Τρίτη, 5 Μαΐου 2020

«Η Θαυμάσια Εκδοχή» διήγημα του Αχιλλέα Κυριακίδη από τη συλλογή «Ο Πληθυντικός Μονόλογος» (εκδ. Ύψιλον, 1984)

............................................................





Αχιλλέας Κυριακίδης
(γ.1946)






·       «Η Θαυμάσια Εκδοχή»

διήγημα του Αχιλλέα Κυριακίδη από τη συλλογή 

«Ο Πληθυντικός Μονόλογος» (εκδ. Ύψιλον, 1984)


                                                                      Στον Νίκο Αντωνακόπουλο



   Όρθιος κι αβοήθητος μέσα στο κρύο, κοιτώντας το τοπίο που δείχνει να τον απωθεί σαν ξένο σώμα, είμαι ένας ξένος εδώ, σκέφτεται κι αμέσως μετά: ποτέ δεν έκανα πιο άγονη σκέψη, κάτι πρέπει να γίνει μ’ αυτό το σύμπτωμα, κι όλ’ αυτά, ενώ η νύχτα δεν καταλαβαίνει και πολλά πράγματα για τη διανοητική γονιμότητα των ανθρώπων και κάνει ανενόχλητη τη δουλειά της, δηλαδή πέφτει. Δίπλα του στέκει ακίνητο το αυτοκίνητο. Να ένας ακριβής παραλογισμός, σκέφτεται πάλι. Κατά βάθος, τη μισεί αυτή την αποκρουστική μηχανή που αρνείται, αφήνοντάς τον στη μέση αυτής της αφιλόξενης παγωνιάς. Κάθε πράγμα έχει το τέλος του, θα μπορούσε να ‘χε σκεφτεί, αλλά όχι, δεν το ‘κανε.

   Αβοήθητος λοιπόν μέσα στο κρύο, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να μπει στ’ αυτοκίνητο και να περιμένει να ξημερώσει, η ορθοστασία ποτέ δεν επέσπευσε τα φυσικά φαινόμενα, όμως εκείνος δεν είναι διόλου διατεθειμένος να ερμηνεύσει επιστημονικά την ταλαιπωρία του, απλώς στέκεται εκεί και υφίσταται. Εκείνος και η μοναδική διαθέσιμη εκδοχή του χρόνου.

   Μ’ άλλα λόγια, εκείνος κι οι αισθήσεις του. Να θωπεύει τη λεία επιδερμίδα της νύχτας ή να κοιτάζει τις κυκλωτικές κινήσεις της σιωπής. Είσαι ένας δούλος του ενεστώτος, λέει στον εαυτό του, ένας ποιητής. Η αλήθεια είναι πως πολλές φορές απαντούσε με στιχάκια όταν οι άλλοι του ‘λεγαν μια καληνύχτα μέσ’ απ’ τα δόντια. Στιχοπλοκώ εν αμύνη, λέει. Παρ’ όλα αυτά, του είναι εντελώς αδύνατο να κάνει μια πλήρη θεωρητική σκέψη, κάτι που να μπορεί να εκταθεί, να επιδιορθώσει αναδρομικά μια περσινή αφροσύνη ή να πιάσει λίγο απ’ το μεθαύριο. Πάνω απ’ όλα, τον ενδιαφέρει η στατική ομορφιά του κόσμου. Ποιητής και πείσμονας.

   Τώρα λοιπόν βλέπει ένα φως κι αποφασίζει να κινηθεί προς τα κει. Η πορεία γίνεται σ’ ένα λασπωμένο τόπο, να βουλιάζει το πόδι, κι εκείνος σε βαθιά συλλογή: δεν εμπιστεύεται τα φαινόμενα ούτε γι’ αστείο. Αυτή η ιστορία με το κατευθύνον φως τού θυμίζει βέβαια περασμένες  καταστάσεις, μα δεν δέχεται να καταδυθεί σε μυθιστορίες και τέτοια, νιώθει καλύτερα σαν έμβρυο που εξέρχεται προς την πολύβουη φωταψία του χειρουργείου, μες στις λαβές των υπευθύνων που καραδοκούν, σπρωγμένος απ’ το διεσταλμένο σκότος που αιμορραγεί. Καιρός να γεννηθώ, λέει και δόσ’ του να τέμνει τη συμπαγή ανασφάλεια που τον περιβάλλει, βήμα-βήμα κονταίνει την απόσταση, ελπίζει.

   Ο άνθρωπος που τον υποδέχεται έχει τη γνώριμη πειστικότητα των ξενοδόχων, χώρια που ο ξένος φαίνεται έτοιμος να παραπλανηθεί. Ξέρω, ξέρω, λέει ο ξενοδόχος, σας εγκατέλειψε ξαφνικά το αυτοκίνητο κι ύστερα είδατε φως κι είπατε ας πάω προς τα κει. Εκείνος συμφωνεί και στην παραμικρή λεπτομέρεια, νιώθει κιόλας να τον τυλίγει η θαλπωρή του βεβαίου, αφήνεται να οδηγηθεί σ’ ένα μεγάλο διάδρομο και ξανά σ’ ένα μεγάλο διάδρομο κι ύστερα οι σκάλες. Και τ’ όνομά σας ασφαλώς είναι… λέει γελώντας ο ξενοδόχος. Γεώργιος Ελληνόπουλος, λέει αυτός. Τα σκαλοπάτια τρίζουν το ‘να πίσω απ’ τ’ άλλο, συνεννοούνται.

   Του φαίνεται πως δεν ορίζει τίποτα πια. Μια τελεσίδικη άνοδος να τι είναι, σκέφτεται. Ανέκκλητη σαν τη θεοδικία των ασεβών. Ή σαν την παραμικρή εισπνοή. Όμως εκείνος τι γυρεύει, άτοπος και μονόχρονος, με τον ξενοδόχο να τον ξεναγεί παράξενα, κι όλα, μα όλα να ‘χουν συσταλεί σε μια στιγμιαία κίνηση, ένα βήμα, κι ύστερα πάλι να επανάγονται σ’ ένα άλλο βήμα, προς τα πού δηλαδή, αφού κιόλα έχει αρχίσει να υποψιάζεται πως ακινητεί διαρκώς, ενώ τα πάντα γύρω του μετατοπίζονται κλιμακωτά.

   Τέλος, φεγγοβολάει στο βάθος το δωμάτιο. Καταλήγουν. Περάστε, λέει ο ξενοδόχος και το εννοεί. Όλα ξαναγίνονται μια δύσκαμπτη νύχτα, δύσκαμπτη, και το απροσδόκητο να περιμένει την ευκαιρία. Δεν είναι δυνατόν να βρίσκομαι εδώ, εγώ που υπήρξα, λέει, κι η μεταστροφή έχει αρχίσει, γιατί έχει ολωσδιόλου εξαπατηθεί κι ο ξενοδόχος ξεσκονίζει κάτι ξεχασμένες υποκλίσεις και λέξεις όλο φύκια, σαν το σεντούκι στο βυθό των θρύλων: ου γαρ ου μην αλλά και παρά θιν’ αλός και τηνικάδε.

   Και μετά τον ύπνο, ο ήλιος. Μια ακατάσχετη φωτόρροια, φως που φέρνει φως και πάει λέγοντας, κι εκείνος είδε. Ε να λοιπόν που ξαναβρήκα τον τόπο μου, είπε, νιώθοντας σαν τυφλός ανανήψας, κι ήταν τόπος του αυτός των παιδικών του χρόνων, με την ευστάθεια των ονείρων. Ο ξενοδόχος ήτανε στο πλάι του, όρθιος, ίσως και να ‘ταν αυτός που τόνε σκέπαζε τη νύχτα, ξορκίζοντας το βραχνά, το χέρι πάνω εκεί στο κούτελο κι οι λέξεις γιόκα μου.

   Μα δεν βλέπετε λοιπόν, κύριε Ελληνόπουλε, δεν βλέπετε σε τι δωμάτιο σας έφερα, δεν τολμήσατε ποτέ ούτε να τ’ ονειρευτείτε αυτό το δωμάτιο, αυτή τη θέα και το θαύμα του ανέσπερου πάλαι ποτέ, έλεγε ο ξενοδόχος, σας αφήνω να χαρείτε αυτό που τόσα χρόνια, τέλος πάντων, αυτό που θα χάνατε ακόμα μια φορά, αν δεν μεσολαβούσε η βλάβη, μια ασήμαντη ιδιοτροπία της μηχανής, που είμαι βέβαιος πως είναι θέμα δυο λεπτών και για τον τελευταίο πρωτόπειρο μηχανουργό και που μόνο εσείς θα την αντιμετωπίζατε έτσι, αδιάφορος έως αδύναμος, θαρρείς και το ξέρατε, κύριε Ελληνόπουλε. Θαρρείς και το ξέρατε σε ποιο ξενοδοχείο σας σπρώχναν όλ’ αυτά τα καμώματα.

   Κι όμως, κάθε άλλο παρά τον άφηνε να χαρεί, αφού μιλούσε ακατάπαυστα, σκαλίζοντας την πληγίτσα που ξεφύτρωσε μέσα του πριν λίγο κι είχε κιόλα πάρει να τον παιδεύει, αθόρυβα κι ίσως φυσικά, όπως ξυπνάς το πρωί και λες ξημέρωσε. Γιατί ο ξενοδόχος σχολίαζε τα γιγνόμενα, δεν πρόσφερε δηλαδή απολύτως τίποτα, με μια φωνή όλο κεφαλαία, να φτάνει ως τα έγκατα της ακοής. Αυτό δεν μπορούσε να το ανεχτεί ο Γεώργιος Ελληνόπουλος, που έδειξε να δυσανασχετεί κι ύστερα μάλιστα είπε σας παρακαλώ, πηγαίνετε, μα ο ξενοδόχος έκανε σαν να μην τ’ άκουσε και συνέχισε να του μεταγλωττίζει το θέαμα. Κοιτάξτε εκεί, είπε και του ‘δειχνε ανατολικά, όπου είχαν αρχίσει εδώ και ώρα να φαίνονται καθαρά οι πρώτοι θαμώνες του θαύματος.

   Κι ήταν πλήθος οι γυναίκες, σέρνοντας τα ρημάδια των σπιτιών τους κι η καθεμιά το παιδί της, θαρρείς ακόμα με το ύστερο. Η πρεσβυτέρα πήγαινε μπροστά. Με το συρτό τραγούδι, τις συντεταγμένες των χρησμών. Τώρα αυτός σκεφτότανε μα από πού όλη αυτή η προσφυγιά και τι σχέση έχω εγώ μ’ όλα τούτα κι ο ξενοδόχος από δίπλα του ‘λεγε για κείνη τη γενιά που κυνηγήθηκε πολύ, που της κλέψανε την κατεύθυνση. Ύστερα οι γυναίκες κάναν ένα μεγάλο κύκλο και στρωθήκαν χάμω. Αδιάφορες για τη ρωγμή της Ιστορίας που τις κατάπινε, πιάσαν να χτίζουνε την πολιτεία τους. Κι άλλες βυζαίναν τα μωρά, μ’ εκείνο το βλέμμα. Τη βλέπεις τη μάνα σου; ρώτησε ο ξενοδόχος. Κι ύστερα από λίγο: Τη βλέπεις, βέβαια, τη μάνα σου.

   Όμως η μάνα του ήτανε στο σπίτι. Να περιμένει τον πατέρα ή να τον ακούει. Ήμουνα καλό παιδί και υπάκουο, είπε ο Γεώργιος Ελληνόπουλος.

   Δεν χρειάζεται ν’ απολογείστε, είπε ο ξενοδόχος, κανένα παιδί δεν είναι υπάκουο. Εσείς το ξέρετε καλύτερα. Δεν τηρήσατε ποτέ τους νόμους, δεν σεβαστήκατε τους θεούς ποτέ. Ξέρατε όμως να δέχεστε την τιμωρία με απαντοχή και αξιοπρέπεια. Κι έδειξε τ’ όρνιο που κατέβηκε ως το χώμα κι ύστερα, κρατώντας το παιδί, σφράγισε το μυστήριο με μια μεγαλοπρεπή αναχώρηση.

   Δεν θέλω να βλέπω άλλο, είπε, αφήστε με να φύγω. Σας χαρίζω το αυτοκίνητο και όλα.
   Όλα; ρώτησε κάποιος, που στεκόταν πίσω απ’ τον ξενοδόχο. Πρέπει να τ’ ανακτήστε όλα για να τα χαρίστε. Μα δεν καταλαβαίνετε λοιπόν τι καλό σας κάνει αυτή η μικρή… - σταμάτησε λίγο σα να γύρευε τη λέξη - …αναδρομή; Δεν σας αρκεί λοιπόν ούτε το θαύμα; Πιστέψτε με, κύριε Ελληνόπουλε, πουθενά αλλού δεν θα σας προσφερθεί αυτή η θέα. Κι όλ’ αυτά, βέβαια, χάρη σε μια μικρή, ανόητη παραίτηση.

   Τότε φανήκαν να ‘ρχονται οι μαστόροι με τα σύνεργα κι οι σοφοί με τα θεωρήματα. Είχαν στην πραμάτεια τους τη γραμμή που είναι πιο σύντομη απ’ την τεθλασμένη, το κουπί και το κάτοπτρο. Κάτι νησιώτες φέραν το λευκό και την καμπύλη. Τα παιδιά γυρίζανε στον ουρανό με τις φωνές και τους χαρταετούς. Είναι το σχήμα του καλοκαιριού, ψιθύρισε ο Γεώργιος Ελληνόπουλος. Τόσον καιρό το ζήλευα στους ξένους στίχους και τώρα αξιώθηκα να το δω.

   Λοιπόν; Ποιος είναι πιο μακάριος; ρώτησε ένας τρίτος, που ήταν ακριβώς πίσω του, με το χνώτο χαλασμένο απ’ τον καπνό και το τσίπουρο. Αλλά κανείς δεν βρέθηκε να δώσει απόκριση, γιατί τώρα όλοι τους, κι οι πέντε που ήσαν μέσα στο δωμάτιο, πρόσεχαν τις γυναίκες που περιμαζεύαν τ’ απομεινάρια της γιορτής, κρύβοντας στο μπαούλο τα καλύτερα τραγούδια, τις ευχές και τα φώτα. Γιατί τώρα οι σοφοί μιλούσαν με λόγια που κανείς δεν καταλάβαινε, οι ποιητές δοξολογούσανε τ’ αντίστροφα κι οι άντρες παίρνανε το δρόμο για το μέγα ανεπανόρθωτο.

   Τότε σηκώθηκε τριγύρω από την πόλη η σκόνη των πολεμιστών. Με φυσεκλίκια και σάρισσες. Και τα παιδιά φορέσαν τα καλά τους για να μην τα βρει το αύριο ανέτοιμα. Οι μάγοι μελετούσαν την ορθογραφία της στάχτης κι οι ποιητές χαρτογραφούσαν την αθέατη πλευρά της μέρας, όπου – λέγαν οι παλιότεροι – κρύβονταν η σιωπή και τα νεύματα. Έπρεπε να περιγράφετε το αίμα, είπε ο ξενοδόχος. Το αίμα. Που το μαζεύουν οι γυναίκες και το μοιράζουν με δικαιοσύνη.

   Δεν ήμουν εκεί, είπε εκείνος κι είχαν γίνει πέντε οι γύρω του, δεν ξέρω  καμιά μάχη. Δεν ήμουν εκεί. Κι όμως έλεγε ψέματα. Γιατί είχε ξαναδεί στα σίγουρα το ωραίο κορμί να πέφτει, τους εννέα να παίρνουν τα βουνά, τον προδότη να εισπράττει τον μισθό και τα έκτακτα. Με την κουκούλα και το δάχτυλο ν’ απονέμει θάνατο. Τον είχε ξαναδεί τον προδότη, στις υποσημειώσεις και στα παρασόκακα των κινημάτων, να δείχνει πάλι. Ιδού ο Αλκιβιάδης κι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, είπε ο ξενοδόχος.

   Ήταν λοιπόν ανώφελο να προφασίζεται οποιαδήποτε απουσία του, αφού μπροστά του ήταν ολόκληρος ο χώρος κι ολόκληρος ο χρόνος και πώς γινόταν δηλαδή να μην είναι; Το πολύ-πολύ να κρυβόταν σε κάτι θλιβερά ημίφωτα της Ιστορίας, εκεί που καταφεύγουν οι ανεπρόκοποι κι οι τυμβωρύχοι. Ψάχνοντας τις επαύριους των μαχών για τα τελευταία λόγια των πεθαμένων. Τώρα θυμόταν τα Δελτία Καιρού που χρησμολογούσαν την επιτυχία των παρελάσεων. Με την έπαρση των βρεφών και τις σημαιούλες στο ξεπούλημα. Κι εκείνος ο ανάπηρος επί δεξιά. Η ευτυχία των ηγεμόνων. Όρθιοι.

   Είδατε λοιπόν, κύριε Ελληνόπουλε, είπε κάποιος – τώρα πια του ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει τις φωνές που τον περιστοίχιζαν – οι μηχανισμοί είχαν μείνει μέσα σας λησμονημένοι, ολοζώντανοι αν και σε νάρκη, οι μηχανισμοί μάς ξεπερνούν σε πείσμα κι αντοχή, επιζούν των επιχειρημάτων, κύριε Ελληνόπουλε, οι μηχανισμοί… - τον άφησε να μιλά.

   Ο παππούς. Πήγε γεμάτος ιστορίες, δεν τον άφησαν να μιλήσει. Είπε ρε παιδιά, να σας υπογράψω μια κατάθεση, ξέρω πολλά. Δεν τον άφησαν. Τελευταία στιγμή, πριν απ’ το χώμα, σήκωσε το χέρι. Δεν πάτε να γαμηθείτε, σας αφήνω τα παιδιά μου κι εκείνον τον προγονικό άνεμο που κουβάλησα απ’ την Πέργαμο – κάντε καλά.

   Αλλά τα παιδιά ήταν κιόλα κάτω εκεί, με τα όπλα. Τους έβλεπε καθαρά τώρα. Άντε μια ψυχή ακόμα παλληκάρια να πάρουμε την Πόλη και την Τρίπολη, έλεγε ο προδότης, ο και εξακόσια εξήντα έξι κατά την παράδοση, που ‘χε γίνει τώρα νόμισμα και σύχναζε στους δίσκους των εκκλησιών. Κι ήρθε ένα σύννεφο και παντεπόπτευε. Σκοτωμό το σκοτωμό προχωρώντας. Άντε παλληκάρια, να βγάλουμε κι αυτόν τον αιώνα. Ήρθαν οι ξένοι κι απ’ τα τέσσερα σημεία, κάμποσες φυλές. Κάτι ονόματα, με ομίχλη και χωρίς φωνήεντα. Ήρθαν οι ξένοι, έφυγαν, ξανάρθαν.

   Πρόσεξε τώρα, είπε ο ξενοδόχος, που ήταν ακόμα εκεί δίπλα του, τώρα κρατώντας του το χέρι, γνώριμος πια. Γιατί ένιωθε μια ασφυκτική πίεση στη ράχη του, που σήμαινε πως το δωμάτιο είχε ολότελα αλωθεί – πώς μπορούσε να διανοηθεί πως ήταν άξιος να γευθεί το θαύμα ολομόναχος, σαν να ‘γραφε ένα ποίημα ή σαν να μεταλάβαινε από κείνη τη μυστική υφή των ονείρων. Που είναι το ίδιο; ρώτησε κάποιος πίσω του κι ήταν σα να ‘χε ξεπουλήσει το μυαλό του στους ανατόμους αργυραμοιβούς πριν την ώρα του.

   Πρόσεξε τώρα, είπε πάλι εκείνος που μπορεί να είχε τη φωνή του ξενοδόχου, για τίποτα πια δεν ήταν βέβαιος κι ούτε μπορούσε ν’ αντιδράσει εύκολα, ένιωθε μόνο μια ιλιγγιώδη κατάπτωση, που ωστόσο δεν τον έκανε ν’ ανησυχεί, κάθε άλλο. Ζω τη θριαμβευτική μου εξαχρείωση, είπε. Σωστά, απάντησε ο χορός πίσω του, όμως τώρα πρόσεξε.

   Τώρα το τοπίο διαλύεται σε μικρά περιστατικά. Χώρου και χρόνου ενότητα και πράσινα άλογα. Τερατώδεις αμφιβολίες φυτρώνουν εκεί που δεν έσπειρε κανένας, εκεί που πρώτα πέθαιναν οι δίκαιοι. Με τις λεπτομέρειες του ανεξήγητου: το Μνήσθητί μου Κύριε, το Με Φάγανε. Όλα συνωμοτούν να θυμίζουν μια μεγάλη φωτιά που τρώει και δυναμώνει, που τρώει. Ο Γεώργιος Ελληνόπουλος στραγγίζει τη μνήμη του: Καταφθάνουν τα βουνά και το ποτάμι που πολύ τον παίδεψαν. Κι ύστερα η γλώσσα που σηκώθηκε ψηλά και ταπεινωθήσεται. Οι άνθρωποι που τον υποδεχτήκανε, που του ‘παν κόπιασε, κι εκείνοι που τον παλουκώσανε και τον γυρίσαν στις πλατείες με την αρκούδα. Η μέρα η όγδοη, που ο θεός έφτιαξε την ενέδρα, το κελί της απομόνωσης και άλλα. Οι αγοραπωλησίες των λέξεων: στρατηγέ ιδού ο στρατός σου και δηλώ ότι ουδέποτε. Τα νησιά, όπου παραγράφτηκαν τα χρέη των εμπόρων. Εκείνη η πόρτα απ’ όπου φυγαδεύτηκε η ισημερία. Η κεφαλή του Άη Γιάννη του Πρόδρομου κι η άλλη κεφαλή με την κουκούλα, τώρα στους άμβωνες και τους εξώστες νικητήρια. Η τουμπανιασμένη νύχτα κι οι ιερείς να λειτουργούν  το απίστευτο. Ο χειράφετος αρχάγγελος, ο αυτεξούσιος.

   Πού θα τελειώσουν όλ’ αυτά; Αναρωτιέται ο Γεώργιος Ελληνόπουλος κι εκεί κάτω στο πολύδυμο τοπίο, αναδεικνύεται η έσχατη εκδοχή, καθώς τώρα στέκει ο ίδιος σα χαμένος, ανεξάρτητος μέσα στο θαύμα, ορατός από παντού, έκθετος. Όλα δηλαδή συντελούνται, υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να νιώσει τη χαρά και την έκσταση του γεωμέτρη, ενός ταπεινού κατασκευαστή κύκλων, τη στιγμή που προσεγγίζει την αφετηρία, με κείνη την αδιαλλαξία του καλλιτέχνη περατώνοντας – αυτός απέναντι στον εαυτό του: η τελευταία λέξη της θαυματουργίας. Κι ωστόσο, λίγο προεκτείνοντας την ποίησή του, θα μπορούσε να την είχε φανταστεί αυτή την άποψη, αν έτσι έστω μια φορά, για λίγο, αν δεν του αρκούσαν οι παραδεκτές διαστάσεις για να κλείσει ένα στίχο, αν όλα τα σημεία της στίξεως του φαίνονταν για μια στιγμή ανεπαρκή να εκφράσουν, αν μ’ άλλα λόγια όλη η Ιστορία δραπέτευε μια νύχτα απ’ τα Μουσεία και τα χειρόγραφα.

   Έτσι δεν του μένει πια τίποτα, παρά ν’ αρχίσει να φοβάται εκείνον που τον κοιτάζει εξεταστικά κι ίσως λυπημένα απ’ το τοπίο, τώρα που κι ο ίδιος είναι ολομόναχος μες στο δωμάτιο, καθώς ο ξενοδόχος κι όλοι οι σύντροφοί του είχαν φύγει, αφήνοντάς τον μόνο, με μοναδική περίσπαση τις υποψίες του κι εκείνο το αυθύπαρκτο είδωλο, που περιμένει μες στο κρύο, δίπλα σ’ ένα εχθρικό αυτοκίνητο, στο επίκεντρο της νύχτας. Αυτό είναι και το τελευταίο μήνυμα της Ιστορίας, που αποχωρεί.

   Προσπαθώντας να συγκρατήσει αυτό που αναρριχόταν μέσα του με μια τρομαχτική ορμή, χύμηξε κάτω τις σκάλες και τους βρήκε μαζεμένους να τον περιμένουν, λέγοντάς τους μ’ έναν τρόπο που πολλά χρόνια αργότερα εκείνοι έμελλε να ομολογήσουν πως ήταν απόλυτα ήρεμος, θέλω ένα δωμάτιο με θέα προς το μέλλον, σας παρακαλώ τους είπε και πολλά κατάλαβε τότε, γιατί τους είδε να συνωμοτούν με το βλέμμα, ίνα πληρωθούν ρηθέντα γενεών και γενεών, κι ύστερα τον αρπάξαν, δυο τρεις και πέντε, τον πέταξαν έξω που χιόνιζε, του σπάσανε τα κόκκαλα, του σπάσανε τα χέρια και τα πόδια και τον άφησαν να πεθάνει κλαίγοντας σαν το σκυλί.


                                                                                                                       1981


Δεν υπάρχουν σχόλια: