Τρίτη, 24 Αυγούστου 2021

Για την ταινία «Κραυγές και ψίθυροι» (1972) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1918 - 2007) έγραψε o Βασίλης Μάλτας (https://tetartopress.gr, 20.8.2021)

 ...............................................................







«Κραυγές και ψίθυροι» (Viskningar och rop / Cries and whispers)
Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
Πρωταγωνιστούν: Ίνγκριντ Τούλιν, Λιβ Ούλμαν, Χάριετ Άντερσον, Κάρι Σίλβαν.
Σουηδία, 1972.

έγραψε o Βασίλης Μάλτας (https://tetartopress.gr, 20.8.2021)



«Τώρα είσαι πιο όμορφη. Δες, όμως, στον καθρέφτη πόσο έχεις αλλάξει: τα μάτια σου παίζουν γρήγορα, ρίχνουν λοξές ματιές. Κάποτε κοιτούσες μπροστά, κατάματα, απροκάλυπτα. Τα χείλη σου έχουν πάρει μια έκφραση δυσαρέσκειας και πείνας. Κάποτε ήταν μαλακά. Οι αυστηρές γραμμές κάτω από τα μάτια δείχνουν την ανία σου». Όσο η Μαρίγια ακούει τον Ντάβιντ, τον παλιό εξωσυζυγικό εραστή της, να ερμηνεύει τις αλλαγές του προσώπου της στο πέρασμα του χρόνου, το ενδιαφέρον της για κάθε επισήμανσή του διαρκεί μόλις μια στιγμή πριν εκπέσει στην αληθινή αδιαφορία. Με την ακρίβεια ενός εντομολόγου παρατηρούμε μια καινούρια ρυτίδα, πόσο μας ενδιαφέρει, όμως, τι έχει αλλάξει στην έκφρασή μας; Μια θλίψη στα μάτια (από πότε, άραγε;), ένα μηχανικό πια χαμόγελο, αποτυπώματα απ’ αυτά που ζήσαμε ή φοβηθήκαμε να ζήσουμε- άραγε, ψυχανεμιζόμαστε τις κρυμμένες αλήθειες που ζητάνε, θαρρείς, τη συμφιλίωσή τους με την πραγματικότητά μας;

Η Μαρίγια είναι η μικρότερη από τις τρεις αδελφές, μεγαλωμένη με το ρόλο του όμορφου παιδιού της οικογένειας, έχοντας απολαύσει το μεγαλύτερο μερτικό στην αγάπη της μητέρας εξαιτίας της φυσικής ομοιότητάς τους, ερωτευμένη πια με την εικόνα της. Στην Κάριν, τη μεγαλύτερη αδελφή, είχε δοθεί ο ρόλος του δυνατού παιδιού που δεν πρέπει να ‘χει ανάγκη τους άλλους, αντιδρώντας πια με αποστροφή στο άγγιγμά τους. Ζουν συνειδητά εγκλωβισμένες στους γάμους τους, με συζύγους αδιάφορους για τα συναισθήματά τους- όλοι έχουν χωρέσει την ύπαρξή τους μέσα στους ενήλικους ρόλους τους (του συζύγου, του γονιού, του αξιοπρεπούς μέλους της κοινωνίας) ώστε να αντέχουν να μην ζουν αληθινά. Και, τέλος, η Άγκνες, το δύσθυμο παιδί που σωματοποίησε τη μητρική ψυχρότητα προς το πρόσωπό της και τις ανομολόγητες οικογενειακές αλήθειες, νοσώντας πια από καρκίνο (της μήτρας, όπως υπονοείται).

Η Άγκνες είναι ντυμένη στα λευκά, σύμβολο τής παρθενικότητάς της και τής ανοιχτής παιδικής πληγής που δεν μεταμορφώθηκε σε ενήλικο κυνισμό, χωρίς θεραπεία από την επιστήμη και χωρίς ανακούφιση από τη θρησκεία. «Ο Θεός, στην απέραντη Σοφία Του, σε καλεί στο σπίτι Του. Στη ζωή σου, σε θεώρησε άξια να σηκώσεις έναν μακρύ και μαρτυρικό αγώνα. Τον υπέφερες καρτερικά, με τη βέβαιη γνώση ότι οι αμαρτίες σου θα συγχωρεθούν μέσω του θανάτου» λέει ο ντυμένος στα μαύρα ιερέας. Ο άνθρωπος εκπαιδεύεται στην επιδίωξη της ανταμοιβής για μια αιώνια μεταθανάτια ζωή ώστε να αντέχει το σύντομο πέρασμά του σ’ αυτήν την επίγεια κόλαση της απουσίας αγάπης. Αντέχει με την πεποίθηση ότι είναι αμαρτωλός, εξιδανικεύοντας τη χαραγμένη μέσα του ενοχή ότι δεν άξιζε την αγάπη των γονιών του, τότε που ήταν εξαρτημένος για την επιβίωσή του από εκείνους που δεν κατανοούσαν τις ανάγκες και τα συναισθήματά του.


Κι όμως, ο ιερέας δακρύζει λέγοντας αυτά τα λόγια, θαρρείς ότι δεν υποφέρει μονάχα για τη μοίρα της πιστής Άγκνες αλλά, ταυτόχρονα, για τη βεβαιότητα της ανικανότητάς του να ζει ηθικά χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Μπορεί να μας φέρει συγκίνηση η εικόνα τού ταπεινού μας εαυτού. Κάτω απ’ αυτήν την πεποίθηση της ελλειμματικότητας και την ιδεολογία της ταπεινότητας, καρποί της ασυνείδητης παιδικής ενοχής, υφέρπει ο ναρκισσισμός που εκδηλώνεται με την ανάγκη για εξουσία πάνω σε όσους λογίζονται ως κατώτεροι. Εδώ, όλοι ασκούν αυτήν την εξουσία πάνω στην Άννα, υπηρέτρια και, παράλληλα, μητρικό υποκατάστατο για τις δύο αδελφές, που έχει αναλάβει αποκλειστικά τη φροντίδα της άρρωστης, κατευνάζοντάς την πάνω στο γυμνωμένο στήθος της, θαρρείς μόνιμα γεμάτο γάλα μετά το θάνατο της μικρής της κόρης.



Αυτό το τόσο βαρύ φορτίο από μια παιδική ηλικία χωρίς μητρική αγάπη (στην ταινία, ο πατέρας είναι ολοκληρωτικά απών) που συνεπάγεται τα ενήλικα βάσανα, το φόβο της απελευθέρωσης από τις «φυλακές της παιδικής μας ηλικίας», αυτό το, κατά τον Μπέργκμαν, ανίατο κακό στις κοινωνίες μας, εξιστορείται σε ένα μεγάλο σπίτι με κόκκινους τοίχους, σαν ένα θεατρικό σκηνικό όπου παίζεται το πιο ζοφερό δράμα στην πιο μεγάλη του ένταση- κόκκινο σαν το αίμα που τρέχει από την πληγή του συζύγου της Μαρίγια στην απόπειρα αυτοκτονίας του, σαν το αίμα που τρέχει από τη μήτρα της Κάριν μετά τον ηδονικό αυτοτραυματισμό της, καθώς ο απόλυτος αυτοέλεγχος εκτονώνεται μέσα από κρυφές επιθυμίες για ακραίες πράξεις, ανασαίνοντας έστω για λίγο όταν τις πραγματοποιεί, σαν την κρυφή, χρόνια απώλεια αίματος από τον οργανισμό ενός αναιμικού ανθρώπου, περισσότερο ευάλωτου από μια χρόνια ψυχική περιχαράκωση.

Ο Μπέργκμαν κατανοεί χωρίς να παρέχει ελαφρυντικά, καθώς οι υγιείς αναπαράγουν τυφλά την κληρονομημένη δυστυχία. Η Κάριν και η Μαρίγια δεν φιλιώνουν ούτε μπροστά στον επικείμενο θάνατο της αδελφής τους, δεν προστρέχουν στην απελπισμένη έκκληση της νεκρής Άγκνες να της πιάσουν τα χέρια καθώς κρυώνει όλο και περισσότερο, έχοντας αρχίσει να σαπίζει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στο θάνατο και την εγκατάλειψη του σώματος από την ψυχή (μια συγκλονιστική σκηνή, κινηματογραφημένη ρεαλιστικά, που μας μεταδίδει τη λαχτάρα της να ξαλαφρώσει από τις οδυνηρές επίγειες αναμνήσεις πριν περάσει στην ανυπαρξία). Ούτε θα αντιδράσουν ουσιαστικά στην αποτίμηση της προσφοράς της Άννας σε ένα αυστηρά επαγγελματικό επίπεδο από τούς συζύγους τους, που επικαλούνται απρόσωπα τη σχετική νομοθεσία: κατ’ αυτούς, η αγάπη της υπηρέτριας εντασσόταν στην υποχρέωση τής καλύτερης διεκπεραίωσης των καθηκόντων της. Το μόνο που μπορεί να φέρει κοντά αυτές τις γυναίκες, είναι η επιστροφή στο σώμα τους, όταν μέσα από τον ερωτισμό εκφράζουν την απωθημένη τρυφερότητά τους, την κοινή ανάμνηση της αγάπης για τη μητέρα, εμποτισμένης από τη φυσική ερωτική διάθεση του παιδιού προς το γονιό, και, ταυτόχρονα, τη φύση της μητρότητας (αντίθετα, οι σύζυγοί τους φαίνεται ότι φοβούνται όχι μόνο τον ερωτισμό αλλά, πρώτα απ’ όλα, τη σωματική οικειότητα). Είναι στη θέρμη της σωματικής επαφής, που οι κραυγές μαλακώνουν σε ψιθύρους.

Η κάμερα μένει ακίνητη μπροστά στα πρόσωπα για μεγάλα διαστήματα, συλλαμβάνοντας κάθε αλλαγή της έκφρασης, σε κάθε ανάκληση μιας οδυνηρής ανάμνησης, σε κάθε ξύπνημα ενός φόβου που εξακολουθεί να παγώνει. Παρακολουθούμε με όλη τη συνειδητότητά μας, τις σπαρακτικά εσωτερικές ερμηνείες των ηθοποιών, τα μάτια τους σαν ορθάνοιχτα παράθυρα της ψυχής, σε ολόκληρη τη διάρκεια κάθε φευγαλέας σύσπασης των χαρακτηριστικών τους και κάθε ακαριαίου σκοτεινιάσματος του βλέμματος. Στο κινηματογραφικό σύμπαν του Μπέργκμαν, ανατέμνεται ο ανθρώπινος ψυχισμός τόσο βαθιά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα μυστικά μας από τον ίδιο μας τον εαυτό και βιώνουμε την πικρή ενδοσκόπηση των χαρακτήρων, τη διστακτική ψηλάφιση ή τη φοβισμένη αποφυγή της. Κι αν εδώ έχουμε ορισμένες φορές την αίσθηση ότι δεν αναπτύσσει την πλοκή και τους χαρακτήρες του μέχρι το βάθος άλλων ταινιών του ή μιας επιτήδευσης στη χρωματική του παλέτα, ωστόσο το καθρέφτισμά μας μέσα στους χαρακτήρες του μας ταράζει βαθιά, κάνοντας αξέχαστη κι αυτήν την ταινία του.



Δεν υπάρχουν σχόλια: