφαλλαν, τιμωρία ήτο το κόψιμο των μαλλιών, το ξαμάρτωμα. Μετά, σέβας προς τες γυναίκες. Έδιωχνα όποιον ήθελε βιάσει καμίαν δύστυχη. Αυτά είπα και έκαμνα παντιέρα μου. Αλλά πρώτος και χειρότερος τα παρεβηκα εγώ. Τότες, στην Τριπολιτσά.

   Όταν ήλθαν και είπαν πως με ζητεί η χήρα του Μπούμπουλη, απόρησα. Η φήμη δια την εμορφιά και την αξιάδα της μεγάλη, οπού εμείς άλλο από την βρώμα στο τσαντίρι δεν είχαμε. Πριχού προλάβω να συμμαζευτώ, να σου την και στέκει στην εμπασιά με τα χέρια στην  μέση. Έδειξε να γελά. Την επαρουσίασε ο Πάνος και τα παλικάρια απόξω ετήραξα πώς την γλυκοκοιτούσαν. Τους πρόγκηξα. Μετά την έβαλα καθήμενη απέναντι και επήραμε να κουβεντιάζουμε του Αγώνος. Είχεν ακόμα πίκρα μέσα της για το παιδί της το χαμένο, τον Γιάννο, οπού το είχε φάει ο Χουρσίτ στις είκοσι πέντε τ’ Απριλομάη έξω από το Άργος. Είπαμε πολλά και εζήτησα να την παρηγορήσω. Είπε θρηνώντας πως εβρήκε καταφύγι στην εξοχή, εκεί σκούζοντας και χαροπαλεύοντας με τα άνθη της ανοίξεως. Λίγο αργότερα έμελλε και σ’ εμένα αυτή η παράστασι, τότες ακόμα ήμουν ανυποψίαστος.

   Επλησίασα σιμά της. Βάζω το χέρι στον ώμο και θέλοντας να την ημερέψω, κατέβηκε αυτό αθέλητα πιο χαμηλά. Είχε περάσει πολύς καιρός που δεν εδοκίμασα θέρμη γυναίκας, η δική μου η καψερή τρία χρόνια ήτο φευγάτη στο χώμα, κ’ εγώ χήρος της πιστός. Τώρα επαρανόμησα. Θολά είχα τα μάτια και δεν αγρικούσα τίποτις, μήτε ότι απόξω επερίμεναν οι σύντροφοι και ο Πάνος. Εκείνη ήταν αφράτη κ’ εμοσκοβόλαγε θάλασσα, από την Σπέτσα φερμένη να βοηθήσει τον Αγώνα με ούλες τις δυνάμεις και τα πλούτη της. Κυλιστήκαμε στην βρωμιά από το χώμα και τις πατημασιές. Ήτο η πρώτη φορά οπού ήβλεπα γυναίκα σε όλη της την γύμνια, διατί μέχρι τότε πάντοτες εμείς βρισκόμασταν σαν άντρας μετά γυναικός μέσα στο σκοτάδι της κάμαρης. Η δική μου, Θεός σχωρέσ’ την, και φορώντας τα μισά από τα ρούχα της. Μ’ αυτήν εδώ ήτο άλλο. Ξεπροβοδίζοντάς την είδα τα παλικάρια μου γελαστά, τον Πάνο σκεφτικόν. Λίγο ακόμα και θα ντρεπόμουν.

   Δεν ήτο όποιος όποιος, λέω, ξεχωριστό παιδί από τ’ άλλα μου. Πιο έμορφος και γενναιότερος, εγνώριζε δε να μιλήσει και την γλώσσα των Φράγκων, να παίρνει τον λόγο, και πρώτος στις πράξεις. Είχε πει κάποτες ο Ζαΐμης ότι ευτούνος ήτο ο μόνο των Κολοκοτρωναίων οπού δεν είναι αγροίκος. Εγέλασα τότες ευχαριστημένος, αλλά τον εσιχτίρισα κιόλας.

   Εκείνη η πρώτη ήτο η πιο γλυκιά. Ακόμη δεν είχαμε ανάμεσά μας συγγένεια, οπού ήρθεν αμέσως με το που ο Πάνος έγινε άντρας της θυγατρός της Ελένης. Είχεν όμως γίνει και το πάρσιμο της Τριπολιτσάς. Η καπετάνισσα ανέβηκε τες παραμονές, αρχές Σεπτέμβρη. Μπροστά ευρέθη σε όλες τες συναλλαγές όταν ο Ελμάζ Μπέης έβγαινε με παρακάλια όχι μόνο δια τους Αλβανούς του, αλλά μη χαλάσοντας οι Έλληνες το χαρέμι του Πασά. Νύχτα παγαίνω στη σκηνή της, κάμνουμε ό,τι κάμνουμε, της λέω, αύριο να χορτάσουμε νίκη και χρυσαφικό.

   Εμπήκαμε στην Τριπολιτσά καβαλαρία, με τον γήλιο μεσούρανα. Παντού κεφάλια κομμένα και χέρια ζερβόδεξα πεταμένα. Κλαπ κλαπ ο μαύρος μου δεν πάταγε χώμα, πάνω σε κουφάρια κάλπαζε κι άντερα βγαλμένα των Τουρκαλάδων. Χαιρόμουν και δεν χαιρόμουν. Γυρνάει αυτή από δίπλα, αηδιασμένη, τι όλεθρος είναι ετούτος, Θοδωρή; ρωτάει, αλλά τήνε βλέπω να χαίρεται κιόλας. Πιάνω τα χάμουρα, την ξεκαβαλικεύω, λόγο δεν είχα να δώσω σε κανέναν και τήνε τραβάω στο παλάτι του Χουρσίτ. Μ’ αφήνει η φρουρά των εδικών μας και περνάω, σιωπή εκεί μέσα. Ανοίγω μία θύρα βαριά, ύστερις άλλη, την σέρνω από το χέρι ακόμη βαθύτερα. Βρίσκω μια νταμιτζάνα σαμιώτικο, ήπιαμε, ήπιαμε. Με το σπαθί ανοίγω σεντούκια, ή σε κερδίζω και σ’ έχω παντοτινή μου ή θα με σιχαθείς, σκέφτομαι. Από την ορμή τήνε ρίχνω καταγής, τριγύρα χρυσαφικά και χυμένα νομίσματα της Τουρκιάς. Την κρατώ με το κεφάλι στα χέρια μου. Φαίνεται να με θέλει πολύτερα από άλλοτε. Σμίγουμε. Σαν σηκώνεται, γελάει, μου φανερώνει το σημάδι στο πίσω του κορμιού από νόμισμα που πάνω του εξάπλωσε. Ψάχνω το βρίσκω. Για το κέφι της δίνω αντίτιμο το βενέτικο φλουρί. Γυάλισε το μάτι της, ήξερα πόση αγάπη είχε για όσα αστράφτουνε. Έσκυψε, με ασπάστηκε, έτοιμη για επανάληψη. Βρήκα το μυαλό μου κ’ είπα όχι. Αρκετά ως εδώ, έξω το αίμα πολύ, λίγη τσίπα δεν έβλαφτε. Παγενάμενος μπροστά από μια εκκλησιά, μπήκα, ανάβω ένα κερί στη χάρη Του και για χάρη του Ελληνικού. Εκείνη ξοπίσω μου, δεν την έδιωχνα κι’ εγώ;

   Μέχρις εδώ καλά. Ακόμα και στο Δερβενάκι, λίγο πριχού ορμήξουμε του Δράμαλη, ξανασμίξαμε νύχτα πάνω στον σκληρό βράχο. Αλλά και πάλι, καλά λέγω. Διατί ακόμα το επέτρεπε η συνήθειά μας. Το κακό άρχισε από το μεσημέρι του γάμου Ελένης και Πάνου. Στην κάμαρη εσμίγαν τα νιόπαντρα και στην διπλανή εμείς οι αντρόπιαστοι εκάμναμε την πρώτην αμαρτίαν.

   Από τότες ξανάδα την καπιτάνισσα πολύ μετά, κόντευε ο Μπραΐμης να κουρσέψει τον Μοριά κ’ ελπίδα άλλη από το να μονοιάσουμε δεν είχαμε. Τουναντίον εγώ συλημένος. Με σίδερα στα χέρια, μπάλες βαριές στα πόδια, με είχαν φέρει οι τζουτζέδες του τραγόπαπα στον Άι-Λια στην Ύδρα, εκεί με μπουντρούμιασαν. Γήλιο έβλεπα από έναν  φεγγίτη, ψωμί στις δύο ημέρες. Βλαστήμαγα και κοπανούσα τις αλυσίδες στους τοίχους. Αλώνιζε στα χωριά ο Αράπης, παντού φωτιά και σίδερο, εγώ ανήμπορος να χιμήξω με το γιαταγάνι. Η Ρούμελη όλη προσκυνημένη, η Αθήνα πεσμένη, μόνον ο Μοριάς έμενε. Ο Κιουταχής είχε πάρει προσκυνοχάρτια, επάσκιζε να πάρη κι’ ο Μπραΐμης δια να στείλη στην Κωνσταντινούπολη, και όταν ο μινίστρος της Αγγλίας ή άλλης Δυνάμεως θα εμεσίτευαν εις τον Σουλτάνον για την Ελλάδα, να τους αποκριθή, ποια Ελλάδα; Η Ελλάς είναι προσκυνημένη και να τα προσκυνοχάρτια τους, εκτός από μερικούς κακούς ανθρώπους, ιδού οι άλλοι επροσκύνησαν. Τότες οι Δυνάμεις δεν θα είχαν τίποτις να αποκριθούν, κ’ εμείς εχανόμεθα. Εγώ εν τω μεταξύ στα σίδερα.

   Ένα πουρνό ακούω φασαρία μεγάλη. Από την αυλή του μοναστηριού πόρτες άνοιγαν και πόρτες έκλειναν με βιάση. Τεντώνομαι στα κάγκελα, στήνω αυτί, ακούω φωνή γνώριμη. Ύστερα πάλι φασαρίες και σαματάς. Τραβήχτηκα στην άκρη μου, εγνώριζα το πάθος, την δύναμι της γυναικός και πως αν έβαζε κάτι στον νου της, αλίμονο σ’ αυτόν που θα της έκανε κόντρα. Ετούτη την φορά έλαχε να ‘ναι ο Παπαφλέσσας. Ανοίγει απότομα η θύρα, μπροστά η καπιτάνισσα, ξοπίσω ο τραγογένης με τους μπιστεμένους του. Χιμάω να τον βαρέσω. Σηκώνει εκείνη το χέρι, σταμάτα, γέρο, που θες και παλικαριές, λάλησε με φωνή αντρίκια, κι’ εγώ την επάκουσα.

   Μείναμε οι δυο μας. Μισοσκόταδο στο δώμα κι’ αυτή δείχνει να μην έχει συνηθίσει το μπουντρούμι. Κινάω, πάω στο μέρος της. Την ακουμπάω δειλά και φαίνεται κουρασμένη. Ακούγω την ανάσα της. Την βάζω να κάτσει στο σκαμνί κι’ ύστερις παίρνω να της ζητάω εξηγήσεις, τι γίνεται εκεί έξω στον κόσμο, πόσο χειροτέρεψαν τα πράγματα, πώς διανοήθηκε μια τέτοια παλαβομάρα. Τα λέγει όλα. Και περισσότερο το σχέδιο που ετοιμάζει να με δραπετέψει, τι αν εγώ μείνω λίγον καιρό ακόμη έγκλειστος, ο Μπραΐμης ήθελε κυριέψει τα πάντα κ’ οι λακέδες του Κουντουριώτη ξεπουλήσουν την χώρα στον εχθρό. Την ακούω μα δεν αποκρίνομαι. Η καρδιά μου εμένα είναι καημένη. Μια φορά δια τον χαμό του Πάνου, την  δεύτερη από την αδικία οπού μου έκαμνε το Εχτελεστικό. Κάνω να σηκωθώ. Νιώθω το χέρι της στον ώμο, με σπρώχνει με τον τρόπο τον γνωστό. Σε λίγο είμαι παραδομένος στην ορμή της, κυλιόμαστε χάμω, από πάνω τα εικονίσματα μας γρικούν. Καλά έπαθα κι’ έχασα το παιδί μου, πιάνω το μυαλό να μονολογεί, μα κουράγιο να της πω να σταματήσει δεν είχα, τι είναι αμαρτία μεγάλη να σε βλέπουν οι Αγίες τσίτσιδο. Ευτούνη δεν άκουγε, μετρούσε φωναχτά τις ουλές του κορμιού μου, την σπαθιά στον αριστερό καρπό, την σφαίρα στο βυζί, κάψιμο στο στομάχι, μιαν άλλη χαρακιά στο πόδι.

   Κάποιαν ώρα λαβαίνει τέλος και σηκωθήκαμε. Με βλέπει σκεφτικό, εκεί οπού εσκούπιζα τον ιδρώ, με σιμώνει, κρένει. Να μην πικραίνεσαι για τίποτα, ούτε για τον Αγώνα ούτε για τον πόνο σου τον μεγάλο. Έχασα κ’ λόγου μου παιδί, στην ηλικία του εδικού σου, κατέχω από θρήνους. Γι’ αυτό είναι τα παλικάρια, να τα τρώγει η φωτιά. Γυρίζω, της απαντάω λόγια άσχημα. Ο καθείς τιμάει διαφορετικά το σπιτικό του, αγαπάει με τον τρόπο τους ανθρώπους της φαμελιάς του. Εμένα ο Πάνος ήτο ο καλύτερος όλων, κι άλλον Πάνο η Ελλάδα δεν θα κάμνει ξανά. Κι αν θες, μάθε και το άλλο. Η κόρη σου, η γυναίκα του η Ελένη, αυτή τον έφαγε. Ήθελε να βγει από τη μέση τι είχε βρει αγαπητικό τον άτιμο τον Γρίβα, οι δυο τους έβαλαν τους Βούλγαρους να ξεπαστρέψουν το παιδί μου.

   Τήνε βλέπω που πετάγει την μπόλια της, μετά σέρνει φωνή μεγάλη. Τρόμαξα μην έρθει ο τραγής και ντροπιαστούμε. Τότενες έμαθα κι’ εγώ δια πρώτην φοράν την πάσαν αλήθειαν για τον φόνο του Πάνου. Τα καθέκαστα όπως έγιναν και όχι καταπώς νόμιζα μέχρι τότες. Η γυναίκα ήτο στα πράγματα, κάτεχε τα μέσα έξω και τα έξω, εγώ άλλο από το σπαθί και να χουγιάζω τους πολιτικάντηδες δεν ήξερα. Μίλησε με τις ώρες. Σωπασμένος την άκουγα. Ίσως διατί τα είχε καλά με αντίπαλους τους εδικούς μου, ίσως διατί ήτο φίλος της ο γραμματικός του Πάνου, εκείνος ο Θοδωρής Ρηγόπουλος. Ή και διατί ήτο γυναίκα.

   Άρχισε η καπιτάνισσα να εξομολογείται. Λέει τα ίδια λόγια του γραμματικού. Ξημερώνοντας Νοεμβρίου δεκατρείς, επετάχτηκε ο Πάνος από κακό όνειρο ότι τον εδάγκασε μαύρο σκυλί. Περάσοντας από το χωριό Βουνό, έλαβε μήνυμα από τον Γενναίο να χτυπήση τους κυβερνητικούς, ή να παραδοθούν ή να εγκαταλείψουν την θέσι τους. Ενόσω τα δύο αδέρφια εσχεδίαζαν δράσι από κοινού, αίφνης οι στρατιώτες του Πάνου φεύγουν τρέχοντας, είχε διαδοθή ότι πολύς στρατός βγαίνει από Τριπολιτσά μεριά να τους χτυπήση εκ των νώτων. Ψέμα βέβαια, μα το κακό κι’ ο πανικός μεγάλος. Απόμεινε με τρεις. Επήρε τον δρόμο να κατέβη προς Σιλίμνα. Ήτο ήδη στο Μπεσίρι, μέσα στην κοίτη του χειμάρρου, στενοχωρημένος από την φυγή των αντρών του, όταν ακούστηκε ο πρώτος πυροβολισμός. Γύρισαν να δουν από πού, ξεχώρισαν δύο Βουλγάρους και τα σαρίκια τους. Αισθάνουνταν ντροπιασμένος από τα γεγονότα γι’ αυτό δεν υπάκουσε στον Βατικιώτη να τρέξη να φύγουν μη και τους στραβώσουν οι παλιανθρώποι. Στον δεύτερο πυροβολισμό, πάρ’ τον κάτω. Η σφαίρα τρύπησε το κρανίο, θρύψαλο το σαγόνι, αγνώριστος στο πρόσωπο. Προβάλλει ο Γουρούνης, πίσω του καμιά εικοσαριά Βούλγαροι, οι δικοί του σύντροφοι ετρόμαξαν και το ‘βαλαν στα πόδια. Οι άτιμοι τον εξεγύμνωσαν από όπλα και ενδύματα, ως και τα εσώρουχα επήραν, τον αφήκαν ολόγυμνο. Εβιάζονταν να επιστρέψουν στην Τριπολιτσά, να αναγγείλουν πως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εβγήκε από τη μέση.

   Τινάζομαι από το σκαμνί οπού εκαθόμουν. Τηράω την καπιτάνισσα μπας και ελάθεψε το όνομα. Τήνε ρωτάω. Σηκώνει το βλέμμα, ακούω πάλι αυτό που δεν θέλω. Το πώς συνέβηκε η πλάνη, η καπιτάνισσα το ανέφερε όταν ο Γουρούνης, φορώντας λάφυρο το σακάκι του νεκρού, ένιωσε στην τσέπη ένα χαρτί. Το άνοιξε, εδιάβασε. «Αγαπημένο μου παιδί, Πάνο…» Τότες εκατάλαβε.  Ο νεκρός δεν ήμουν εγώ. Εγώ παρέμενα ζωντανός και νεκρός ο γιος μου. Λάθος άνθρωπο είχε φονέψει. Λάθος βόλι, λάθος θανατικό.

   Πέφτω χάμω, χτυπιέμαι. Δεν ντρέπομαι οπού έχω αντίκρυ μου θηλυκό, σάμπως κι’ αυτή δεν έχασε πρωτότοκο; Σκύβει, δοκιμάζει να με συνεφέρει. Σαν να έχει μετανιώσει οπού γίνηκε τόσο πικρή μαζί μου. Βρίζω τα Θεία, τήνε σπρώχνω να βγει από το κελί, δεν θέλω να ιδώ κανέναν. Σιχτιρίζω την ζωή μου. Με το κεφάλι παίρνω φόρα, παγαίνω και πέφτω πάνω στο εικονοστάσι. Με συνέφεραν μες στα αίματα και κλαίγοντας οι φρουροί, επειδής με αγάπαγαν τα παλικάρια, επήραν να με περιποιούνται.

   Έμεινα μία εβδομάδα ανήμπορος στο στρώμα μέχρι να συνέρθω. Απάνω στην Κυριακή ήρθε η είδησι πως η κυβέρνησι δεν άντεξε άλλο στες φωνές του λαού, πιέστηκε, μ’ αφήνει ελεύτερο. Μαζί με τούτο άκουσα και τα νέα από τον χαμό του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι. Το έκανε να συγχωρεθούν  τα κρίματα οπού είχε πολλά. Λουστοπλύθηκα, φόρεσα καινούργια ενδύματα, ζώστηκα τα άρματα και βγήκα να πολεμήσω τον Μπραΐμη.

   Έξω ο ήλιος έλαμπε, μα εμένα μού έμοιασε μαύρος, κατάμαυρος.

   

Δεν υπάρχουν σχόλια: