Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

"Ο Ρουβάς, τα σαλόνια και η επετηρίδα" γράφει ο Γιάννης Η.Χάρης (Εφημερίδα των συντακτών 2 Μαΐου 2015)

.........................................................





Ο Ρουβάς, τα σαλόνια και η επετηρίδα

γράφει ο Γιάννης Η. Χάρης

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Μαΐου 2015)
  

Τον Μπιθικώτση τον θεωρούσα πάντοτε από τους μεγαλύτερους ερμηνευτές του Θεοδωράκη. Γενικότερα, τα χρόνια εκείνα, στο ντέρμπι Μπιθικώτσης-Καζαντζίδης ψήφιζα δαγκωτό Μπιθικώτση, οπωσδήποτε ερμηνευτικά. Στον Θεοδωράκη λοιπόν η σφραγίδα του Μπιθικώτση μένει ανεξίτηλη, από τα απλά τραγούδια ώς τη Ρωμιοσύνη και το απαιτητικότερο Άξιον εστί, αλλά και στον Επιτάφιο, μόλο που εκεί ποτέ δεν συμφιλιώθηκα με την ιδέα της αντρικής φωνής στον ρόλο της χαροκαμένης μάνας.

Έπειτα από αυτή την ομολογία πίστεως, μπορώ να πω ότι ο πρώτος που κακοποίησε το Άξιον εστί ήταν ο ίδιος ο Μπιθικώτσης, μετά τη δικτατορία, το 1977, στον Μουσικό Αύγουστο στον Λυκαβηττό, ήδη τότε τραγική σκιά του εαυτού του, όταν ο Μίκης, αντί να τον προστατέψει, θέλησε να αναβιώσει τον μύθο του κορυφαίου αυτού έργου με έναν ερμηνευτή που είχε ξοδέψει τη φωνή του σ’ ένα ρεπερτόριο έτη φωτός μακριά από το θεοδωρακικό, ενώ με την εκτέλεση του ύμνου της 21ης Απριλίου είχε χάσει και ό,τι πολιτικοϊδεολογικό τον συνέδεε με το παρελθόν του.

Έστω όμως όλο αυτό μια θλιβερή παρένθεση, που δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο Μπιθικώτσης στο Άξιον εστί είναι μεγαλειώδης, ότι ο πήχης είναι πολύ ψηλά, και η σύγκριση μοιάζει πάντοτε συντριπτική. Αξεπέραστος, δεν ξέρω· αλλά κι αυτό δεν αποκλείει οποιαδήποτε δοκιμή. Εγώ πάντως, παρεμπιπτόντως, ονειρευόμουν πάντα μια εκτέλεση με τη Φαραντούρη –ολόκληρο το έργο, γιατί μεμονωμένα τραγούδια έχει τραγουδήσει σε διάφορες συναυλίες, μοναδικά βεβαίως. Και μου είναι αλήθεια ακατανόητο που δεν προχώρησε ποτέ ο Θεοδωράκης σε μια τέτοια εκτέλεση και ηχογράφηση, όταν έχει ευλογήσει και διευθύνει τόσες άλλες, ορισμένες μετριότατες ή εντελώς άγευστες.

Γενικότερα, ο Θεοδωράκης συχνά και από παλιά πρόβαλλε τραγουδιστές και τραγουδίστριες βήτα και γάμα κατηγορίας, καθώς έμοιαζε να τον ενδιαφέρει μάλλον η προβολή του έργου του, να τραγουδιέται δηλαδή όσο συχνότερα γίνεται, άσχετα από ποιον και πώς: αυτό προκύπτει έμμεσα και από την τωρινή παρέμβασή του στην υπόθεση Ρουβά, καθώς επιμένει να θεωρεί το έργο του παραγκωνισμένο!

Όμως το θέμα δεν είναι ο Μίκης, που, όσο κι αν είναι κάποτε άγνωστες οι βουλές του, βουλές του δημιουργού εντέλει είναι. Το θέμα είμαστε εμείς, η δική μας στάση. Που μόνο κατά περίσταση και χωρίς προφανή λογική ή συνέπεια κραδαίνουμε μακριά μαχαίρα τη διάκριση ποιοτικού-εμπορικού κτλ. Ενώ, παράλληλα, άλλοτε από νοσταλγία, αχ αυτή η νοσταλγία, άλλοτε από την ανάγκη μας για μύθους, εξωραΐζουμε (και ισοπεδώνουμε) το παρελθόν, μοιράζουμε συχωροχάρτια, μικροί θεοί, σίγουρα πάπες, εμείς, και αναγορεύουμε σε μεγάλους καλλιτέχνες πολλούς που δεν γυρίζαμε καν να τους δούμε παλιά, και νά η Κυρία και δώσ’ του η Μεγάλη Κυρία, νά οι Θεές «που κάψαν το σανίδι» κ.ο.κ. Και ανοίγουμε διάπλατα τα Μέγαρα, τα Ηρώδεια και τα σαλόνια, είναι και κάποια επετηρίδα που οπωσδήποτε λειτουργεί, και νά, από χρόνια τώρα, Κυρία ενθρονίσαμε τη Μαρινέλλα, μια πολύ σπουδαία φωνή, όμως επιτομή του ερμηνευτικού κιτς, με μετριότατο επιπλέον ρεπερτόριο, όπου προεξέχει, σήμα μιας ολόκληρης (χουντικής) εποχής, η «Κυρα-Γιώργαινα», ενώ σχεδόν αποσυνάγωγη έστεκε η Μοσχολιού, η πιο μεγάλη, κατά τη γνώμη μου, φωνή, και με ένα από τα εντυπωσιακότερα ρεπερτόρια… Και νά, Θεά, σε δεύτερη καριέρα, στα σαλόνια της υψηλής κουλτούρας τώρα, η Ζωζώ Σαπουντζάκη, νά στα σαλόνια και ο συνθέτης, καληώρα, του ύμνου της 21ης Απριλίου, Γιώργος Κατσαρός, και πόσοι άλλοι…

Μ’ αυτήν τη σκανδαλωδώς επιλεκτική τακτική π.χ. στήθηκε στον τοίχο ο όντως μέτριος και άχρωμος πλην έντιμος λαϊκός Ρέμος όταν τραγούδησε Θεοδωράκη, για να γυρίσουμε στο θέμα μας, ενώ η επετηρίδα, φαίνεται, χάρισε ασυλία στον Πάριο, που έπνιξε στη λιγωμένη μανιέρα του τον Θεοδωράκη, όπως παλιότερα τα νησιώτικα. Εις θάνατον τώρα ο Ρουβάς, καθότι από «άλλο είδος». Αν όμως το είδος είναι αλήθεια η έγνοια μας και απόλυτο κριτήριο, ας θυμηθούμε την του ελαφρού ιταλικού Μίλβα, που την πήρε ο ιδιοφυής Στρέλερ και την έβαλε να τραγουδήσει όχι ό,τι κι ό,τι, αλλά Μπρεχτ, Κουρτ Βάιλ δηλαδή και Άισλερ. Και μεγαλούργησε η Μίλβα.

Τώρα θα τα καταφέρει, και χωρίς Στρέλερ, ο Ρουβάς, έστω στο «είδος» του; Δεν ξέρω, αλλά και προσωπικά, ομολογώ, δεν με ενδιαφέρει, καθώς δεν μου λέει τίποτα η φωνή του, ακόμα κι αν την καθαρίσει από τον αγγλικό της «τρόπο».

Με ενδιαφέρει όμως το είδος το δικό μας, που Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή ανακυκλώνουμε πάσης φύσεως μετριότητες έως σκουπίδια, και τ’ αποθεώνουμε, ενώ Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο γινόμαστε τροχονόμοι της πιο υψηλής αισθητικής και άγγελοι τιμωροί κάθε απόπειρας εναντίον της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: