Τρίτη, 12 Μαΐου 2020

«Αβελίνο Αρρεδόντο» διήγημα του Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899-1986) από τη συλλογή «Η Νύχτα των Δώρων και άλλα διηγήματα» (μτφ. Σπ. Τσακνιάς, εκδ. Νεφέλη 1996)

.............................................................








Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899-1986)












·       «Αβελίνο Αρρεδόντο»


διήγημα του Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899-1986) από τη συλλογή «Η Νύχτα των Δώρων και άλλα διηγήματα» (μτφ. Σπ. Τσακνιάς, εκδ. Νεφέλη 1996)



   Το περιστατικό συνέβη στο Μοντεβίδεο το 1897.
   Κάθε Σάββατο, σαν όλους τους τίμιους φτωχούς που ξέρουν πως δεν μπορούν να καλέσουν φίλους στο σπίτι, κι από την άλλη, προσπαθούν να ξεφύγουν από το σπίτι, μια παρέα νεαροί έπιαναν το ίδιο πάντοτε απόμερο τραπέζι στο Καφέ δελ Γκλόμπο. Ήταν όλοι απ’ το Μοντεβίδεο, εκτός απ’ τον Αρρεδόντο που προερχόταν απ’ το εσωτερικό της χώρας. Η φιλία τους μαζί του δεν ήταν εύκολη στην αρχή, γιατί ο Αρρεδόντο δεν εμπιστευόταν τους άλλους κι ούτε τους ενθάρρυνε να τον εμπιστευτούν. Λίγο μεγαλύτερος από είκοσι χρονών, ήταν αδύνατος και μελαχρινός, μάλλον κοντός και λίγο αδέξιος. Το πρόσωπό του θα ‘ταν ανέκφραστο σχεδόν αν δεν το έσωζαν τα μάτια του, κοιμισμένα και, ταυτόχρονα, ζωντανά. Δούλευε υπάλληλος σ’ ένα υφασματοπωλείο στην οδό Μπουένος Άιρες, και στον ελεύθερο χρόνο του σπούδαζε νομικά. Όταν οι άλλοι καταδίκαζαν τον πόλεμο που ρήμαζε τη χώρα, και κατά κοινή ομολογία, ο πρόεδρος παρέτεινε για τελείως ασήμαντους λόγους, ο Αρρεδόντο σώπαινε. Το ίδιο σιωπηλός έμενε κι όταν τον πείραζαν για τη τσιγκουνιά του.
   Λίγο μετά τη μάχη του Σέρρος Μπλάνκος, ο Αρρεδόντο είπε στους συντρόφους του πως δεν θα τον έβλεπαν για ένα διάστημα γιατί έπρεπε να ταξιδέψει ως τη Μερσέδες. Τα νέα δε συγκίνησαν κανένα. Κάποιος του είπε να ‘χε το νου του στη συμμορία του γκαούτσο Απαρίσιο Σαραβία, του αντάρτη ηγέτη των Λευκών. Χαμογελώντας ο Αρρεδόντο του είπε πως δεν φοβόταν τους λευκούς. Ο άλλος, που ήταν Λευκός, δεν είπε τίποτα.
    Πιο δύσκολο για τον Αρρεδόντο ήταν να αποχαιρετήσει την Κλάρα, την αρραβωνιαστικιά του. Την αποχαιρέτησε με τις ίδιες περίπου λέξεις που είχε χρησιμοποιήσει και για τους φίλους του και την προειδοποίησε να μην περιμένει γράμματα γιατί θα ήταν πολύ απασχολημένος. Η Κλάρα, που δεν είχε τη συνήθεια να γράφει, δέχτηκε την εξήγηση χωρίς διαμαρτυρία. Οι δυο τους αγαπιόντουσαν πολύ.
   Ο Αρρεδόντο ζούσε στην άκρη της πόλης. Τον περιποιόταν μια μιγάδα που είχε το ίδιο επίθετο μ’ αυτόν επειδή οι πρόγονοί της ήταν δούλοι στην οικογένειά του πολλά χρόνια πριν, τον καιρό του Μεγάλου Πολέμου. Στην  Κλεμεντίνα είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και της έδωσε εντολή να λέει, σε όποιον τον ζητούσε, πως έλειπε μακριά στη επαρχία. Είχε ήδη σηκώσει τον τελευταίο του μισθό από το κατάστημα από το κατάστημα που δούλευε.
   Εγκαταστάθηκε σ’ ένα από τα πίσω δωμάτια του σπιτιού που έβλεπε στη  τρίτη μεσαυλή, ένα χωματόστρωτο αίθριο. Ήταν ένα μέτρο χωρίς σημασία, αλλά τον βοήθαγε να εγκαινιάσει την  απομόνωσή που είχε υποβάλει στον εαυτό του. Απ’ το στενό σιδερένιο κρεβάτι του, όπου είχε ξαναρχίσει να παίρνει κανέναν υπνάκο, κοίταζε μελαγχολικά το άδειο ράφι. Είχε πουλήσει τα βιβλία του – ακόμα και τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν μια Αγία Γραφή που δεν είχε διαβάσει ως τώρα και που ποτέ δε θα τελείωνε. Την ξεφύλλιζε – άλλοτε από ενδιαφέρον κι άλλοτε από πλήξη – κι επέβαλε στον εαυτό του το χρέος να αποστηθίσει κανένα κεφάλαιο από την Έξοδο ή το τέλος του Εκκλησιαστή. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να καταλάβει αυτό που διάβαζε. Ήταν ελευθερόφρων, αλλά δεν άφησε να περάσει ούτε μια νύχτα χωρίς να πει το Πάτερ ημών, όπως είχε υποσχεθεί στη μητέρα του φεύγοντας για το Μοντεβίδεο.  Φοβόταν πως η αθέτηση μιας τέτοιας υπόσχεσης θα του ‘φερνε κακοτυχία.
   Ο Αρρεδόντο ήξερε πως στόχος του ήταν η εικοστή Πέμπτη Αυγούστου. Ήξερε ακριβώς τον αριθμό των ημερών που είχε να διανύσει. Αφού πετύχαινε το σκοπό του, ο χρόνος θα σταματούσε, ή μάλλον, τίποτε απ’ ό,τι θα συνέβαινε από κει κι ύστερα δε θα ‘χε σημασία. Περίμενε αυτή την ημερομηνία όπως περιμένει κάποιος μια χάρη ή μιαν απελευθέρωση. Είχε αφήσει το ρολόι του να ξεκουρδιστεί, για να μην αναγκάζεται να το κοιτάζει συνεχώς, αλλά κάθε νύχτα, ακούγοντας τα δώδεκα σκοτεινά χτυπήματα ενός δημοτικού ρολογιού, έσκιζε ένα φύλλο απ’ το ημερολόγιο κι έκανε τη σκέψη, Μια μέρα λιγότερη.
   Στην αρχή προσπάθησε να οργανώσει τη ρουτίνα του – έβραζε ματέ, κάπνιζε τούρκικα τσιγάρα που έστριβε μόνος του, διάβαζε και ξαναδιάβαζε ορισμένες σελίδες, προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα με την Κλεμεντίνα όταν του έφερνε το φαγητό του σ’ ένα δίσκο και, πριν σβήσει το κερί, επανελάμβανε και τελειοποιούσε το λόγο που σκόπευε να βγάλει. Η συζήτηση με την Κλεμεντίνα, μια γυναίκα προχωρημένη στα χρόνια, δεν ήταν και τόσο εύκολη, γιατί η μνήμη της είχε βαλτώσει στην καθημερινή ζωή της υπαίθρου. Ο Αρρεδόντο είχε, επίσης, απλώσει μια σκακιέρα όπου έπαιζε, στην τύχη και χωρίς καμιά μέθοδο, παρτίδες που ποτέ δεν τέλειωναν. Του ‘λειπε ένας πύργος και τον αντικαθιστούσε με μια σφαίρα ή με ένα νόμισμα.
   Για να γεμίζει το χρόνο, καθάριζε κάθε πρωί το δωμάτιό του, διώχνοντας τις αράχνες μ’ ένα ξεσκονόπανο και μια σκούπα. Στη μιγάδα που τον φρόντιζε δεν άρεσε καθόλου το ότι καταπιανόταν ο ίδιος μ’ αυτές τις χειρωνακτικές δουλειές, πρώτον, γιατί πίστευε πως ανήκαν στη δικαιοδοσία της, κι έπειτα, γιατί δεν τις έκανε και τόσο καλά. Ο Αρρεδόντο, βέβαια, θα προτιμούσε να ξύπναγε αφού ο ήλιος είχε σηκωθεί για τα καλά, αλλά η συνήθειά του να σηκώνεται την αυγή ήταν ισχυρότερη από τη θέλησή του. Οι φίλοι του τού έλειπαν αρκετά, ήξερε ωστόσο πως εξαιτίας της ακατανίκητης επιφυλακτικότητάς του, δεν τους έλειπε το ίδιο – χωρίς να νιώθει πικρία. Ένα βραδάκι ήρθε κάποιος και τον ζήτησε, αλλά η Κλημεντίνα που του άνοιξε την πόρτα τον ξαπόστειλε. Η κλημεντίνα δεν ήξερε τον επισκέπτη κι ο Αρρεδόντο δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν. Υπήρξε άπληστος εφημεριδοφάγος και τώρα του ‘ρχονταν δύσκολο που ‘πρεπε να στερηθεί αυτά τα μουσεία των εφήμερων ποικιλιών. Δεν ήταν άνθρωπος φτιαγμένος για βαθιές σκέψεις και στοχασμό.
   Οι μέρες του και οι νύχτες του ήταν όλες ίδιες, αλλά οι Κυριακές τον βάραιναν περισσότερο. Προς τα μέσα Ιουλίου, του πέρασε η υποψία πως είχε κάνει λάθος να τεμαχίσει το χρόνο έτσι – το χρόνο που, κατά κάποιο τρόπο, μας στηρίζει. Προς το παρόν, άφηνε τη φαντασία του να πλανιέται πάνω από τα μήκη και τα πλάτη της Ουρουγουάης την εποχή του αιματοκυλίσματος – πάνω από τους κυματιστούς αγρούς της Σάντα Ιρένε, όπου πέταγε τους χαρταετούς του· σ’ ένα ορισμένο παρδαλό πουλάρι που τώρα πρέπει να ‘ναι πεθαμένο· στη σκόνη που σήκωναν τα ζωντανά όταν τα σαλαγούσαν οι γελαδάρηδες· στην αποκαμωμένη ταχυδρομική άμαξα που μ’ ένα σωρό μπιχλιμπίδια ερχόταν μια φορά το μήνα από το Φράι Μπέντος· στον κόλπο Λα Αγρασιάδα όπου είχαν αποβιβαστεί οι Τριάντα Τρεις, οι εθνικοί ήρωες της χώρας· στο Χερβιδέρο· στις λοφοσειρές, στα δάση και στους ποταμούς· στο Σέρρο όπου είχε σκαρφαλώσει πάνω στο φάρο και σκεφτόταν πως και στις δυο όχθες του Πλάτο δεν υπήρχε λόφος σαν κι αυτόν. Απ’ αυτό το λόφο που δεσπόζει στον κόλπο του Μοντεβίδεο οι σκέψεις του ταξίδεψαν στο λόφο που φιγουράρει στο εθνικό σύμβολο της Ουρουγουάης, κι αποκοιμήθηκε…
   Κάθε νύχτα, η αύρα της θάλασσας έφερνε μια δροσιά που βοήθαγε πολύ στον ύπνο. Δεν έμενε ποτέ ξάγρυπνος. Αγαπούσε πολύ την αρραβωνιαστικιά του, αλλά, όπως έχει ειπωθεί, ένας άντρας  δεν πρέπει να σκέφτεται τις γυναίκες – ιδίως όταν είναι απούσες. Η ζωή στο ύπαιθρο τον είχε ασκήσει στην αγνεία. Κι όσον αφορά την άλλη υπόθεση, προσπαθούσε να σκέφτεται όσο το δυνατό λιγότερο τον άνθρωπό που μισούσε. Ο θόρυβος της βροχής στην επίπεδη στέγη τού κρατούσε συντροφιά.
   Για έναν άνθρωπο φυλακισμένο ή τυφλό, ο χρόνος κυλάει όπως ένα ρέμα, σαν να γλιστράει σε μιαν ομαλή πλαγιά. Στα μέσα σχεδόν της μόνωσής του, ο Αρρεδόντο είχε συχνά την εμπειρία αυτού του άχρονου χρόνου. Στην πρώτη από τις τρεις εσωτερικές αυλές του σπιτιού υπήρχε μια στέρνα με ένα βάτραχο μέσα. Ο Αρρεδόντο ποτέ δε σκέφτηκε πως ο χρόνος του βάτραχου, που προσεγγίζει την αιωνιότητα, είναι αυτό ακριβώς που ζητούσε ο ίδιος.
   Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία, άρχισε ξανά η ανυπομονησία  του. Μια νύχτα, μη μπορώντας να αντέξει περισσότερο, βγήκε στο δρόμο. Όλα μοιάζανε διαφορετικά, μεγαλύτερα. Στρίβοντας στη γωνιά, είδε φως και μπήκε σ’ ένα μπαρ. Για να δικαιολογήσει την παρουσία του, παράγγειλε ένα πικρό ρούμι. Μερικοί στρατιώτες, ακουμπισμένοι στον ξύλινο πάγκο, μιλούσαν ακατάσχετα.
   «Όπως ξέρεις, απαγορεύεται αυστηρώς να δίνει κανείς πληροφορίες σχετικά με τις μάχες», έλεγε ένας απ’ αυτούς. «Κοίτα να δεις τι έγινε χτες βράδι· θα σπάσεις πλάκα. Μερικοί από μας περνούσαμε έξω από Το Λόγο, όταν ακούσαμε μια φωνή μέσα που αψηφούσε τη διαταγή. Μουντάραμε χωρίς να χάσουμε στιγμή. Το γραφείο ήταν κατασκότεινο, αλλά κάναμε κόσκινο στις σφαίρες τον μπινέ που μίλαγε. Θέλαμε να τον σύρουμε απ’ τις φτέρνες. Μόλις έγινε ησυχία, ψάξαμε να τον βρούμε. Και τι νομίζεις πως ανακαλύψαμε; Μια από κείνες τις μηχανές που μιλάνε, ένα γραμμόφωνο!»
   Όλοι βάλανε τα γέλια. «Τι σκέφτεσαι γι’ αυτό το κόλπο, μάγκα μου;» είπε ο φαντάρος στον Αρρεδόντο που κρυφάκουγε. Ο Αρρεδόντο δε μιλούσε. Ο άνθρωπος με τη στολή κόλλησε το μούτρο του στο πρόσωπο του Αρρεδόντο κι είπε: «Σβέλτα! Να σ’ ακούσω να φωνάζεις: Ζήτω ο πρόεδρος του έθνους Χουάν Ιδάρτε Μπόρδα!»
   Ο Αρρεδόντο δεν παράκουσε και ανάμεσα σε κοροϊδευτικά χειροκροτήματα έφτασε στην πόρτα. Ήταν στο δρόμο πια όταν του πέταξαν την τελευταία προσβολή. «Ο φόβος δεν είναι τρελός», άκουσε πίσω του. «Σκοτώνει το θυμό». Ο Αρρεδόντο είχε φερθεί σαν δειλός, αλλά ήξερε πως δεν είναι δειλός. Χωρίς βιασύνη, αργά, γύρισε σπίτι του.
   Την εικοστή Πέμπτη Αυγούστου, ο Αβελίνο Αρρεδόντο ξύπνησε λίγο μετά τις εννιά. Πρώτα σκέφτηκε την Κλάρα κι ύστερα την ημερομηνία. «Αντίο αναμονή» είπε τότε στον εαυτό του με ανακούφιση. «Ξημέρωσε η μέρα».
   Ξυρίστηκε χωρίς βιάση, κι είδε στον καθρέφτη το καθημερινό του πρόσωπο. Διάλεξε μια κόκκινη γραβάτα και φόρεσε τα καλύτερα ρούχα του. Πήρε μάλλον αργά το πρόγευμά του. Ο συννεφιασμένος ουρανός απειλούσε ψιλοβρόχι. Φανταζόταν πάντα πως ο ουρανός θα ήταν λαμπερός και γαλάζιος. Μια ιδέα λάμψης τον άγγιξε καθώς άφηνε το υγρό του δωμάτιο για στερνή φορά. Στη θολωτή είσοδο συνάντησε την Κλεμεντίνα και της έδωσε τα λίγα πέζος που του είχαν απομείνει. Στην επιγραφή του καταστήματος ειδών κιγκαλερίας είδε τους χρωματιστούς ρόμβους που σημαίνουν πως στο μαγαζί πουλάνε χρώματα, κι αναλογίστηκε πως για ένα διάστημα δυο και πλέον μηνών δεν τους είχε σκεφτεί ούτε μια φορά. Περπάτησε προς την οδό Σαραντί. Ήταν αργία και στο δρόμο κυκλοφορούσαν ελάχιστοι άνθρωποι.
   Το ρολόι δεν είχε χτυπήσει τρεις όταν έφτασε στην Πλάσα Ματρίς. Το «Te Deum» είχε ήδη τελειώσει. Μια ομάδα αξιωματούχοι – κυβερνητικοί επίσημοι, αξιωματικοί του στρατού, επίσκοποι – κατέβαιναν αργά τα ομαλά σκαλοπάτια της εκκλησίας. Με την πρώτη ματιά, τα ψηλά καπέλα – μερικά ακόμα στο χέρι – οι στολές, τα χρυσά σιρίτια, τα εμβλήματα και τα χιτώνια, δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση πως η ομάδα ήταν πολύ μεγάλη· στην πραγματικότητα, δεν ήταν περισσότεροι από καμιά τριανταριά. Ο Αρρεδόντο, που δεν ένιωθε κανένα φόβο, κατεχόταν από ένα είδος σεβασμού. Ρώτησε κάποιον να του πει ποιος είναι ο πρόεδρος.
   «Βλέπεις τον αρχιεπίσκοπο, με τη μίτρα και τη ράβδο; Αυτός που στέκεται πλάι του», απάντησε ο άλλος.
   Ο Αρρεδόντο τράβηξε ένα περίστροφο κι άρχισε να πυροβολεί. Ο Ιδιάρτε Μπόρδα έκανε δυο τρία βήματα κι έπεσε μπρούμυτα. Ακούστηκε καθαρά να λέει, «Με σκότωσαν!»
   Ο Αρρεδόντο παραδόθηκε στις αρχές. Αργότερα δήλωσε: «Είμαι ένας Κολοράδο, ένας Κόκκινος, και το λέω με περηφάνια. Σκότωσα τον πρόεδρο που πρόδωσε και μόλυνε το κόμμα μας. Χώρισα με τους φίλους μου και την αρραβωνιαστικιά μου για να μην τους μπλέξω. Δεν διάβαζα καν εφημερίδες για να μη μπορεί κανείς να πει ότι κάποιος με υποδαύλισε. Διεκδικώ αυτή την πράξη δικαιοσύνης ως αποκλειστικά δική μου. Και τώρα είμαι έτοιμος να δικαστώ».
   Μ’ αυτόν τον τρόπο συνέβησαν τα πράγματα, αν και δεν αποκλείεται να είχαν μια συγκεχυμένη μορφή· μ’ αυτό τον τρόπο φαντάστηκα ότι συνέβησαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: