Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

«Χριστός Ανέστη» Διήγημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τη συλλογή «Τα δεκατρία ντόμινα και άλλες ιστορίες» (εκδ. Ερατώ, 2014, επιμ. Ν. Σαραντάκος)

.............................................................





   Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888 - 1944)

 

·       «Χριστός Ανέστη»


 Διήγημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τη συλλογή «Τα δεκατρία ντόμινα και άλλες ιστορίες»
(εκδ. Ερατώ, 2014, επιμ. Ν. Σαραντάκος)



   Και τότε, ξαφνικά μες στη σιωπή, χτύπησαν οι καμπάνες. Αλλού βαριές και δυνατές, με μιαν επίσημη χαρά συγκρατημένη – αλλού με χαρωπά ξεφωνητά, σαν ασημένια κουδουνάκια μακρινά, που ξέσπαζαν με μιας το θρίαμβό τους, και γύρευαν, μες στη μαύρη νύχτα, να σκαρφαλώσουν ως τον ουρανό, να τον γιομίσουν με την άξαφνη χαρά τους.
   Εδώ-εκεί, ένα σωρό ρουκέτες, κόκκινες και γαλάζιες, διέγραψαν την τροχιά τους, κι έσκασαν, για μια στιγμή, μες στο μαύρο φόντο τ’ ουρανού, ανακατεύοντας τα ψεύτικά τους άστρα, τα παροδικά και φευγαλέα, με την αιώνια κι ατάραχη γαλήνη και το χρυσάφι των αληθινών…
   Κι έπειτα όλα πάλι σώπασαν, Πού και πού έπεφτε μόνο κανένα βαρελότο, πότε κοντά και πότε μακριά, άλλοτε μοναχικό, κι άλλοτε τρία-τέσσερα μαζί.
   Κι απ’ τους μακρινούς τους δρόμους, φάνηκε το πλήθος να γυρίζει, με τις αναμμένες του λαμπάδες, σα μια μεγάλη θάλασσα κεριών που ξεχειλίζει. Κι όλ’ αυτά τα φώτα είχαν κάτι απ’ τον ήχο της καμπάνας. Ήταν σα να ‘σπασαν οι βουερές καμπάνες, κι οι ήχοι τους να είχαν γίνει φώτα και να σκοπούσαν μες στην πολιτεία, φέρνοντας το μεγάλο μήνυμα παντού, σ’ όλα τα μέγαρα και σ’ όλα τα φτωχόσπιτα, πως ο Χριστός ήταν αναστημένος…
   Ο Γιώργος έκλεισε το βιβλίο που διάβαζε και πήγε στο παράθυρο. Είδε τις ρουκέτες, που χάραζαν το σκοτεινό διάστημα με τις βουβές τους, παρδαλές εκρήξεις. Είδε, ακόμα, τις λαμπάδες των ανθρώπων, που χωρισμένοι σε μικρές παρέες, έπαιρναν το δρόμο του σπιτιού τους. Μια σειρά μπαλκόνια, μακριά, φωτίστηκε για μια στιγμή, απ’ τις βαθιές, αιματηρές ανταύγειες ενός κόκκινου, λοξού βεγγαλικού.
   Κι έπειτα έγινε και πάλι ησυχία.
   Και τότε, στην αντικρινήν αυλή, τρομαγμένο ίσως απ’ τους κρότους, ακούστηκ’ ένα παρατεταμένο Μπε-ε-ε… Κι αυτό το «Μπεεε» δεν είχε τίποτε απ’ τη χαρά της ευφρόσυνης εκείνης νύχτας. Δεν ήταν παρά ένα κλάμα φοβερά ανθρώπινο, ένας βόγγος παραπονεμένος, ένα μονότονο τραγούδι απογνώσεως – αλλά με κάτι το βαθιά υποταγμένο, σα μιαν απόφαση που έχει πια παρθεί, και μήτε περιμένει σωτηρία… Έμοιαζε τόσο μ’ ανθρώπινη φωνή, που ο Γιώργος, δίχως να το θέλει, ένιωσε κάτι μέσα του να σφίγγεται, κα στάθηκε πίσω απ’ το τζάκι, ανήσυχος μήπως το ξανακούσει.
   Και το ξανάκουσε σε λίγο, όχι μια και δυο φορές, αλλά πολλές φορές, με διαλείμματα – και κάθε φορά που τ’ άκουγε, έλπιζε πως θα είν’ η τελευταία. Ήταν ο ίδιος βόγγος ο βαρύς, στην ίδια μονότονη χορδή, που θύμιζε, με τον υπόκωφο καημό της, μια νότα χαμηλή του βιολοντσέλου…
   Κι όλη η χαρά της νύχτας, εξαφανίστηκε με μιας απ’ το μυαλό του. Το αιώνιο σαράκι, που τον τυραννούσε, πρόβαλε πάλι μες στην έρημη καρδιά του. Η νύχτα όλη θόλωσε στα μάτια του.
   Τίναξε τους ώμους, κι άρχισε να κάνει βόλτες, κυνηγημένος απ’ τον εφιάλτη της λυπητερής φωνής εκείνης, που του διηγόταν, μες στη νύχτα, το σπαραχτικό μαρτύριό της…
   Και κάθε φορά έκοβε το βήμα, με την ελπίδα πως τοπ βογγητό θα σταματήσει, πως η φωνή θα κουραστεί στα τελευταία, θα κουραστεί να κλαίει, και θα πάψει… Κι όμως εκείνη εξακολουθούσε, αμείλικτη και καταθλιπτική, σα μια ασώπαστη, επίμονη, ακούραστη, σπαραχτική κραυγή του θανάτου!
   Κι έπειτα, ξαφνικά, σαν κάποιος ν’ άκουσε τη μυστικήν ευχή του – μόλις ξανάγινε στο δρόμο ησυχία – το θλιβερό το βέλασμα σταμάτησε.
   Ο Γιώργος δε θέλησε να βγει αυτό το βράδυ. Προτίμησε να μείνει να διαβάσει. Όλες αυτές οι φασαρίες, που τον συγκινούσαν τόσο άλλοτε, τώρα τον άφηναν τελείως αδιάφορο. Δεν έβλεπε την ώρα πότε να περάσουν οι μελαγχολικές εκείνες μέρες των επιδειχτικών Επιταφίων. Άλλοτε, οι μέρες αυτές ήταν η χαρά του. Τις περίμενε με μυστική λαχτάρα, τις αγαπούσε ταπεινά, με συντριβή, τις παρακολουθούσε με κατάνυξη. Από τότε, όμως, που μπήκε στη ζωή, και διάβασε βιβλία, όλ’ αυτά του είχαν γίνει μακρινά. Είχαν πάψει ν’ αγγίζουν την καρδιά του.
   Κι όμως εκείνο το μεγάλο σπαραγμό, που δεν μπορούσαν να του δώσουν πια οι άνθρωποι, του τον ξανάδινεν απόψε, αναπάντεχα, το βογγητό του καταδικασμένου ζώου. Αυτός ο θρήνος μες στα σκοτεινά, αυτός ο πόνος ο βαθύς κι απαρηγόρητος, αυτό το ανεξιχνίαστο παράπονο της ταπεινής ζωής που θυσιάζεται, του ξαναζωντάνευε στα μάτια του όλες τις περασμένες αγωνίες, τις αγωνίες όλων των ανθρώπων, τις αγωνίες όλων των υπάρξεων, που ήταν πεπρωμένο να χαθούν απ’ τον καιρό που πρωτοφάνηκε ζωή – χωρίς ποτέ να μάθουν το γιατί, χωρίς να βρουν ποτέ το μυστικό της μαύρης μοίρας που τα βασανίζει…
   Κι ενώ ζητούσε πριν, μ’ αδημονία, να σταματήσει το παράπονο εκείνο, τώρα που είχε σταματήσει ίσα-ίσα, το ‘νιωθε πιο πικρό μες στην ψυχή του. Τώρα που είχε πάψει μια στιγμή, γέμιζε πιο πολύ τη σιωπή – σα να ‘βγαινε απ’ όλες τις μεριές, σα να  ‘χε γίνει η κραυγή όλου του κόσμου, μες στη γη και μες στον ουρανό, μέσ’ απ’ το φως και μέσ’ απ’ το σκοτάδι.
   Ο Γιώργος πήγε και πάλι στο παράθυρο, και προσπάθησε να διακρίνει όξω.
   Οι εκκλησίες έφεγγαν ακόμα.
   Πού και πού, στους μακρινούς τους δρόμους, πρόβαλλε μια στιγμούλα, και περνούσε, καμιά λαμπάδα αργοπορημένη.
   Κάποιοι κρότοι αμυδροί, εδώ-εκεί, κάποιοι σκόρπιοι κρότοι βαρελότων, έδειχναν πως ο κόσμος αγρυπνούσε. Σ’ όλα τα σπίτια, τώρα, ήταν στρωμένο το πασχαλινό τραπέζι, κι ο κόσμος τσούγκριζε τα κόκκινα τ’ αυγά.
   Εκείνος ήταν μόνος στην Αθήνα. Οι δικοί του, κι αυτοί, στην επαρχία, θα ήταν τώρα συναγμένοι στο τραπέζι, και θα ‘τρωγαν και θα τον μελετούσαν. Κι αυτή η γνώριμη και τρυφερή ανάμνηση, τα μακρινά κι αγαπημένα πρόσωπα, που τον πονούσαν και τον αγαπούσαν, οι γνώριμες και μακρινές φωνές, που θα τον ανάφερναν μ’ αγάπη, πέρασε μ’ ένα ρίγος καλοσύνης, σα μια γλυκιά κι ονειρεμένη όαση, μες στην ερημιά της καρδιάς του.
   Δοκίμασε και πάλι να διαβάσει.
   Μα το μυαλό του ήταν τόσο ταραγμένο, που, καθώς έριξε τα μάτια του στα γράμματα, αυτά αντί να σχηματίζουν φράσεις, άρχισαν να χορεύουν μεταξύ τους και να πλάθουν διάφορες εικόνες – εικόνες απ’ τα παιδικά του χρόνια, όλο συγκινημένες αναμνήσεις, ήχους, μορφές, στιγμές λησμονημένες, πράματα για πάντα ξεχασμένα, που δεν περίμενε ποτέ να τα θυμάται, και που του ξαναγέμιζαν τη σκέψη νοσταλγία, αλλά και του φανέρωναν, συγχρόνως, όλο το άδειο κι όλη την απόγνωση της τωρινής απόμερης ζωής του… Είχε ζήσει τόσο μόνος, τόσο μόνος, τόσο πολύ σκυφτός μες στα βιβλία, που μέσα του είχαν στεγνώσει όλα, όλες οι πίστεις κι όλες οι ελπίδες, και δεν απόμενε παρά μια αγωνία, ένα τεράστιο ερωτηματικό – ένα πελώριο «γιατί» χωρίς απόκριση – και μαζί μ’ αυτή την αγωνία, μια συμπόνια για το καθετί, ένας οίκτος δακρυσμένος κι αδυσώπητος, τόσο για τους άλλους που υπόφερναν, όσο και για τον ίδιον εαυτό του…
   Κάποιο αυτοκίνητο πέρασε στο δρόμο κι η φωνή ξανάρχισε.
   Ξανάρχισε δειλά, στον ίδιον τόνο, δίχως ελπίδα, δίχως ικεσία, σπαραχτική, μονότονη και πένθιμη, σα να μη ζητούσε πια βοήθεια, ούτε και ν’ ακουστεί από κανένα – σαν ένας έρημος κι ανώφελος μονόλογος, σαν κάτι θλιβερό κι απαρηγόρητο, που χαράζει αιωνίους κύκλους, γύρω στο ίδιο κέντρο, δίχως τέλος…
   Ο Γιώργος δεν μπορούσε να βαστάξει.
   Άρπαξε το καπέλο του, και βρέθηκε στο δρόμο.
   Πήγε ίσα στην αντικρινή αυλή, κι έριξε με τρόπο τη ματιά του. Στην αρχή δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τίποτε. Έπειτα όμως, τα μάτια του συνήθισαν, κι άρχισε να βλέπει καθαρότερα. Είδε το πρόβατο ακίνητο, δεμένο.
   Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Μες στην ταραχή του, ξαφνικά, ένα μεγάλο σχέδιο γεννήθηκε. Ήξερε πως, παντού, σ’ όλα τα σπίτια, αγωνιούσε απόψε κάποιο θύμα, κι έκλαιγε, με την ίδια τη φωνή. Εκείνα, όμως, δεν τα είχε δει, δεν είχε ακούσει τη φωνή τους. Αυτό, τουλάχιστον, αυτό που το ‘χε δει, αυτό που τύχαινε τόσο κοντά στο χέρι του – σα να το ‘βαλεν επίτηδες η μοίρα – έπρεπε, σώνει και καλά, να το γλιτώσει!
   Σκέφτηκε να πηδήσει απ’ τα κάγκελα, να λύσει σαν κλέφτης το σκοινί, ν’ ανοίξει από μέσα την αυλόπορτα, να το φορτωθεί στην αγκαλιά του, να το φέρει μια φορά στο δρόμο, κι έπειτα… «Έπειτα;» Σταμάτησε.
   Πού να πάει; Σε ποιο μέρος να το κρύψει;
   Ένα σωρό συγκεχυμένα ερωτήματα πολιόρκησαν αμέσως το μυαλό του. Να το κρατήσει μες στο σπίτι, δε μπορούσε. Έπρεπε να το πάει μακριά. Κι αν το πήγαινε στον κάμπο, τι θα το ‘κανε;… Να το χαρίσει σ’ ένα φιλικό του σπίτι, με την παράκληση να μην του το πειράξουν; Σπίτι τόσο φιλικό δεν είχε.
   Να το φέρει στο βουνό, και να τ’ αφήσει; Η ίδια μοίρα το περίμενε κι εκεί: Ποιος ξέρει σε ποιανού τα χέρια θα ‘πεφτε, και τι μαρτύρια ακόμα θα τραβούσε, ώσπου να τελειώσει πάλι έτσι…
   Ήταν πεπρωμένο να σφαχτεί! Ήταν εκείνο, το σημαδεμένο, που δεν μπορούσε να γλιτώσει μες στον κόσμο! Όλος ο κόσμος μπορούσε να γλιτώσει, εκείνο, όμως, δεν μπορούσε να γλιτώσει…
   Γύρισε τα μάτια του παντού. Κοίταξε τα σπίτια, τα παράθυρα, ζητώντας από κάπου μια βοήθεια.
   Ένιωθε πόσο γελοίος ήταν. Πόσο οι άλλοι θα γελούσαν αν τον έβλεπαν, τι κοροϊδίες που θα του πατούσαν οι φίλοι του, η γη, ο κόσμος όλος!
   Εκείνος, όμως, αδιαφορούσε…

                                                                    ***
                                                                                                                                                                                                           
   Ετοιμαζόταν ν’ ανεβεί στα κάγκελα, είχε σχεδόν ανεβασμένο το ‘να πόδι, όταν του φάνηκε πως άκουσε να πλησιάζουν βήματα.
   Κατέβασε το πόδι του, και κοίταξε.
   Κάποιος ερχόταν από πέρα μες στη νύχτα, κρατώντας έν’ αρνί στην αγκαλιά του.
   Πέρασε πολύ κοντά του. Του φάνηκε σα να του χαμογέλασε. Έπειτα έστριψε σε μια γωνιά, πιο πέρα. Θα ήταν κάποιος αργοπορημένος νοικοκύρης, κάποιος φτωχός εργατικός, ποιος ξέρει, που πήγαινε το ψώνιο του στο σπίτι. Το δύστυχο τ’ αρνάκι δε μιλούσε…
   Τότε κατάλαβε τη ματαιοπονία του.
   Κατάλαβε πως όλ’ η πολιτεία ήταν γεμάτη όλο τέτοια θύματα, πως δεν υπήρχε σπίτι στην Αθήνα, που να μην ετοιμαζόταν μια θυσία.
   Στύλωσε τα μάτια μ’ αγανάκτηση, και τότε, μακριά, μες στο σκοτάδι, του φάνηκε πως άκουσε, χιλιάδες αγωνίες – το μυστικό κλάμα των αρνιών, που καρτερούσαν, ώρα με την ώρα, το φοβερό μαχαίρι στο λαιμό…
   Κι έφυγε μες στη νύχτα σαν τρελός…
    Όλη τη νύχτα γύριζε στους δρόμους, κυνηγημένος απ’ το μαύρον εφιάλτη – κι όταν πια ξημέρωσε ολότελα, ενώ χτυπούσαν οι γιορτάσιμες καμπάνες, είδε τον ήλιο να προβάλλει στο βουνό – κι αυτός ο ήλιος ήταν τόσο κόκκινος, τόσο πλημμυρισμένος από αίμα, που, χωρίς να θέλει, ντροπιασμένος, σήκωσε το χέρι του με λύσσα, και με τις σφιγμένες του γροθιές, σκούπισε τα δάκρυα στα μάτια του…



Δεν υπάρχουν σχόλια: