Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

"Από τον Λουκιανό στον Αντετοκούνμπο" γράφει ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ ("Καθημερινή", 14/6/2015)

.........................................................

Από τον Λουκιανό στον Αντετοκούνμπο






Παντελής Μπουκάλας γράφει ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ


Μάλλον δεν υπάρχουν πολλοί συμπατριώτες μας που κάποια στιγμή, όσο κρατάει ο 21ος αιώνας, δεν έγιναν αποδέκτες του ερωτήματος: «Κι εγώ δηλαδή γιατί δεν είμαι Ελληνας;». Η ερώτηση θα μπορούσε να τεθεί οπουδήποτε: σε πόλεις και χωριά, σε νησιωτικές και ορεινές περιοχές, ιδίως σε όσες είδαν «των Ελλήνων τις κοινότητες» να μαραίνονται από την εσωτερική μετανάστευση και είχαν αρχίσει να ξανανιώνουν με την εγκατάσταση αλλοδαπών μεταναστών. Και μπορεί να χρωματιζόταν από την απορία, την κατάπληξη, το παράπονο, τη βαθιά λύπη, το θυμό βέβαια, και, τι φυσικότερο, απ’ όλα μαζί. Οσο για τον τόνο της απάντησης, θα κρινόταν και θα κρίνεται πάντοτε από τις πολιτικές ιδέες του αποκρινόμενου, από την ιδεολογία του παρά από τα αισθήματά του. Για μια-δυο στιγμές μπορεί να νιώσει κάτι σαν ανθρωπιά ακόμα κι ένας αποφασισμένος του μισοξενισμού· ώσπου να αφυπνιστεί το ιδεολογικό του πιστεύω και να τον περιλάβει, πνίγοντας αμέσως τον αυθορμητισμό που τον εξέθεσε.
Ποιοι ρωτάνε; Ποιοι απαιτούν τίμια απάντηση; Εύκολα το καταλαβαίνουμε. Ρωτάνε τα παιδιά ανθρώπων από πολλές χώρες τριών ηπείρων (Ευρώπη, Ασία, Αφρική), που η οδύσσειά τους είχε σαν ποθητό τέρμα την Ελλάδα, κυρίως από τη δεκαετία του 1990 και ύστερα. Παιδιά με τη σφραγίδα «Generation 2.0». Που γεννήθηκαν εδώ, εδώ μπουσούλησαν, εδώ περπάτησαν. Κι εδώ πρωτόπαιξαν, μπάλα ή μπάσκετ, σε κάποιο απομεινάρι αλάνας ή σε παιδική χαρά, και δεν ήταν τόσο τυχερά ώστε να τους σώσει το ταλέντο τους, νικώντας την πούρα εθνικοφροσύνη της γραφειοκρατίας, όπως συνέβη με τον Γιάννη και τον Θανάση Αντετοκούνμπο. Παιδιά που έμαθαν εδώ την αλφαβήτα. Τη δική μας αλφαβήτα. Και, καλοί μαθητές πολλά από αυτά, είδαν να γίνονται σε αλλεπάλληλες εθνικές επετείους θύματα ενός μαζικού μπούλινγκ, πολύ πριν γίνει του συρμού ο όρος: «Οχι, το αίμα τους είναι ακάθαρτο, δεν μπορούν να σηκώσουν τη σημαία στην παρέλαση». Και ας πάει να κόψει το λαιμό του ο Ισοκράτης, μ’ εκείνο το διάσημο πια «το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας», που οι επόμενοι αιώνες το χρησιμοποίησαν ως κορυφαίο επιχείρημα υπέρ της οικουμενικότητας του αρχαιοελληνικού πνεύματος, και όχι σαν τεκμήριο τάχα του σκληρά φυλετικού χαρακτήρα του, όπως κάνουν επί Διαδικτύου οι εθνικώς ορθοί «μεταφραστές» του Αθηναίου ρήτορα.

Κι από κοντά, ας πάει να κόψει το λαιμό του και ο Λουκιανός ο Σαμοσατέας και ο Φιλόδημος ο Γαδαρηνός και ο Ρωμανός ο Μελωδός, που «ούτε καν Ελληνας δεν ήταν. Σύρος ή, κατά τον Maas, Εβραίος», όπως γράφει ο Ελύτης. Και μαζί τους όσοι άλλοι, πολλοί, επέλεξαν να γράφουν στα ελληνικά, να γίνουν Ελληνες διά της γλώσσας και διά του πνεύματος, και ερήμην του αίματος. Και τα κατάφεραν πολύ καλύτερα από άλλους που είχαν το αίμα τους γαλανό και πεντακάθαρο.

Αλλά πόσο σύμφωνος με τα πράγματα θα ήταν ο ισχυρισμός πως έμεινε άθικτο το αίμα του Πλάτωνα και του Περικλή (ας μην πούμε του Θεμιστοκλή, μια κι ήταν «νόθος»), σ’ έναν τόπο όπου η Ιστορία δεν κουράστηκε ποτέ να του στέλνει εισβολείς και κατακτητές – των λίγων χρόνων αλλά και των αρκετών αιώνων. Πολλοί από αυτούς δεν υπάρχουν πια ούτε καν σαν ψιλό όνομα, ενώ άλλων η βιαιότατη παρουσία στην Ελλάδα σβήστηκε από τη μνήμη, το παλίμψηστο της οποίας έπρεπε να βρει χώρο για τους κατοπινούς, ακόμα πιο βίαιους κουρσευτές. Είναι πάντως ν’ απορεί κανείς που οι εθνικοί μας αιματολόγοι, χρυσαυγίτες και μη, δεν απαίτησαν να κάνουμε εξέταση αίματος όλοι όσοι χαιρόμαστε με τους θριάμβους και την ωραία μπάλα της καταλανικής Μπαρτσελόνα. Διότι ενδέχεται να κουβαλάμε μολυσματικά καταλανοσφαίρια, δίχως να το υποψιαζόμαστε· και δίχως να παραθυμόμαστε πια τις επιδρομές των «σταυροφορούντων» Καταλανών στα μέρη μας, τον 14ο αιώνα, και τα εδώ δουκάτα τους. Και ας άφησε η βιαιότητά τους σημάδια σε παροιμίες και τραγούδια. Παρεμπιπτόντως, δεν ξέρω τι αποφάσισε ο νεοστεφθείς Φίλιππος ο 6ος της Ισπανίας, ο πατέρας του πάντως, ο Χουάν Κάρλος, έφερε υπερήφανα –όπως και οι προκάτοχοί του– τον τίτλο «Δούκας των Αθηνών και των Νέων Πατρών» (η Neopatria ήταν δουκάτο με έδρα την Υπάτη).

Για όσα παιδιά μεταναστών γεννήθηκαν εδώ, η Ελλάδα δεν είναι η νέα πατρίδα τους. Είναι η πατρίδα τους· η μόνη. Μετανάστες είναι οι γονείς τους. Οχι αυτά. Αυτά, που δεν δικαιούνται καν να αποκτήσουν πιστοποιητικό γεννήσεως, ίσως δεν έχουν επισκεφθεί ούτε μία φορά τη χώρα των γονιών τους, ιδίως αν αυτοί προσφύγεψαν για πολιτικούς λόγους. Και πολλά δεν έχουν μάθει καν τη γλώσσα-πατρίδα της μάνας και του πατέρα τους, που δίσταζαν να τους τη μάθουν. Απλός ο λόγος: Φοβούνταν ότι θα μπορούσε να τους ξεφύγει καμιά λέξη στο σχολείο, πάνω στο παιχνίδι ή στον μικροκαβγά, οπότε η (γλωσσική) διαφορά τους θα μεταφραζόταν σε κίνδυνο αποκλεισμού και απομόνωσης.

Με τον νόμο Ραγκούση, επί κυβερνήσεως Γ.Α. Παπανδρέου, είχε γίνει προσπάθεια να απεγκλωβιστεί η Ελλάδα από το δίκαιο του αίματος και να συντονιστεί, έστω με μεγάλη καθυστέρηση, με τα ευρωπαϊκά δεδομένα ή κεκτημένα. Δυστυχώς, ο νόμος κρίθηκε αντισυνταγματικός από το Συμβούλιο της Επικρατείας, προς μεγάλη χαρά των αιματολόγων, και όχι μόνο των χρυσαυγιτών, που ουρλιάζουν ότι «εξισλαμιζόμεθα», αλλά και όσων συντηρητικών δηλώνουν υπερήφανοι «ευρωπαϊστές» χωρίς να το εννοούν ή χωρίς να κατανοούν τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Με το σχέδιο νόμου που συζητείται τώρα στη Βουλή, για την τροποποίηση του κώδικα ελληνικής ιθαγένειας, και τη διαφαινόμενη υπερψήφισή του (δυστυχώς όχι από όλες τις δυνάμεις του συνταγματικού τόξου), η ελληνική πολιτεία πράττει ό,τι οφείλει να πράξει. Αναγνωρίζοντας το δικαίωμα στην ιθαγένεια των παιδιών που γεννήθηκαν εδώ, πάνε εδώ σχολείο και ο ένας γονιός τους διαμένει νόμιμα στη χώρα μας επί πενταετία, δεν χαρίζει τίποτα. Η ιθαγένεια, εφόσον πληρούνται οι όροι, δεν είναι χάρισμα, δώρο, προνόμιο ή τρόπαιο. Είναι δικαίωμα: το δικαίωμα πλήρους ένταξης στην κοινωνία στην οποία ήδη μετέχεις, με όσες υποχρεώσεις συνεπάγεται αυτό, και για την προκοπή της οποίας πολεμάς κι εσύ, με τις όποιες δυνάμεις σου. Η άδικη αποστέρηση της ιθαγένειας, που οδηγούσε στο περιθώριο και στον αποκλεισμό, ήταν μία επιπλέον απόδειξη ότι το κράτος της ισονομίας και της ισοπολιτείας παραμένει άφαντο. Θα πείτε, η ισονομία δεν ισχύει ούτε για πολίτες της Ελλάδας που έχουν να λένε ότι και ο παππεπίπαππός τους, Ελληνας ήταν. Και λοιπόν; Ποια αδικία αναιρείται διά της επεκτάσεώς της;

Δεν υπάρχουν σχόλια: