Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

«Πού ανήκε ο επταετής;" διήγημα του Γιώργου Ξενάριου (από τη «Λέξη», τ.196, Απρ.-Ιούν. 2008, τεύχος αφιερωμένο στο ελληνικό διήγημα)

.........................................................
 




·       «Πού ανήκε ο επταετής;»




διήγημα του Γιώργου Ξενάριου 

(από τη «Λέξη», τ.196, Απρ.-Ιούν. 2008, τεύχος αφιερωμένο στο ελληνικό διήγημα)


   Πότε έγιναν όλα αυτά; Ποιο παιδί είναι αυτό που, με κοντό παντελονάκι, κοιτάζει δεξιά αριστερά τον άδειο δρόμο; Σε ποιον μυθικό Πειραιά έλαβαν χώρα τα γεγονότα;
   21η Απριλίου 1967. Πιθανότατα μεσημέρι. Ίσως βροχερό, πάντως μουντό. Ο πατέρας, που διέθετε τότε Horex, μια τρίκυκλη μοτοσικλέτα με καλάθι, είχε απαγορεύσει αυστηρά την έξοδο. Ο επταετής όμως, όπως πάντα, έκανε του κεφαλιού του: η απαγόρευση του πατέρα ήταν η ασφαλέστερη προτροπή για την παραβίασή της.
   Πέρα όμως από την ειδική ατομική απαγόρευση που τον αφορούσε, υπήρχε και μια άλλη, γενική, της κυκλοφορίας και των συναθροίσεων. Αυτό πρέπει να το είχε ακούσει από το ραδιόφωνο, ασφαλώς δεν το πολυκαταλάβαινε, αλλά και αυτή η απαγόρευση λειτούργησε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: υπήρξε το καλύτερο διεγερτικό για να πράξει το αντίθετο.
   Βγήκε έξω. Οδός Δ. Μουτσοπούλου, γωνία με Ελικώνος. Δρόμος που στα μάτια του επταετούς έμοιαζε λεωφόρος (όποτε ξαναβρέθηκε εκεί, ο δρόμος ήταν στις σωστές του διαστάσεις: ένας ταπεινός δρόμος σε μια από τις φτωχικές συνοικίες του Πειραιά). Ερημιά. Ούτε ψυχή ζώσα ως το βάθος, ως το εργοστάσιο τσιγάρων του Κεράνη, στη μια άκρη, και ως το εργοτάξιο των ΣΠΑΠ (πρόδρομο όνομα του ΟΣΕ) στην άλλη. Πέντε, δέκα λεπτά στον δρόμο, κι ούτε ένας διαβάτης, ένα αυτοκίνητο, ένα μοτοσακό της εποχής, τίποτα. Πραγματικό σκάνδαλο: δεν του είχε ξανασυμβεί ποτέ να μην περνάει ούτε ένας – μα ούτε ένας – άνθρωπος, ένας συμμαθητής από το σχολείο, μια νοικοκυρά που θα πήγαινε ως το ψιλικατζίδικο του Κελεμένη, κάποιος λαϊκός κομψευόμενος της εποχής, με χρυσό δόντι και μανικιούρ στο μικρό δαχτυλάκι του χεριού.
   Αποφάσισε να το διασκεδάσει: γαυριών, πασίχαρος, κορυβαντιώντας – και παρά τις αγωνιώδεις, όσο και αυστηρές, επικλήσεις της μάνας του, που ο απόηχός τους έφτανε μακρινός στα αυτιά του – άρχισε να χοροπηδάει καταμεσής του δρόμου, απολαμβάνοντας την προσωρινή μεν, απόλυτη δε κυριαρχία του επί του οδοστρώματος.
   Αυτό πρέπει να κράτησε  άλλα πέντε-δέκα λεπτά μέχρι να εμφανιστεί ο εισβολέας υπό τη μορφή μονήρους (ή, μήπως ήσαν δύο; είχαν και μοτοσικλέτα;) αστυνομικού, μ’ εκείνη την παλιομοδίτικη, λαδί χρώματος, στολή του. Χωρίς πρόσωπο, μόνο μια στολή κινούμενη, ο φύλακας της τάξης τον διέταξε να εξαφανιστεί, να τσακιστεί να πάει σπίτι του, τι γυρεύει εκεί τέτοια ώρα.
   Ο επταετής τρομοκρατήθηκε. Κι αν δεν συγχέονται οι δύο αφηγήσεις, εκείνη της πραγματικότητας και η άλλην της μνήμης, πήγε και κρύφτηκε πίσω από την παρκαρισμένη μηχανή του πατέρα του, υπακούοντας μεν, βρίζοντας δε – με όποιον λεκτικό οπλισμό διέθετε η ηλικία – το βλοσυρό όργανο.
   Από πάνω, από τη βεράντα, οι αγριωπές προσκλήσεις της μάνας· πέρα μακριά, στην έρημη προοπτική του μεγάλου δρόμου, η πλάτη του απομακρυνόμενου οργάνου, που βάδιζε περιπολώντας. Ο επταετής κάπως έπρεπε να αντιδράσει, κάτι να κάνει, οι προκλήσεις ήταν πολλές, όφειλε να ανταποκριθεί.
   Κι έτσι, σε μια παράτολμη κίνηση, που ποτέ αργότερα στο μυαλό του δεν βρήκε τη λογική της σύνδεση, πετάχτηκε ξανά, εκκινώντας πίσω από την παρκαρισμένη Horex, στη μέση του οδοστρώματος. Και με στεντόρεια φωνή φώναξε στην ολοένα απομακρυνόμενη αστυνομική πλάτη! «Ο-λυ-μπι-α-κός! Ο-λυ-μπι-α-κός! Ο-λυ-μπι-α-κά-ρα!».
   Μία από τις πρώτες πράξεις αντίστασης στη δικτατορία ήταν ήδη πραγματικότητα.

                                                         Γιώργος Ξενάριος

Δεν υπάρχουν σχόλια: