Κυριακή 5 Απριλίου 2020

«Το Αλογάκι της Παναγίας» Αφήγημα του Αργύρη Χιόνη (1943 - 2011) από το βιβλίο του «Όντα και Μη Όντα» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2006)

.............................................................






Αργύρης Χιόνης (1943 - 2011)






·        «Το Αλογάκι της Παναγίας»

Αφήγημα του Αργύρη Χιόνη (1943 - 2011) από το βιβλίο του «Όντα και Μη Όντα» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2006)

   Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ονομασία του μεγάλου αυτού δικτυόπτερου εντόμου είναι  Μάντις  και του την έδωσαν, πρώτοι, οι αρχαίοι Έλληνες οι οποίοι, βλέποντάς το να κωλοκάθεται, να μένει ακίνητο ή να κινείται αργά, μπρος-πίσω, με ανασηκωμένο το κεφάλι και τα μπροστινά πόδια εκτεταμένα σε στάση ικεσίας, πίστευαν ότι διαθέτει υπερφυσικές ιδιότητες. Η δοξασία αυτή αντικατοπτρίζεται και σε άλλες γλώσσες. Έτσι οι Άγγλοι το ονομάζουν, επίσης μάντιδα (soothsayer), οι Γερμανοί λάτριδα του Θεού (Gottes anbeterin), οι Γάλλοι προσκυνητήριο (prie-Dieu) και, χωρίς να το έχω ψάξει, υποπτεύομαι ότι και πολλοί άλλοι λαοί θα του έχουν δώσει κάποιο ανάλογο όνομα.

   Ωστόσο, το αλογάκι της Παναγίας, το μόνο που δεν κάνει, όταν παίρνει αυτή τη στάση, είναι να προσεύχεται ή να ικετεύει· απλώς έχει στήσει ενέδρα και ετοιμάζεται ν’ αρπάξει το πρώτο μικρότερο έντομο, που θα ‘χει την ατυχία να περάσει από μπροστά του, και να το καταβροχθίσει. Σ’ αυτήν την εγκληματική δραστηριότητά του το βοηθά και η φύση (ευνοϊκή, ως γνωστόν, για τους δυνατούς και ανελέητη για τους αδυνάτους) που το έχει προικίσει με μιαν εκπληκτική ικανότητα παραλλαγής. Με άλλα λόγια, παίρνοντας ακριβώς το χρώμα του περιβάλλοντος, καθίσταται αόρατο για τα θύματά του, καθώς και για τους εχθρούς του που, έτσι κι αλλιώς, είναι ελάχιστοι.

   Ποτέ μου δεν το χώνεψα αυτό το αλογάκι, κι ας ήταν της Παναγίας. Σ’ αυτό πρέπει να έφταιξε κι η μάνα μου που, όταν ήμουνα παιδί, μού έλεγε να μην το πλησιάζω, να μην το πειράζω, γιατί, αν θύμωνε και μ’ έφτυνε στο πρόσωπο, θα τυφλωνόμουν. Πάντα λοιπόν το απέφευγα με δέος, όταν βρισκόταν μπροστά μου. Ωστόσο, μίσος πραγματικό γι’ αυτό το άσπλαχνο ζωντανό, μίσος που ακόμη τρέφω, ένιωσα, για πρώτη φορά, όταν έμαθα ότι, μετά τη σύζευξη, το θηλυκό καταβροχθίζει το αρσενικό, το οποίο, καίτοι πιο ταχύ και με μεγαλύτερη πτητική ικανότητα από τη «συμβία» του, δέχεται παθητικά τη θυσία του για τη διαιώνιση του είδους και της ωμότητας. Από μια τέτοια διεστραμμένη ένωση, πώς θα ήταν δυνατόν να προκύψουν υγιείς γόνοι; Οι νύμφες (γύρω στις διακόσιες), μόλις βγουν από τ’ αβγά τους, αρχίζουν ν’ αλληλοσπαράζονται.

   Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να μου πει: «Μα γιατί τα βάζεις με τα αλογάκια της Παναγίας; Δε βλέπεις τι γίνεται με τους ανθρώπους;» Και θα είχε δίκιο. Οι περισσότερες γυναίκες που γνωρίζω καταβροχθίζουν, μετά την τεκνοποίηση, τους άντρες τους. Μπορεί να μην τρώνε κυριολεκτικά τις σάρκες τους, αλλά κάνουν κάτι ακόμη πιο ωμό· αφανίζουν τις ψυχές τους. Μετά την τεκνοποίηση, ο άντρας παύει να είναι το κέντρο της προσοχής της γυναίκας, παύει να είναι ερωτικός σύντροφος και γίνεται αυτός που ξεβουλώνει νεροχύτες, βιδώνει βίδες, καρφώνει καρφιά και εξασφαλίζει στην οικογένεια τα προς το ζην. Από συγκεκριμένο πρόσωπο, από αντικείμενο αγάπης και πόθου, μεταβάλλεται σ’ ένα σκέτο Αυτός. Πού είναι Αυτός; Δεν ήρθε ακόμη Αυτός; Τι κάνει πάλι Αυτός;… Όσο για τους γόνους του ανθρώπου, ούτε αυτοί διαφέρουν από τις νύμφες της Μάντιδος. Ο αλληλοσπαραγμός τους, για την εξασφάλιση των πρωτείων, είναι καθημερινό, συνηθισμένο φαινόμενο. Η κοινωνία μας είναι γεμάτη Κάιν και Άβελ.

   Τελικά, τα μόνα πραγματικά αγαπημένα, τα μόνα βαθιά, ως τα γεράματα, ως το τέλος, ερωτευμένα ζευγάρια που έχω γνωρίσει ήταν άκληρα.
    

Δεν υπάρχουν σχόλια: