Τρίτη, 14 Απριλίου 2020

«Η Γκρούσενκα της Μάρκου Ευγενικού» διήγημα του Αλέξη Σταμάτη από τις «Ιστορίες για μοναχικούς ανθρώπους» (εκδ. Τόπος, 2007)

............................................................






Αλέξης Σταμάτης (γ.1960)








·       «Η Γκρούσενκα της Μάρκου Ευγενικού» 


διήγημα  του Αλέξη Σταμάτη από τις «Ιστορίες για μοναχικούς ανθρώπους» (εκδ. Τόπος, 2007)

   Ο Ηλίας Τανιμανίδης ξύπνησε χαράματα, ως συνήθως. Η πρώτη εικόνα που αντίκρισε ήταν ένα μικρό κομμάτι ουρανού. Νικηφόρου Ουρανού. Εκεί έμενε. Κάτω από τον Λυκαβηττό. Το φως περνούσε μαλακά από μια μικρή χαραμάδα που άφηνε το σκληρό ύφασμα. Σηκώθηκε προσπαθώντας για μια ακόμη φορά να μη χτυπήσει πάνω στα βιβλία. Ανακάθισε και το «σπίτι» του έτριξε, παρόλο που οι ρόδες, σκασμένες εδώ και χρόνια, παρείχαν ακόμα μια αρκούντως σταθερή βάση. Άνοιξε το φερμουάρ της σκεπής κι ο κόσμος μεμιάς αποκαλύφθηκε μπροστά του. Γυμνός από τη μέση και πάνω, βγήκε από το τρέιλερ. Ρούφηξε τον καθαρό αέρα όπως ένα γερό φραπέ. Μια νέα μέρα άρχιζε. Περπάτησε ως το άλλο στενό, στη βρύση. Πλύθηκε τοπικά και ξαναγύρισε στην «κατοικία» του. Ο Ηλίας έμενε σε ένα παμπάλαιο, σαραβαλιασμένο τρέιλερ που το ‘χε μετασκευάσει σε μια λιλιπούτεια καμπίνα. Το ‘χε σκεπάσει με ένα γερό καραβόπανο κι είχε προσαρμόσει ένα φερμουάρ στο πάνω μέρος. Κοιμόταν σε μια στρεβλωμένη στάση, σαν έμβρυο. Στη φωλιά του είχε στριμώξει και όλα του τα υπάρχοντα: τα βιβλία, την κιθάρα και τα εργαλεία του. Τα είδη πρώτης ανάγκης τα είχε σε μια ιδιοκατασκευή στον πάτο. Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο. Όλα τα υπόλοιπα υπήρχαν έξω. Στη ζωή. Ο Ηλίας δεν δούλευε. Περιφερόταν στην Αθήνα με το καροτσάκι του γεμάτο μικροπράγματα που έβρισκε από εδώ κι από εκεί, και που τα ‘φτιαχνε και τα μεταπωλούσε. Όποτε είχε κέφι, την έστηνε στην Πλάκα ή στου Ψυρρή κι έπαιζε Σαββόπουλο και παλιά γαλλικά του Λεό Φερέ και του Μπρασένς. Οι ανάγκες του ήταν στοιχειώδεις. Εδώ και είκοσι χρόνια ζούσε καλά, ήρεμα, όπως πάντοτε ήθελε, σαν ένας φυσιολάτρης της πόλης. Με μια έννοια, ήταν ένας όμορφος άντρας. Αδύνατος, με σφιχτό γραμμωμένο σώμα, μεγάλα γαλανά μάτια,  μακριά καστανόξανθα μαλλιά και μούσια που του κάλυπταν σχεδόν ολόκληρο το πρόσωπο, τα οποία είχαν αρχίσει να γκριζάρουν – πλησίαζε τα σαράντα πέντε πια. Καταγόταν από μεσοαστική οικογένεια, ο πατέρας υπάλληλος υπουργείου. Από μικρός ήταν ένα παράξενο, εσωστρεφές παιδί, που διάβαζε πολύ, ήταν πολύ καλός στα γαλλικά και δεν έκανε ποτέ αυτό που του έλεγαν. Αυτή η απείθεια ήταν που τον οδήγησε, στα δεκαπέντε του, σε έντονη ρήξη με τον πατέρα του. Τσακώνονταν συνέχεια, κάποια στιγμή μάλιστα έπαιξαν κι άγριο ξύλο, με αποτέλεσμα ο μικρός να φύγει για πάντα από το σπίτι. Μονήρης όπως ήταν, πήγε για τρία χρόνια στην Πάρο, άλλα δυο στο Όρος, ύστερα στη Γαλλία όπου έμεινε για ένα διάστημα σ’ ένα οικολογικό χωριό. Δεν ρίζωσε πουθενά. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, οι γονείς του είχαν πεθάνει, συγγενείς δεν είχε φτερό στον άνεμο. Άλλαξε δυο-τρεις γκαρσονιέρες – η μια μικρότερη από την άλλη – ώσπου μια μέρα είδε το εγκαταλελειμμένο τρέιλερ στη Νικηφόρου Ουρανού. Το «ανάπλασε» κι από τότε έμενε εκεί. Το αγαπημένο του ήταν οι «Αδερφοί Καραμαζόφ», ήταν μάλιστα αθεράπευτα ερωτευμένος με την Γκρούσενκα – το καταστροφικό πάθος του μεσαίου αδερφού. Αν και Μάιος ακόμα, στην πόλη είχε ενσκήψει ένας πρώιμος καύσωνας με τη θερμοκρασία να μην ξεκολλάει από τους 35 βαθμούς Κελσίου. Ο Ηλίας πήρε την κιθάρα του, έκλεισε το τρέιλερ και κλείδωσε τις δυο μεγάλες κλειδαριές. Από την άλλη άκρη του δρόμου πλησίαζε ένας φαλακρός πενηντάρης μ’ ένα αστείο μουστάκι. Τον χαιρέτησε. Ήταν ο Στάθης, ο κουρέας της γειτονιάς, ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να αποκαλέσει φίλο του. Πελατειακή σχέση δεν είχαν αναπτύξει, ο Ηλίας δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε «κοκέτης». Κατέβηκε την Ασκληπιού κι αυτή τη φορά κατευθύνθηκε προς την Αλεξάνδρας. Φτάνοντας στο ύψος της Λασκάρεως, ξαφνικά αισθάνθηκε ένα έντονο βλέμμα επάνω του. Από την ανηφόρα της Μάρκου Ευγενικού κατέβαινε μια οπτασία. Ήταν μια ψηλόλιγνη γυναίκα, γύρω στα σαράντα πέντε – πενήντα, με αριστοκρατικά χαρακτηριστικά, κατάξανθη, με κυματιστά μαλλιά, σαν να είχε μόλις βγει από το κομμωτήριο. Έμοιαζε ξένη. Βαμμένη στην εντέλεια, φορούσε ένα κομψό μπορντό σατέν φόρεμα, ψηλές γόβες, μακριά σκουλαρίκια και μια σειρά βραχιόλια στα χέρια, που κουδούνιζαν σε κάθε βήμα έτσι όπως κατέβαινε τα σκαλοπάτια προς τη διασταύρωση της Ασκληπιού με τη Λασκάρεως.  Σκέφτηκε ότι το πλάσμα αυτό πριν από είκοσι χρόνια θα ήταν μια καλλονή, εξάλλου και τώρα κάπως έτσι θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει. Μια σύγχρονη Γκρούσενκα, αν και δύο δεκαετίες μεγαλύτερη. Το πιο παράξενο ήταν πως η γυναίκα αυτή τον κοίταζε απευθείας στα μάτια, μ’ ένα βλέμμα έντονο, βαθύ. Ο Ηλίας στάθηκε ακίνητος. Εκείνη τον πλησίασε και όταν έφτασε δίπλα του είπε: «Σκόουτς τσελ ζναμ». «Τι;» ρώτησε απορημένος ο Ηλίας.
   «Κάπου σε ξέρω», είπε η γυναίκα με ξένη, βαριά προφορά.
   «Εμένα;» έκανε ο Ηλίας.
   «Πού μένεις;»
   «Εδώ πάνω, σ’ ένα τρέιλερ».
   «Α, το ‘χω δει… Μπορείς να τραβήξεις τα μαλλιά σου πίσω;»
   Ο Ηλίας χωρίς να ξέρει γιατί, υπάκουσε.
   Η γυναίκα τον ξανακοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια. Ο Ηλίας πρόσεξε τα χείλη. Το καθένα ήταν βαμμένο με διαφορετικής απόχρωσης κόκκινο.
   «Έχεις πάει ποτέ στην…» είπε και σταμάτησε.
   «Να έχω πάει πού;» ρώτησε.
   «Τίποτα, αντίο», είπε η γυναίκα και χωρίς να περιμένει απάντηση έφυγε.
   «Αντίο», πρόλαβε να πει ο Ηλίας και γύρισε προς το μέρος της παρακολουθώντας την  να κατευθύνεται προς την Ιπποκράτους. Ανάμεσα στο πρωινό πλήθος το ξανθό όραμα ακτινοβολούσε. Ένας ώριμος άγγελος είχε προσγειωθεί στη γειτονιά.
   Ο Ηλίας δεν το άφησε εκεί. Ποτέ δεν τον είχε κοιτάξει έτσι μια τέτοια γυναίκα. Ή, μάλλον, τα τελευταία χρόνια καμία γυναίκα δεν τον είχε καν κοιτάξει. Η ερωτική του ζωή περιοριζόταν σε μια σχέση αμοιβαίου οίκτου με μια ψιλοτζάνκι πουτανίτσα, που έκανε πιάτσα πίσω απ’ την Κλαυθμώνος. Πήρε λοιπόν την ξανθιά βασίλισσα από πίσω, διακριτικά. Την παρακολούθησε ν’ ανεβαίνει την Ιπποκράτους, να ψωνίζει από ένα σούπερ μάρκετ, ύστερα να περπατά κάτω ως τη Σκουφά και να κατευθύνεται προς τη πλατεία Κολωνακίου. Σταμάτησε σε κάμποσα μαγαζιά. Έμπαινε, πρόβαρε ρούχα κι έβγαινε χωρίς ν’ αγοράσει. Οι άντρες την κοίταζαν από απόσταση μ’ ένα μείγμα θαυμασμού και περιέργειας. Όταν έφτασε στην πλατεία, κάθισε για έναν καφέ στο Ντα Κάπο. Δεν μίλησε με κανέναν. Ύστερα γύρισε πάλι πίσω – απ’ την Ασκληπιού τώρα. Ο Ηλίας δεν έχασε βήμα της, ώσπου την είδε να σταματάει σ’ ένα υπέροχο νεοκλασικό διώροφο στη Μάρκου Ευγενικού, το ωραιότερο σπίτι της γειτονιάς. Ξεκλείδωσε, μπήκε μέσα και χάθηκε. Κοίταξε το κουδούνι, δεν υπήρχε όνομα.
   Ο Ηλίας γύρισε στο τροχόσπιτό του με την καρδιά του να πάλλεται σε μια διαφορετική, πρωτόγνωρη συχνότητα. Το βράδυ σχεδόν δεν έκλεισε μάτι, η «καμπίνα» του δεν τον χωρούσε. Την άλλη μέρα την ξαναείδε από μακριά και άρχισε πάλι να την παρακολουθεί. Ο καύσωνας είχε πια υποχωρήσει, η θερμοκρασία είχε πέσει κάτω απ’ τους 30 βαθμούς. Αυτή τη φορά η γυναίκα διάλεξε ν’ ανέβει από τον περιφερειακό του Λυκαβηττού. Και πάλι Κολωνάκι – Πατριάρχου Ιωακείμ αυτή τη φορά. Και ξανά πίσω. Πριν ξεκλειδώσει την εξώπορτα, έκανε μια απότομη κίνηση προς τα πίσω και το βλέμμα της έπεσε στη γωνία όπου στεκόταν ο Ηλίας. Του έριξε μια διαπεραστική ματιά και πριν μπει μέσα, του χαμογέλασε πλατιά.
   Την επόμενη μέρα το πρωί ο Ηλίας πήγε στο μαγαζί του Στάθη. Του ζήτησε να τον κουρέψει και να τον ξυρίσει. Ο Στάθης, εντυπωσιασμένος από την αναπάντεχη επίσκεψη, δεν του πήρε λεφτά. Όταν τέλειωσε, ο κουρέας έμεινε να θαυμάζει το έργο των χεριών του. «Είσαι κούκλος ρε, σαν τον Κρίστοφερ Ουόκεν μοιάζεις». Ο Ηλίας δεν ήξερε ποιος ήταν αυτός ο Κρίστοφερ Ουόκεν, σινεμά δεν έβλεπε, ωστόσο έκανε ώρα να πιστέψει το θέαμα που αντίκριζε στον καθρέφτη. Λες κι ήταν άλλος άνθρωπος. Ο Στάθης ήταν τόσο ξετρελαμένος από το δημιούργημά του, που του χάρισε ένα παλιό του σακάκι. Ο Ηλίας το φόρεσε κι η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε. Ο παραιτημένος, ρακένδυτος κλοσάρ είχε μετατραπεί σ’ έναν κομψό, γοητευτικό σαραντάρη.
   Φεύγοντας κατευθύνθηκε προς το νεοκλασικό. Τα παράθυρα ήταν κλειστά. Κάθισε απέξω στα σκαλάκια και περίμενε. Κάποιες περαστικές τού έριχναν ματιές. Αλλιώτικες ματιές τώρα. Σε μιάμιση ώρα την είδε να ανεβαίνει την ανηφόρα. Φορούσε μια λευκή μπλούζα, κολλητό λευκό παντελόνι και ένα βιολετί μεταξωτό μαντίλι. Αγέρωχη, το κεφάλι ψηλά. Όταν έφτασε δίπλα του, τον ξανακοίταξε ξαφνιασμένη – το χαμόγελο που ακολούθησε ήταν ακόμα πιο πλατύ αυτή τη φορά.
   «Εγώ είμαι, που μιλήσαμε στον δρόμο τις…» είπε.
   «Σε κατάλαβα», διέκοψε εκείνη και γυρίζοντας ξεκλείδωσε την πόρτα και την άφησε διάπλατα ανοιχτή. Το κάλεσμα ήταν σαφές. Από το άνοιγμα αντίκρισε ένα σαλόνι απίθανης πολυτέλειας και αισθητικής. Βαριοί πολυέλαιοι, καναπέδες εποχής, πίνακες στους τοίχους. Περίμενε λίγο και την ακολούθησε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Η γυναίκα, χωρίς να τον κοιτάξει, κατευθύνθηκε στην εσωτερική σκάλα. Έριξε μια ματιά τριγύρω. Δεν είχε ξαναδεί ωραιότερο σπίτι στη ζωή του. Εκείνη είχε φτάσει στο κεφαλόσκαλο όταν ο Ηλίας ανέβαινε το πρώτο σκαλοπάτι.
   Φτάνοντας στον όροφο βρέθηκε μπροστά σε τέσσερις πόρτες – η μία ήταν ανοιχτή. Πέρασε μέσα. Ήταν ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο μ’ ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι αντίκα, με ουρανό και κουνουπιέρα. Η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη κι είχε βγάλει την μπλούζα. Τα στήθη της ήταν στητά, σμιλεμένα στην εντέλεια. Ο Ηλίας ξεκούμπωσε το πουκάμισό του.
   «Έλα», είπε εκείνη.
   Τον πήρε μέσα της με τέτοια φυσικότητα, σαν να ‘ταν χρόνια ζευγάρι. Ο Ηλίας βιαζόταν είχε νευρικότητα. Του χάιδεψε το μάγουλο τρυφερά, σαν να του έλεγε «άσ’ το πάνω μου». Κάποια στιγμή την έπιασε μια ένταση, ανέβηκε πάνω του και τέλειωσαν σε μια δίνη. Ύστερα τον αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει σιγά. Μετά του μίλησε. Δυο κουβέντες. Τον σταμάτησε στο δρόμο γιατί της θύμισε τον άντρα της. «Έμενα στο εξωτερικό», είπε – χωρίς να επεκταθεί. Και να μην αφήσει τα μαλλιά του μακριά, πρόσθεσε – είναι πιο όμορφος έτσι. Ύστερα – έτσι γυμνή – σηκώθηκε από το κρεβάτι να πάει κάτω να φέρει ποτά. Το σώμα της για την ηλικία της ήταν εξαιρετικό, χυτό, δεμένο, με λεπτόσχημα άκρα.
   Όσο έλειπε, ο Ηλίας περιεργάστηκε τον χώρο. Απέναντί του κρεμόταν ένας τεράστιος οβάλ καθρέφτης με χρυσή μπορντούρα. Κοίταξε το είδωλό του παραξενεμένος. Δίπλα στο κομοδίνο υπήρχε μια φωτογραφία με λεπτή χρυσή κορνίζα. Εικόνιζε δυο ξανθοκάστανα κορίτσια, ολόιδια σχεδόν, γύρω στα δεκαεπτά. Τη σήκωσε και την έφερε κοντά του. Κάποια στιγμή έκανε μια αδέξια κίνηση κι η κορνίζα έπεσε στο πάτωμα κι έσπασε στα τέσσερα. Το τζάμι έγινε θρύψαλα. Τρόμαξε, σηκώθηκε και στην προσπάθειά του να τη μαζέψει έκανε κι άλλη ζημιά, παρασύροντας το γυάλινο φωτιστικό, που με τη σειρά του κατέληξε στο πάτωμα στα εξ ων συνετέθη. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στο κατώφλι η γυναίκα με τα ποτά. Με το που είδε την καταστροφή, χλόμιασε και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν.
   «Μαλάκα, τι έκανες;» φώναξε με τη βαριά προφορά της.
   Τα μάτια της είχαν κοκκινίσει, η έκφρασή της είχε αλλάξει, τα χαρακτηριστικά της είχαν σκληρύνει.
   «Συγγνώμη», ψέλλισε εκείνος.
   «Μαλάκα, αλήτη, εξαφανίσου!»
   Ο Ηλίας σοκαρίστηκε – σχεδόν τρόμαξε. Με αστραπιαίες κινήσεις έβαλε τα ρούχα του και κατέβηκε άρον άρον τις σκάλες, ενώ από το κεφαλόσκαλο η γυναίκα φώναζε: «Φύγε και να μη σε ξαναδώ μπροστά μου!»
   Την επομένη όμως την ξανασυνάντησε τυχαία στην Καλλιδρομίου. Τον αγνόησε επιδεικτικά. Το ίδιο κι ύστερα από δυο μέρες. Ο Ηλίας όμως υπέφερε. Δεν κοιμόταν, δεν έτρωγε καν το λιτό γεύμα που μπορούσε να πληρώσει στη Λεύκα. Τα τριών ημερών γένια του τον έκαναν ακόμα πιο γοητευτικό, είχε όμως πλέον αρχίσει σχεδόν να μισεί τη νέα του φάτσα. Το σακάκι το έδωσε πίσω στον Στάθη. Ένα σούρουπο στην Πλάκα, εκεί που τραγουδούσε Ζακ Μπρελ, τον πήρανε τα κλάματα και τ’ αποφάσισε. Όταν έφτασε σπίτι της, είχε νυχτώσει για τα καλά. Τα παράθυρα ήταν και πάλι κλειστά, σκοτάδι παντού. Περίμενε απέξω μια-δυο ώρες. Κάποια στιγμή είδε ένα φως να ανάβει στον όροφο, εκεί που υπολόγισε πως ήταν το δωμάτιό της. Ανέβηκε τα σκαλάκια ως την εξώπορτα. Πήγε να χτυπήσει το κουδούνι, αλλά δίστασε. Κοίταξε γύρω στον δρόμο. Ψυχή. Έβγαλε από την τσέπη του ένα κατσαβίδι, που είχε πάντα μαζί του, και χωρίς δυσκολία άνοιξε την πόρτα. Όχι, δεν ήταν κλέφτης. Είχε μάθει ν’ ανοίγει κλειδαριές από τη φυλακή. Στην τέχνη τον είχε μυήσει ένας συγκρατούμενος, είχε κάνει τρεις μήνες μέσα για αλητεία πριν από κάποια χρόνια, και να που το «επιτήδευμα» του ήταν για πρώτη φορά χρήσιμο. Στο σπίτι δεν ακουγόταν κιχ. Το κεφαλόσκαλο ήταν φωτισμένο από το φως του δωματίου. Ανέβηκε με προσοχή τις σκάλες, προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο. Η πόρτα του δωματίου ήταν μισάνοιχτη, αλλά δεν μπορούσε να δει στο εσωτερικό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και την άνοιξε διάπλατα.
   Το πρώτο που ακούστηκε ήταν μια γυναικεία κραυγή. Ύστερα μια αντρική φωνή: «Ποιος είσαι εσύ;» Ο Ηλίας έμεινε αποσβολωμένος. Στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένο ένα ζευγάρι. Ένας άντρας γύρω στα πενήντα πέντε, φαλακρός, με λεπτό μουστάκι, και η γυναίκα αρκετά νεότερη, αδύνατη, που κρατούσε με αγωνία ένα σεντόνι μπροστά στο στήθος της. Έμειναν κι οι τρεις τους για κάποια δευτερόλεπτα να κοιτάζονται έκπληκτοι, χωρίς να ξέρουν τι να κάνουν. Ο άντρας, παίρνοντας θάρρος από την αμηχανία του Ηλία, άνοιξε με μια γρήγορη κίνηση το συρτάρι του κομοδίνου κι έβγαλε ένα όπλο.
   «Μην κουνηθείς!»
   Ο Ηλίας είχε μείνει άγαλμα.
   «Κατερίνα, το τηλέφωνο», είπε ο άντρας με τρεμάμενη φωνή.
   «Μα δεν…» ψέλλισε ο Ηλίας.
   Η γυναίκα είχε μείνει κοκαλωμένη. Εκείνη τη στιγμή από το ισόγειο ακούστηκε ένας θόρυβος, σαν κάποιος ν’ ανέβαινε γρήγορα τη σκάλα, και σε λίγο εμφανίστηκε στο κατώφλι η παλιά γνώριμη του Ηλία. Αυτή τη φορά έμοιαζε άλλος άνθρωπος. Τα μαλλιά της τραβηγμένα πίσω σε κοτσίδα, ήταν άβαφη και φορούσε μια απλή ρόμπα. Ήταν ακόμα όμορφη, αλλά το αριστοκρατικό, η μαγεία, είχε φύγει.
   «Κύριε Βασιλείου, μην ανησυχείτε, ο αδερφός μου είναι, δεν ήξερε…»
   «Ο αδερφός σου; Τρελή είσαι; Πότε ήρθε από την  Πολωνία; Τον έβαλες μέσα κρυφά;»
   «Θα σας εξηγήσω…»
   «Τι να εξηγήσεις», είπε ο άντρας, που σηκώθηκε και πήγε προς το τηλέφωνο. «Παίρνω αμέσως την αστυνομία».
   Έτσι όπως έσκυψε να σηκώσει το ασύρματο από τη βάση του, ο Ηλίας με μια αστραπιαία κίνηση έκανε μεταβολή και κατέβηκε σαν σίφουνας τις σκάλες. Σε ένα δευτερόλεπτο είχε φτάσει στην εξώπορτα και προτού προλάβει να συλλάβει τι είχε γίνει, βρισκόταν ήδη στην καμπίνα του έχοντας κλείσει μάλιστα και το φερμουάρ. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Δίπλα στα βιβλία είχε ένα μπουκάλι φτηνό κονιάκ. Το άνοιξε και μέσα σε μια ώρα ήπιε το μισό. Κοιμήθηκε έναν ταραγμένο ύπνο γεμάτο εφιάλτες.
   Ξύπνησε από ένα θόρυβο. Κάποιος χτυπούσε το καραβόπανο. Το φως από τη χαραμάδα σήμαινε ότι είχε ξημερώσει. «Η αστυνομία», σκέφτηκε μέσα στη ζάλη του. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Άνοιξε το φερμουάρ. Ήταν εκείνη, με τα μαλλιά της ακόμα κότσο. Φαινόταν ξενυχτισμένη. Πρόσεξε τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια, τα άβαφα χείλη. Κρατούσε ένα σακ βουαγιάζ.
   «Με λένε Ιρένα. Μ’ έδιωξε. Δεν έχω πού να πάω».
   «Έλα μέσα», είπε ο Ηλίας και της έκανε όσο χώρο μπορούσε.
   Η γυναίκα άφησε το σακ βουαγιάζ στα πόδια του Ηλία και μπήκε στο τρέιλερ. Δεν υπήρχε χώρος για δυο άτομα κι έμειναν έτσι, αγκαλιά. Οι ρόδες, καταπονημένες από το πρόσθετο βάρος, κατέβηκαν άλλο ένα εκατοστό και το «σπίτι» ισορρόπησε λίγο χαμηλότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια: