Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

21.4.1967 - 21.4.2017 Επετειακόν Μέρος Α' / Παναγιώτης Κανελλάκης (1942 - 2009)

.........................................................




 Παναγιώτης Κανελλάκης
(1942 - 2009)







 




·       Από τη «Μαρτυρία – Στα κρατητήρια της ΕΣΑ το 1973» του Παναγιώτη Κανελλάκη (1942 – 2009) 

         (εκδ. «Εφημερίδα των Συντακτών», Απρ. 2017)


    …12 Μαρτίου 1973, Δευτέρα

«…Η ορθοστασία συνεχίζεται. Η σκέψη ότι θα νυχτώσει πάλι για Τρίτη μέρα και θα είμαι πάντα όρθιος με φέρνει σε απόγνωση. Ζητάω πάλι χαρτί και μολύβι. Μού δίνουν αλλά μού λένε να προσέξω αυτή τη φορά τι θα γράψω. Αν δεν έχω αποφασίσει να μιλήσω, καλύτερα να μη γράψω τίποτα. Παίρνω το χαρτί και γράφω ότι είμαι πρόθυμος να παραδεχτώ πως είχα υποστεί την επιρροή ορισμένων παραγόντων μέσα από έντυπα και από συζητήσεις και πως έτσι ίσως έμμεσα να βρισκόμουν κάτω από κάποια καθοδήγηση. Τους ζητάω να μού υποδείξουν ποιους θέλουν να ενοχοποιήσω. Με την τακτική μου αυτή αποβλέπω ν’ αρχίσουν πάλι συζητήσεις, διαπραγματεύσεις, να με υποβάλουν πάλι σε ανάκριση. Να μού δώσουν καρέκλα να καθίσω.
   Στέλνω το σημείωμα και περιμένω. Δεν παίρνω καμία απάντηση. Αρχίζω να απελπίζομαι. Αισθάνομαι μόνος, ξεχασμένος απ’ όλο τον κόσμο. Βρίσκομαι στα χέρια εγκληματιών και κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει. Με τρομάζει το άγνωστο μπροστά μου, το τι μού επιφυλάσσουν ακόμη…»

Από την Εισαγωγή στη Βία
«Δεν πίστευες πως θα ξεχάσεις, κι όμως ξέχασες»
                                          Μανόλης Αναγνωστάκης

   ΗΤΑΝ ΑΝΟΙΞΗ  του 1972 όταν για πρώτη φορά με συνέλαβαν άνδρες της Ασφάλειας Αθηνών και με έκλεισαν στα κρατητήρια της οδού Μεσογείων. Εκεί με κράτησαν κάπου ένα μήνα σ’ ένα κελί στην απομόνωση χωρίς να μού απαγγείλουν επίσημα κατηγορίες ή να με περάσουν από εισαγγελείς, ανακριτές κλπ. Κι ένα ωραίο πρωινό, έτσι ξαφνικά όπως με είχανε συλλάβει, μ’ άφησαν ελεύθερο.
   Όταν βγήκα, για μεγάλο διάστημα διατηρούσα ζωντανές τις μνήμες από την εμπειρία αυτή, πιστεύοντας πως τα σημάδια της θα μού έμεναν ανεξίτηλα δια βίου. Με το πέρασμα όμως του χρόνου άρχισα να διαπιστώνω με έκπληξη και λύπη μαζί, πόσο γρήγορα εξασθενεί η μνήμη και πόσο εύκολα σβήνονται βιώματα και προσωπικές στιγμές, από εκείνες που ούτε μπορείς ούτε θέλεις να ξαναζήσεις.
   Μετάνιωσα τότε που δεν είχα κρατήσει σημειώσεις από την καθημερινή μου ζωή στο κελί κι αποφάσισα την επόμενη ευκαιρία (που την έτρεμα) να μην την αφήσω να πάει χαμένη. Και να σκεφτεί κανείς πως στην Ασφάλεια δεν πέρασα δα και τόσο άσχημα. Δεν γνώρισα τη σωματική βία, όπως άλλοι· ούτε ένα χαστούκι.
   Δεν πέρασε ένας χρόνος και με ξαναπιάσανε. Αυτή τη φορά οι άνδρες της Ασφάλειας με οδήγησαν κατ’ ευθείαν στα κρατητήρια της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας.
   Εδώ τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τα πρόσωπα που είχα απέναντί μου δεν ήσαν επαγγελματίες της καταστολής, αστυνομικοί, που πολλές φορές, καθώς θυμόμουνα, βιάζονταν να γυρίσουν σπίτι τους μετά τη βάρδια ή την ανάκριση. Εδώ είχα να κάνω με φορείς εξουσίας, με αφιονισμένους πατριώτες, με εθνοπαράφρονες. Με ανθρώπους που έβραζαν από ιερή αγανάκτηση, θιγμένοι περίπου προσωπικά από την «αντεθνική» μου δράση. Εδώ δεν είχα να κάνω με επαγγελματίες της αλλά με ερασιτέχνες της καταστολής, με την έννοια ότι τα άτομα αυτά έδειχναν ένα ιδιαίτερο πάθος (έρωτα) αλλά και τέχνη για τη δουλειά τους, την καταστολή.
   Η βία εδώ δεν ήταν ακριβώς ανακριτική μέθοδος ούτε εκδίκηση ούτε τρόπος άσκησης της εξουσίας. Ήταν λίγο απ’ όλα και πάνω απ’ όλα ήταν τρόπος ζωής, τρόπος επικοινωνίας. Η βία, σωματική και ψυχολογική, δεν περιοριζόταν στη σχέση ανάμεσα στον ανακριτή και τον ανακρινόμενο ή στον φύλακα και τον φυλακισμένο· αποτελούσε κοινή συνθήκη διαβίωσης όλων των εμπλεκόμενων προσώπων. Αξιωματικοί, κρατούμενοι, ανακριτές, δεσμοφύλακες, όλοι στις μεταξύ τους σχέσεις είχαν κοινό παρονομαστή τη βία. Το ανθρώπινο στοιχείο στις σχέσεις ήταν απόν. Ένα κενό ανθρώπινης υπόστασης. Ζούσαμε όλοι μια αγριότητα καθημερινή και αδιάκοπη. Μια αγριότητα που δεν έκανε διάλειμμα ούτε για ένα λεπτό μέσα στο εικοσιτετράωρο. Μια κτηνωδία κυριολεκτική και αμφίδρομη: οι κρατούμενοι αντιμετωπίζονταν σαν κτήνη από πρόσωπα που δεν έκρυβαν, αντίθετα το υπογράμμιζαν, πως και οι ίδιοι αισθάνονταν και δρούσαν σαν κτήνη.
   Δεν υπήρχαν κανόνες, δικαιώματα, αξίες ή συναισθήματα, στα οποία να μπορεί να αναφερθεί κανείς ή να κάνει έκκληση. Μια αίσθηση μόνο κυριαρχούσε: η απόλυτη εξάρτηση από μια ολοκληρωτική εξουσία, αόρατη και ανάλγητη, που ήταν αδιανόητο να επηρεάσει ή να συγκινήσει κανείς με οποιονδήποτε τρόπο. Μια εξουσία που ασκούσε απόλυτο έλεγχο πάνω στη ζωή, την υγεία, την ελευθερία, την ύπαρξη καθενός, χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν.
   Νομίζω πως εδώ ένιωσα για πρώτη φορά τι θα πει φόβος…

…11 Μαρτίου 1973, Κυριακή
«…Η νύχτα προχωράει αλλά έχω πάψει πια να νυστάζω. Αισθάνομαι μόνο εξουθενωμένος κι έχω μια διαρκή ζάλη.
   Την ημέρα οι ώρες περνάνε σχετικά γρήγορα. Ακούγονται διάφοροι θόρυβοι, φωνές. Το μυαλό έχει με κάτι ν’ ασχοληθεί. Η νύχτα δεν περνάει με τίποτα. Και νυχτώνει νωρίς.
   Στην τουαλέτα μού επιτρέπουν να πάω τρεις φορές την ημέρα, πριν από κάθε φαγητό. Πάντα όμως κάτω από παρακολούθηση, για να μην πιω νερό από τη βρύση έξω από την τουαλέτα.
   Απόψε ζητάω να πάω στην τουαλέτα εκτάκτως. Ο δεσμοφύλακας, ο Πέτρου, λείπει εκείνη τη στιγμή. Ισχυρίζομαι πως έχω επείγουσα ανάγκη. Ο σκοπός μου διστάζει αλλά τελικά με οδηγεί στην τουαλέτα λέγοντάς μου να κάνω γρήγορα. Μπαίνω μέσα, κλείνω πίσω μου την πόρτα, πέφτω στο πάτωμα (ο καμπινές είναι τούρκικος) και πίνω νερό μέσ’ από τη λεκάνη. Φοβάμαι να πιω πολύ μην πάθω τίποτα. Μετά μένω ξαπλωμένος κάτω ανάσκελα, κάπου 2 ολόκληρα λεπτά. Ακουμπάω τα πόδια μου ψηλά στον τοίχο για να κατεβεί λίγο το αίμα και να ξεπρηστούν. Είναι απίστευτη η ηδονή. Ο σκοπός όμως μού χτυπάει την πόρτα να τελειώνω. Ξανασηκώνομαι με δυσκολία. Το σακάκι μου έχει μουσκέψει απ’ το νερό στο πάτωμα του μπάνιου. Το βλέπει ο σκοπός, καταλαβαίνει ότι ξάπλωσα κάτω και αρχίζει να με χτυπάει. Πρέπει να έχω τα χάλια μου γιατί φοβάται να με χτυπήσει δυνατά. Μακάρι να σκέφτονταν όλοι οι σκοποί έτσι.
   Η νύχτα προχωράει. Οι σκοποί μου αλλάζουν. Αισθάνομαι τα πόδια μου να καίνε. Σε μια στιγμή ο σκοπός βγαίνει απ’ το κελί και μ’ αφήνει για δυο λεπτά μόνο. Βγάζω αμέσως τα παπούτσια και τις κάλτσες μου και πατάω με γυμνά πόδια στο πάτωμα. Το μωσαϊκό είναι ευχάριστα δροσερό. Πριν γυρίσει ο φρουρός ξαναφοράω τα παπούτσια μου χωρίς τις κάλτσες.
   Η μονοτονία της νύχτας είναι μαρτύριο. Αποφασίζω να κάνω πάλι πως λιποθυμάω. Πέφτω. Απόψε όμως δεν είναι δεσμοφύλακας ο Τσέλιγκας αλλά ο Πέτρου. Αυτός δεν μ’ έχει χρεωμένο και βαράει μες στα όλα. Με χτυπάει με το κλομπ στις σόλες των παπουτσιών. Ξέρει πως έτσι όπως είναι ερεθισμένα τα πόδια μου ο πόνος εκεί με σφάζει.
   Σηκώνομαι απ’ το πάτωμα με την πρόθεση να μην ξαναπέσω. Δεν περνάει  όμως μισή ώρα και πέφτω πάλι. Δεν ξέρω πια αν το κάνω επίτηδες ή αν πέφτω από εξάντληση.
   Ζητάω συνέχεια φάρμακα daxaids για το στομάχι μου, όχι γιατί έχω πραγματικές ενοχλήσεις, αλλά επειδή μαζί με το φάρμακό μού δίνουνε και δυο δάχτυλα νερό.
   Σε λίγο ξαναπέφτω. Ο Πέτρου με χτυπάει με όλη του τη δύναμη. Ο σκοπός το ίδιο.  Έχουν και οι δύο κλομπ. Με σηκώνουν όρθιο και συνεχίζουν να με χτυπάνε. Βλέπω το κλομπ να κατεβαίνει με τέτοια δύναμη στο κεφάλι μου, που είναι αδύνατο να πιστέψω πως δεν θα τ’ ανοίξει στα δύο. Σε μια στιγμή το κλομπ του Πέτρου σπάει διαγώνια στα δύο. Αν δεν το ‘βλεπα δεν θα το πίστευα. Έσπασε πάνω στην πλάτη μου και το μισό κομμάτι πετάχτηκε στην άλλη άκρη του δωματίου…»  

Δεν υπάρχουν σχόλια: