Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

"Τρέχω μη μου αρπάξει ο κιμάς" της Έλενας Μαρούτσου ("Εφημερίδα των Συντακτών, 25-26.4.2020)

..............................................................


Τρέχω μη μου αρπάξει ο κιμάς










της Έλενας Μαρούτσου ("Εφημερίδα των Συντακτών, 25-26.4.2020)



Δευτέρα

Ξεκρέμασα τις κουρτίνες για να τις πλύνω. Στρίμωξα μία στο πλυντήριο. Το στόμα του δεν τη χωρούσε. Χρειάστηκε να το μπουκώσω σαν παιδί που δεν θέλει να φάει το φαΐ του. Πώς τα κατάφερνες τόσα χρόνια εσύ; Πώς τάιζες το πλυντήριο; Πώς τάιζες τα παιδιά;


Τρίτη

Το σαλόνι χωρίς τις κουρτίνες έχει κάτι ανέμελα ξεδιάντροπο. Εκτεθειμένο. Τι θα λέει η κοπέλα που βγήκε τώρα στο απέναντι μπαλκόνι; Δεν μπορώ πια να κρυφτώ. Το σαλόνι είναι η σκηνή του μοναχικού μου εγκλεισμού. Χωρίς αυλαία. Μα τι κάνει; Χειροκροτεί; Υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που επικροτεί τη βαρετή παράσταση της αιχμαλωσίας μου; Πλησιάζω τη μύτη μου στην τζαμαρία. Είναι κι άλλοι που χειροκροτούν.


Τετάρτη

Μαγείρεψα σουπιές με το μελάνι τους. Τις βρήκα στη λαϊκή το πρωί. Είχα φορέσει τα γαλάζια πλαστικά γάντια και τη μάσκα και θυμήθηκα τότε που μάθαινα τα παιδιά κολύμπι. Φορούσα τη μάσκα ανάποδα, έβαζα στα χέρια τα βατραχοπέδιλα κι αυτά έσκαγαν στα γέλια. «Ολα λάθος τα κάνεις, μπαμπά!». Ολα λάθος τα έκανα. Και οι κουρτίνες μπήκαν στο πλύσιμο. Οπως μασάω τις σουπιές κριτσανίζει στο στόμα μου η άμμος. Καταπίνω τις αναμνήσεις μου. Φτύνω μαύρο σάλιο.


Πέμπτη

Το παράθυρο της κουζίνας βλέπει στον ακάλυπτο. Μια χαλασμένη λάμπα αναβοσβήνει στο σκοτάδι μεταδίδοντας ένα δυσανάγνωστο μήνυμα. Είδα στον ύπνο μου τη φράση ΑΓΕΛΗ ΑΝΟΣΙΑΣ, κόκκινη φωτεινή επιγραφή σε μαγαζί όπου οι κούκλες βιτρίνας φορούσαν φίμωτρο. Ξύπνησα ιδρωμένος και βγήκα στη βεράντα για τσιγάρο. Σε ένα αντικρινό μπαλκόνι, λίγο πιο χαμηλά από τον δικό μου όροφο, κοιμόταν ένα παιδί. Φορούσε μια γαλαζωπή νοσοκομειακή μάσκα στα μάτια. Το χέρι του κρεμόταν απ’ τα κάγκελα όπως όταν γέρνουμε απ’ τη βάρκα για ν’ αγγίξουμε τη θάλασσα.


Παρασκευή

Για να γυμναστώ περπατάω γοργά από το σαλόνι ώς το υπνοδωμάτιο μπρος-πίσω σαν ταξιδιώτης σε κυλιόμενο διάδρομο, χωρίς βαλίτσα, χωρίς εισιτήριο, χωρίς σαφή προορισμό. Στο γαμήλιο ταξίδι μας είχαμε πάει στη Ρώμη. Τώρα βλέπω στην τηλεόραση τις έρημες, στοιχειωμένες πλατείες σαν πίνακες του Ντε Κίρικο. Σκέφτομαι το σώμα σου: λευκό, μεγαλοπρεπές και απρόσιτο, ίδιο άγαλμα.


Σάββατο

Αυτό το Σαββατοκύριακο είναι η σειρά μου να κρατήσω τα παιδιά. Κρέμασα τις κουρτίνες, καθαρές και κοντές, σαν παντελόνι φτωχού. Περιμένω φτιάχνοντας κιμά, θρυμματίζοντάς τον με την ξύλινη κουτάλα στην κατσαρόλα για να διώξει το αίμα, να ξανθύνει. Διάβασα στο διαδίκτυο ένα άρθρο με τίτλο «50 παιχνίδια για να παίξετε με τα παιδιά σας στο σπίτι», αν και ξέρω καλά ότι θα δούμε τάμπλετ μέχρι τελικής πτώσεως. Βγαίνω στη βεράντα ανυπομονώντας να τα δω να βγαίνουν από το αμάξι σου. Απέναντί μου μια κοπέλα ανοίγει την μπαλκονόπορτα. Ενας άντρας την αγκαλιάζει από πίσω φωνάζοντας ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ και την τραβάει γελώντας μέσα. Τρέχω μη μου αρπάξει ο κιμάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: