Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2021

"ΜΑΗ ΜΗΝΑ" ανέκδοτο αφήγημα της Γεωργίας Δεληγιαννοπούλου (facebook, 27.8.2021)

...............................................................



"ΜΑΗ ΜΗΝΑ"

ανέκδοτο αφήγημα της Γεωργίας Δεληγιαννοπούλου (facebook, 27.8.2021)








Μια φορά κι ἕναν καιρό ἕνας ἠλικιωμένος κύριος, πολύ μερακλής ζούσε μόνος σ’ ἕνα μεγάλο σπίτι με εὐρύχωρες βεράντες. Δεν ἦταν πολύ καιρό πριν που σ’αὐτές ἀκριβῶς τις βεράντες καθόταν ἀντίκρυ στην ἀγαπημένη του – καὶ πολυμισημένη του, ἀνάλογα – γυναίκα. Η σαραντάχρονη σχέση τους γεμάτη καυγάδες και ἀπειλές χωρισμού. Ἐκείνη πεθαμένη τώρα τόν στοίχειωνε, καθρεφτιζόταν στὸ λοῦστρο τῶν ἐπίπλων ἤ ἀνάσαινε στα λούκια τῆς βαριάς κουρτίνας. Ἐκεῖνος, πρωί βράδυ μέ τήν τηλεόραση ανοικτή, γέμιζε τόν κενό χῶρο του μέ ἤχους ενοχλητικούς, πού ὅμως τόν ἔτρεφαν μέ κάποια παρουσία.
Κρατοῦσε πιστά την καθημερινή ρουτίνα του, τακτοποιοῦσε τα ἔπιπλα (τοῦ άρεσε νά ἀκούει τό στριγκό σούρσιμο τῆς καρέκλας ὅταν τήν ἔβαζε στή θέση της μετά τόν πρωινό καφέ), τίναζε τη σκόνη ἀπό τις κουρτίνες κι ἔβγαινε στις βεράντες ποὺ τις εἶχε γεμίσει με μυρωδικά και γεράνια. Μια μέρα πρόσεξε σε μια γλάστρα ἕναν μίσχο καινούργιο. Τόν άφησε, κατάλαβε ὅτι ἦταν δεντράκι. Καὶ πέρασε ἕνας χρόνος καὶ δεύτερος. Ὁ κύριος ὅλο βάραινε στην ἐρημιά του, μια ἐρημιά που καταλαμβάνει τους ἀνθρώπους τελείως ἀνυπεράσπιστους στα γεράματα, κυρίως ὅταν δεν ἔχουν προλάβει ἢ δεν ἔχουν καταφέρει, να συναντηθοῦν ἐν ζωῆ με αὐτούς που φύγαν ἀμετάκλητα. Στοιχειώνει ἡ ματαιωμένη συνάντηση το μυαλό και γεμίζει το δωμάτιο ἐρωτηματικά που σκουντρουφλᾶν στα τζάμια σαν τις μύγες. Κι ἡ ζωή γυρίζει τον τροχο και τα γεράματα ξεραίνουν τον ἀμφιβληστροειδῆ. Ὁ μίσχος στο μεταξύ μεγάλωνε κι ἔγινε φανερό ὅτι ἐπρόκειτο για νεραντζιά. Ψήλωνε ταχύτατα μέσα στη στενή γλάστρα. Ὁ γέρος κύριος το καμάρωνε. Το θεωροῦσε, τρόπον τινά, παιδί του, μια και δικά του ἄλλα παιδιά δεν εἶχε, μόνο την κόρη τῆς γυναίκας του, που ἐρχόταν πολύ συχνά να τον δεῖ και καθόταν μαζί του στη βεράντα παρακολουθώντας την πρόοδο τοῦ μικροῦ δέντρου και λέγοντας ὅλες ἐκεῖνες τις καθημερινές κοινοτοπίες που ἀνταλλάσσουν οἱ ἄνθρωποι άμήχανοι, ὅταν φοβοῦνται νὰ σκαλίσουν το ἐπίχρισμα τῶν λέξεων. Ἀπ’ την ἀμηχανία αὐτή τους ἔβγαζε πάντα ἡ συζήτηση σχετικά με το εἶδος τοῦ δέντρου: εἶναι λεμονιά, ἢ νεραντζιά; Μήπως εἶναι ἀγριολεμονιά; Ἢ μήπως ἀγριονεραντζιά; Μα πόσο γρήγορα μεγαλώνει! Να δοῦμε πότε θα βγάλει καρπό!
Κάποια μέρα – πέρασε κι ἄλλος χρόνος, πέρασε και παράλλος -ὁ γέρος κύριος πέθανε κι αὐτός με την σειρά του, ὅπως ἦταν προδιαγεγραμμένο και ἀναπόφευκτο, κι ἔμεινε ἡ κοπέλα, ὁ μόνος ἄς ποῦμε οἰκεῖος, να μετράει κοῦτες, να χαρίζει μπιμπελό και να ἀμπαλάρει μνῆμες σε χαρτί περιτυλίγματος.
Κάποια στιγμή ἔφτασε ἡ καταμέτρηση της στα γεράνια, στο μαϊντανό και στα πελαργόνια. Χάρισε ὅλες τς γλάστρες στους ἐνοίκους τοῦ διπλανοῦ διαμερίσματος. Ἀλλά στο μικρό δέντρο κοντοστάθηκε. Τῆς θύμισε το μεράκι με το ὁποῖο ὁ γέρος κύριος φρόντιζε το φυτό κι ἀποφάσισε να το πάρει σπίτι της. Λίγα χρόνια μετά θα καθόταν κι αὐτή στη δική της βεράντα παρατηρώντας το δέντρο. Εἶχε ξεπεράσει τα δύο μέτρα κι εἶχε κάνει ἕναν κορμό σχεδόν εἴκοσι ἑκατοστά διάμετρο. Φαινόταν ὄμορφο, ὑγιές και την προστάτευε ἀπό τον ἐνοχλητικό μεσημεριανό ἥλιο, καθώς ρούφαγε ὅλο το φῶς στα φύλλα του. Ἀλλά ἀπό καρπό τίποτα. Ἕνας ἐραστής τῆς εἶχε πεῖ μια φορά: «Τί το θες αὐτό το δέντρο; Ἄχρηστο εἶναι! Θα ´πρεπε τόσα χρόνια να ἔχει δέσει καρπό. Τί το κρατᾶς;». Δεν μποροῦσε ἐκείνη ὅμως να τοῦ ἐξηγήσει ὅτι στο δέντρο ἔβλεπε ἐκεῖνες τίς παλιές χειρονομίες φροντίδας, ὅτι ἦταν ὁ δεσμός της μέ τό πενιχρό οἰκογειακό της παρελθόν. Αἰσθηματολογίες; Μᾶλλον. Ἀλλά δεν μποροῦσε να το πετάξει... Ἂς ἔμενε ἕνα δέντρο ἄχρηστο, δεν την πείραζε.
Περίεργα τα πεντόβολα τῆς τύχης. Πέρασε κι ἄλλος καιρός καί ἡ κοπέλα, που δεν ἦταν πιὰ κοπέλα, ἀλλά μια πρόωρα γερασμένη συνταξιοῦχος, ἔχοντας μαζί με το δέντρο της καί μιά προίκα ἐρημιᾶς, ἄρχισε να μαραζώνει, ὄχι ἀπό γῆρας, μᾶλλον ἀπό κάποιο καημό ἀδιευκρίνιστο, ἀπό μια δική της ἴσως ματαιωμένη συνάντηση με τη ζωή. Γάμο, παιδιά δέν ἔκανε κι οἱ σχέσεις της, στεγνές, ὅλες ὑπέφεραν ἀπό ξηρασία. Τόσο μποροῦσε, δέν μποροῦσε ἄλλο, μονολογοῦσε ταπεινωμένη, κάποιες νύχτες μέσα σέ δάκρυα πού δέν μποροῦσαν νά ξεφύγουν καί γύριζαν πίσω στον βολβό. Ἄρχισε νά ἀδυνατίζει, ἔγινε μιά σκιά. Καί ξαφνικά ἀσθένησε. Τῆς ἐπιτέθηκε ἡ ἀρρώστια και τη βρῆκε ἀνοχύρωτη, πρόθυμη νὰ παραδοθεῖ, μέ παράπονο. Ὅταν κατάλαβε ὅτι θα πεθάνει, θύμωσε πολύ με ὅλους. Δεν εἶπε τίποτα ὅμως πουθενά. Προτίμησε νὰ βυθιστεῖ στην ἐκδικητική σιωπή της. Ἡ Βουλγάρα νοσοκόμα, που τῆς ἔκλεισε τα μάτια, είδοποίησε φίλους καί τούς λίγους συγγενεῖς καί ὅταν βρέθηκαν μαζί στήν κηδεία τῆς δώσαν τό ἐλεύθερο να ἀδειάσει ἐκείνη τό σπίτι. Πράγματι, το ἄδειασε. Αὐτή πῆρε και το ἄγονο δέντρο, νύχτα, ὅσο εἶχε ἀκόμη τα κλειδιά, με δανεικό φορτηγάκι. Ὄχι ἀπο λύπηση· ἀπό συμπόνια για την ἀνθρώπινη τη μοίρα και τῶν πλασμάτων.
Ἐδῶ θα τελείωνε λογικά ἡ βαρετή αὐτή ἱστορία ἂν τρία χρόνια μετά το στερνοπαίδι τῆς Βουλγάρας δεν παρατηροῦσε Μάη μήνα κάτι περίεργο στο δέντρο που ἴσκιωνε τη βεραντούλα της μέσα στο πράσινο βαρέλι. Στα κλωνάρια τοῦ δέντρου κάτι περίεργοι μικροί σβῶλοι εἶχαν ἀρχίσει νὰ φουσκώνουν. Ὁ μικρός μιμήθηκε το σχῆμα τους: ἔκανε το χέρι του μικρή γροθιά και μετά ἄρχισε να το ἀνοίγει. Ὅλη ἡ οἰκογένεια στὴ σειρά, τα δίδυμα, ὁ πατέρας, ἡ μεγάλη ἀδερφή και ἡ μητέρα, κοιτοῦσαν μια το χεράκι τοῦ μικροῦ, μια το δέντρο. Λεπτό ἄρωμα λεμονιᾶς ἄρχισε νὰ ἀναδύεται στην Πλατεία Ἀμερικῆς.

ΓΔ
ανέκδοτο αφήγημα του 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: