Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2021

"Μικρό αφιέρωμα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο (1931-2020)..." Από τα "Cultural News-Πολιτιστικά Νέα" (facebook, 11.8.2021)

 ..............................................................


Μικρό αφιέρωμα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο (1931-2020)...





Στα δώδεκα η μάνα του τον μάλωσε να μη γράφει ποίηση «γιατί δεν είναι για το συμφέρον του». Τον μάλωσε με ξύλο, όχι με λόγια. Την είπε στρίγγλα κι έκτοτε επαναλάμβανε την ιστορία με το επιμύθιο: «με λάτρευε, αλλά τυχαίνει αυτό σε ανθρώπους που σε αγαπάνε δύσκολα». Αργότερα στη "Νεκρή Πιάτσα" έγραψε: Έγινε χούφταλο κι ακόμα επιμένει να με κάνει κουμάντο/ Μάτι επιτιμητικό, γεμάτο κακία, γυναίκα που συνήθισε για το παραμικρό να τιμωρεί το παιδί της/ Και πάντα η ίδια επωδός: «Σκύλε, γλεντάς, κι εγώ πεθαίνω».
Στα δέκα του, στα πολύ σκληρά χρόνια της Κατοχής, τον είχε ξαπλώσει στην άκρη του δρόμου να πεθάνει από την εξάντληση μαζί της και από το θαύμα μιας Καλλιοπίτσας- κοπελίτσας σώθηκαν. Κι εκείνος θα πει αργότερα πως «τρεις γυναίκες πέρασαν απ’ τη ζωή μου η μάνα μου, η Θεσσαλονίκη και η ποίηση».
Στο σχολείο ξεχωρίζει τόσο που η δασκάλα τους κάνει επίσκεψη να διαπιστώσει από ποιο γονιό έχει πάρει. Από κανέναν, μόνος του. Ο πατέρας αλκοολικός, η μάνα του δεν δούλευε. Ένα θείος τον βοηθά με τις σπουδές του όλα τα χρόνια.
Σαν είχαν έρθει Ανταλλάξιμοι από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη το ’31, (έτσι ονομάζονταν σύμφωνα με τη συνθήκη της Λωζάννης όσοι δεν ήταν βέροι Κωνσταντινουπολίτες, οπότε θα έπρεπε να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς), η μάνα του είδε να της πατάει το κάρο το σκυλί της που λάτρευε και ορκίστηκε ποτέ πια τέτοιο ζώο κοντά της, τόσος ήταν ο πόνος. Και ο παραλογισμός της άλλος τόσος που έκτοτε μάζευε γάτες και ο μικρός Ντίνος ανάμεσά τους πάντα, ως το τέλος. Τις αγαπούσε, τις ονομάτιζε, κοιμόταν μαζί τους, τις έθαβε όταν ερχόταν η ώρα. Έλεγε πως όπως και τους ανθρώπους, αν τα χαϊδεύεις πολύ τα γατιά τα κάνεις τέρατα. Κι όμως. Ήταν μαζί τους απίστευτα τρυφερός και ας έλεγε.
Προκαλούσε λέγοντας, συγκινούσε γράφοντας.
Έλεγε: «Είμαι πολύ ευγενικός με όλους, μόνο με τους ομότεχνούς μου δεν έχω λόγο να είμαι». Πίσω από κάθε αντιπαράθεση που του καταλόγιζαν, υπογράμμιζε τη σύγκρουση συμφερόντων, χαρακτήρων και ενίοτε ιδεολογίας. Κατέκρινε τον Ελύτη που δεν είχε δουλέψει μια μέρα στη ζωή του και ας τον συμπαθούσε εκείνος. Τον Ιωάννου τον χαρακτήριζε μισαλλόδοξο και εμπαθή, ενώ είχε αποτρέψει τον Βασιλικό να βγάλει το πρώτο του βιβλίο «γιατί δεν άξιζε». Κι όμως. Ο συγκροτημένος λόγος του και η βαθιά του ευγένεια, παρά το αναρχικό της σκέψης με την έννοια του έξω από την καθεστηκυία, σε πείθει για την ορθότητα της κρίσης του και τον συναισθηματισμό που επιμελώς κρύβει.
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος υπήρξε ποιητής, ένας εκ των «κύκλου των λογοτεχνών της Διαγωνίου», εκδότης, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, επιμελητής εκδόσεων, βιβλιοκριτικός, συλλέκτης, μελετητής και ερμηνευτής ρεμπέτικων τραγουδιών. Είχε εντρυφήσει στο έργο του Βασίλη Τσιτσάνη κι εξέδωσε πάνω από 40 μελέτες για το ρεμπέτικο τραγούδι. Το 1948- 49, μαθητής ακόμα, μάζευε τους στίχους από μεθυσμένους και καθαρίστριες και έσωσε καμιά τριακοσαριά ρεμπέτικα που εντάχθηκαν στην συλλογή του Πετρόπουλου χωρίς ποτέ να αναφερθεί η συμβολή του.
Τα πορτραίτα του Καβάφη και του Τσιτσάνη ήταν κρεμασμένα πάνω από το κρεβάτι του.
Στον πρώτο δεν μπορούσε να βρει ψεγάδι και ας θεωρούσε τον Σολωμό ανώτερο. Ο Καβάφης είναι φιλήδονος, εγώ γράφω για την ερωτική αγωνία, έλεγε. Είχε στιγματιστεί για την ομοφυλοφιλία του, αλλά από έρωτες είχε ζήσει έναν με ανταπόκριση και αυτός ήταν ο χειρότερος, θα πει. «Δώδεκα πλατωνικοί έρωτες ή μάλλον ιδεοληψίες. Η μαμά μου έλεγε «με το νου σου μπαϊράμι κάνεις», δηλαδή με το νου μου ζούσα έρωτες φανταστικούς. Αλλά τι σημασία έχει; Ο έρωτας δεν είναι πότε θα μπει το ένα μέσα στο άλλο. Έρωτας είναι αυτό που ποθείς. Κι αυτό που ποθείς, μόλις το κατακτάς είναι σα να μην υπάρχει».
Δεν είχε κινητό, τηλεόραση ή καθρέφτη – μόνο ίσως για το ξύρισμα. Αρνήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του το 2011 γιατί «Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε». Άλλωστε τα είχε πει όλα στο «Εναντίον» το 1979.
320 ποιήματα και μερικά δυο στροφές μόνο.
«Έχω ένα δικό μου λεξιλόγιο. Ας πούμε, έχω αντικαταστήσει τη λέξη «επιθυμία» με τη λέξη «καύλα». Βρίσκω δηλαδή έναν τρόπο να καθηλώσω τον άλλον με λέξεις που δεν τις περιμένει. Το θέμα είναι πως ό,τι λέω και ό,τι μου ξεφεύγει, μου ξεφεύγει ενσυνείδητα. Επομένως είμαι πλήρως ενήμερος των όσων λέω. Είναι κουβέντες σοβαρές και αν είναι λίγο χυδαίες· να τις δεχτούν με τον λιγότερο χυδαίο τρόπο που μπορεί να έχει η κάθε λέξη».
Πέθανε στις 11 Αυγούστου στις 40 Εκκλησιές που έμενε, θάφτηκε δημοσία δαπάνη, αρνήθηκε οποιαδήποτε ρήση στον τάφο του – «αυτά τα καμώματα του Καζαντζάκη»- και ευχόταν να μην ακολουθήσουν νεκρολογίες.
«Ο θάνατος με αφήνει αδιάφορο, αλλά αν πεθάνω τώρα, θα φύγω ευχαριστημένος γιατί εκείνα που ήταν να γράψω τα έχω γράψει»." -
Από την υπέροχη Rea Zacharia και το βιβλίο το εναντίον
...Βασίλης Λαμπογλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: