Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

«Το Βιβλίο της Άμμου» διήγημα του Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899 - 1986) από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του (μτφ. Σπύρος Τσακνιάς, εκδ. Νεφέλη, 1982)

..............................................................










Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899 - 1986)






·       «Το Βιβλίο της Άμμου»

διήγημα του Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899 - 1986) από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του (μτφ. Σπύρος Τσακνιάς, εκδ. Νεφέλη, 1982)


                                                                               Thy rope of sands
                                                                                George Herbert



   Η ευθεία αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό σημείων· ο όγκος από ένα άπειρο αριθμό επιπέδων· ο υπερόγκος από έναν άπειρο αριθμό όγκων… Όχι, αναντίρρητα, αυτός δεν είναι – more geometrico – ο καλύτερος τρόπος να αρχίσω την ιστορία μου. Ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία είναι στις μέρες μας η λογοτεχνική σύμβαση που βρίσκεται πίσω από κάθε φτιαχτή ιστορία. Η δική μου πάντως είναι αληθινή.

   Ζω μόνος σ’ ένα διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, στην οδό Μπελγράνο, στο Μπουένος Άιρες. Αργά ένα βράδι, πριν μερικούς μήνες, άκουσα ένα χτύπημα στην πόρτα. Άνοιξα, κι είδα έναν ξένο. Ψηλός, με ακαθόριστα χαρακτηριστικά· ή, ίσως, έφταιγε η μυωπία μου που μου φάνηκε έτσι. Ντυμένος στα γκρίζα, κουβαλώντας μια γκρίζα βαλίτσα, μ’ ένα ύφος σεμνό και ανεπιτήδευτο. Είδα αμέσως πως ήταν ξένος. Στην αρχή μου φάνηκε γέρος· αργότερα διαπίστωσα πως είχα παρασυρθεί απ’ τα λεπτά ξανθά μαλλιά του που, όπως των Σκανδιναβών καμιά φορά, ήταν σχεδόν άσπρα. Στη διάρκεια της συνομιλίας μας, που δεν κράτησε ούτε μιαν ώρα, έμαθα πως ερχόταν απ’ τα νησιά Όρκνεϋ.

   Τον κάλεσα μέσα και του πρόσφερα κάθισμα. Έμεινε σιωπηλός για λίγο, κι ύστερα άρχισε να μιλάει. Ανάδινε κάτι σαν μελαγχολία – σαν αυτή που αναδίνω τώρα εγώ.
   «Πουλάω Βίβλους», είπε.
   Μ’ ένα τόνο λιγάκι δασκαλίστικο, είπα, «Σ’ αυτό το σπίτι υπάρχουν αρκετές αγγλικές εκδόσεις της Βίβλου, περιλαμβανομένης και της πρώτης – του Τζων Γουίκλιφ. Έχω επίσης το βιβλίο του Σιπριάνο  δε Βαλέρα και του Λούθηρου – η οποία, από φιλολογική άποψη, είναι η χειρότερη – κι ένα αντίτυπο της Λατινικής Βουλγάτα. Όπως βλέπετε, δεν πάσχω από Βίβλους».

   Ύστερα από μερικές στιγμές σιωπής, είπε: «Δεν πουλάω μόνο Βίβλους. Μπορώ να σας δείξω ένα ιερό βιβλίο που το βρήκα τυχαία στα περίχωρα του Μπικανέρ. Μπορεί να σας ενδιαφέρει».

   Άνοιξε τη βαλίτσα κι ακούμπησε το βιβλίο στο τραπέζι. Ήταν ένας τόμος σε σχήμα όγδοο, πανόδετος. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως είχε περάσει από πολλά χέρια. Καθώς τον εξέταζα, με ξάφνιασε το ασυνήθιστο βάρος του. Στη ράχη του ήταν γραμμένες οι λέξεις «Αγία Γραφή», κι από κάτω, «Βομβάη».

   «Δέκατος ένατος αιώνας, πιθανώς», παρατήρησα.
   «Δεν ξέρω», είπε. «Ποτέ δεν έμαθα».
   Άνοιξα το βιβλίο στην τύχη. Τα στοιχεία μού ήταν ξένα και ασυνήθιστα. Οι σελίδες, φθαρμένες και τυπογραφικά φτωχές, ήταν στοιχειοθετημένες σε δυο στήλες, όπως στη Βίβλο. Το κείμενο ήταν πυκνοτυπωμένο, σε διάταξη στίχων. Στις πάνω γωνίες των σελίδων υπήρχαν αραβικοί αριθμοί. Πρόσεξα πως μια σελίδα στ’ αριστερά, έφερε τον αριθμό (ας πούμε) 40, 514 και η σελίδα που ήταν απέναντί της, στα δεξιά, τον αριθμό 999. Γύρισα το φύλλο· ήταν αριθμημένο με έναν οκταψήφιο αριθμό. Έφερε, επίσης, μια μικρή εικόνα, του είδους που βλέπουμε στα λεξικά – μια άγκυρα σχεδιασμένη με πένα και μελάνι, σαν καμωμένη απ’ το αδέξιο χέρι ενός μαθητή.

   Τότε ήταν που ο ξένος είπε. «Κοιτάξτε καλά την εικόνα. Δεν θα την ξαναδείτε ποτέ».
   Σημείωσα το μέρος κι έκλεισα το βιβλίο. Ευθύς αμέσως, το ξανάνοιξα. Μάταια έψαξα, σελίδα προς σελίδα, για την εικόνα της άγκυρας. «Μοιάζει σα μετάφραση των Γραφών σε κάποια από τις γλώσσες των Ινδιών, έτσι δεν είναι;» είπα για να κρύψω την ανησυχία μου.

   «Όχι», απάντησε. Έπειτα, σα να εμπιστευόταν κάποιο μυστικό, χαμήλωσε τη φωνή. «Απόχτησα το βιβλίο σε μια πόλη, στον κάμπο, για μερικές ρουπίες και μια Βίβλο. Ο ιδιοκτήτης του δεν ήξερε να διαβάσει. Υποψιάζομαι πως έβλεπε το Βιβλίο των Βιβλίων σαν φυλαχτό. Ανήκε στην κατώτατη κάστα· κανείς, εκτός από τους άλλους παρίες, δε θα μπορούσε να πατήσει τον ίσκιο του χωρίς να μολυνθεί. Μου είπε πως το βιβλίο του λεγόταν το Βιβλίο της Άμμου, γιατί ούτε το βιβλίο ούτε η άμμος έχουν αρχή και τέλος».

   Ο ξένος μού ζήτησε να βρω την πρώτη σελίδα. Έβαλα το αριστερό μου χέρι στο εξώφυλλο και, προσπαθώντας να βάλω τον αντίχειρα στο λευκό εσώφυλλο, άνοιξα το βιβλίο. Μάταια. Κάθε φορά που προσπαθούσα, μερικές σελίδες έμπαιναν ανάμεσα στο εξώφυλλο και στον αντίχειρά μου. Ήταν σα να φύτρωναν συνεχώς απ’ το βιβλίο.
   «Βρέστε, τώρα, την τελευταία σελίδα».
   Απέτυχα και πάλι. Με μια φωνή που δεν ήταν η δική μου, μόλις κατάφερα να ψελλίσω, «Αυτό δεν μπορεί να…»

   Μιλώντας πάντα σιγανά, ο ξένος είπε, «Δεν μπορεί, αλλά συμβαίνει. Ο αριθμός των σελίδων σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι παραπάνω ή παρακάτω από άπειρος. Καμιά απ’ αυτές τις σελίδες δεν είναι πρώτη και καμιά τελευταία. Δεν ξέρω γιατί είναι αριθμημένες μ’ αυτόν τον αυθαίρετο τρόπο. Για να υποδηλώσουν, ίσως, πως τα μέλη μιας άπειρης σειράς μπορούν να δεχτούν κάθε αριθμό».
   Έπειτα, σα να σκεφτόταν φωναχτά, είπε: «Αν το διάστημα είναι άπειρο, μπορεί να βρισκόμαστε σε οποιοδήποτε σημείο του διαστήματος. Αν ο χρόνος είναι άπειρος, μπορεί να βρισκόμαστε σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο».

   Οι διαλογισμοί του μ’ εκνευρίσανε. «Είστε θρήσκος, βεβαίως» παρετήρησα.
   «Ναι, είμαι Πρεσβυτεριανός. Η συνείδησή μου είναι καθαρή. Είμαι βέβαιος σχεδόν πως δεν εξαπάτησα εκείνον τον ιθαγενή όταν του έδωσα το Λόγο του Κυρίου σ’ αντάλλαγμα για το σατανικό του βιβλίο».
   Τον διαβεβαίωσα πως δεν υπήρχε τίποτα για το οποίο θα ‘πρεπε να μέμφεται τον εαυτό του, και τον ρώτησα αν ήταν περαστικός απ’ τα μέρη μας. Απάντησε πως σχεδίαζε να επιστρέψει στην πατρίδα του σε λίγες μέρες. Τότε ήταν που έμαθα πως ήταν Σκωτσέζος απ’ τα νησιά του Όρκνεϋ. Του είπα πως είχα μεγάλη συμπάθεια για τη Σκωτία, εξαιτίας της αγάπης μου για τον Στήβενσον και τον Χιουμ.
   «Εννοείτα τον Στήβενσον και τον Ρόμπερτ Μπερνς», με διόρθωσε.

   Όσο μιλούσαμε εξακολουθούσα να περιεργάζομαι το άπειρο βιβλίο.
   Με προσποιητή αδιαφορία, ρώτησα: «Σκοπεύετε να προσφέρετε αυτό το παράξενο πράμα στο Βρετανικό Μουσείο;»
   «Όχι, το προσφέρω σε σας» είπε, κι όρισε ένα σεβαστό ποσό για το βιβλίο.
   Απάντησα με κάθε ειλικρίνεια πως ένα τέτοιο ποσό ήταν έξω απ’ τις δυνατότητές μου, κι άρχισα να σκέφτομαι. Σε δυο λεπτά μου ‘ρθε μια ιδέα.
   «Προτείνω μιαν ανταλλαγή», είπα. «Αποκτήσατε αυτό το βιβλίο για μια χούφτα ρουπίες κι ένα αντίτυπο της Βίβλου. Θα σας προσφέρω το ποσό της μηνιάτικης σύνταξής μου, που μόλις τώρα σήκωσα, και τη Βίβλο του Γουίκλιφ με τα γοτθικά στοιχεία. Την κληρονόμησα απ’ τους προγόνους μου».
   «Γοτθικός Γουίκλιφ!», ψιθύρισε.
   Πήγα στο δωμάτιό μου και του ‘φερα τα λεφτά και το βιβλίο. Το ξεφύλλιζε, και εξέτασε τη σελίδα του τίτλου με το πάθος ενός πραγματικού βιβλιόφιλου.
   «Σύμφωνοι», είπε.
   Με εξέπληξε που δεν έκανε παζάρια. Μόνο αργότερα συνειδητοποίησα πως είχε μπει στο σπίτι μου αποφασισμένος να πουλήσει το βιβλίο. Έβαλε τα χρήματα στην τσέπη του, χωρίς να τα μετρήσει.
   Μιλήσαμε για την Ινδία, για τα νησιά Όρκνεϋ και για τους Νορβηγούς ευγενείς που ήταν παλιά οι άρχοντες των νησιών. Είχε νυχτώσει για καλά όταν έφυγε. Δεν τον ξανάδα από τότε, ούτε έμαθα το όνομά του.

   Είχα σκεφτεί να βάλω το βιβλίο της Άμμου στη θέση που ήταν πριν η Βίβλος του Γουίκλιφ, αλλά τελικά αποφάσισα να το κρύψω πίσω απ’ τους τόμους μιας ελλιπούς σειράς του Χίλιες και μία νύχτες. Πήγα στο κρεβάτι αλλά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Γύρω στις τρεις με τέσσερις το πρωί, άναψα το φως. Κατέβασα το απίθανο αυτό βιβλίο κι άρχισα να το φυλλομετρώ. Σε κάποια σελίδα είδα τυπωμένη μια μάσκα. Στην επάνω γωνιά της σελίδας ήταν ένας αριθμός, που δε θυμάμαι πια, υψωμένος στην ενάτη δύναμη.

   Δεν έδειξα σε κανέναν το θησαυρό μου. Ήταν μεγάλη τύχη να το αποκτήσω, αλλά είχα το φόβο μήπως μου το κλέψουν, καθώς κι ένα δυσάρεστο προαίσθημα πως δεν ήταν στ’ αλήθεια άπειρο. Οι δυο αυτοί φόβοι ενέτειναν την παλιά μου μισανθρωπία. Μού είχαν απομείνει ελάχιστοι φίλοι· τώρα σταμάτησα να βλέπω ακόμα κι αυτούς. Δέσμιος του βιβλίου, δεν έβγαινα έξω σχεδόν καθόλου πια μελετώντας μ’ ένα μεγεθυντικό φακό τη φθαρμένη ράχη και τα καλύμματά του, απέρριψα εντελώς την πιθανότητα να επρόκειτο για κάποιο τέχνασμα ή κάποιο κόλπο. Οι μικρές εικόνες καθώς διαπίστωσα, έπεφταν δυο χιλιάδες σελίδες μακριά η μία απ’ την άλλη. Βάλθηκα να τις καταγράφω με αλφαβητική σειρά και σε λίγο γέμισα ένα ολόκληρο σημειωματάριο. Ούτε μια φορά δεν επαναλαμβανόταν κάποια εικόνα. Τη νύχτα, στα σύντομα διαλείμματα που μου επέτρεπε η αϋπνία μου, ονειρευόμουν το βιβλίο.

   Το καλοκαίρι ήρθε κι έφυγε, και συνειδητοποίησα πως το βιβλίο ήταν τερατώδες. Σε τι με ωφελούσε να σκέφτομαι ότι εγώ που το έβλεπα με τα μάτια μου, που το κρατούσα στα χέρια μου ήμουν λιγότερο τερατώδης; Αισθανόμουν πως το βιβλίο ήταν ένα εφιαλτικό αντικείμενο, ένα αποτρόπαιο πράγμα που πρόσβαλε και μόλυνε την ίδια την πραγματικότητα.


   Σκέφτηκα τη φωτιά, αλλά φοβήθηκα πως το κάψιμο ενός άπειρου βιβλίου μπορούσε να αποδειχθεί εξίσου άπειρο και να πνίξει τον πλανήτη με καπνό. Κάπου είχα διαβάσει πως το καλύτερο μέρος για να κρύψεις ένα φύλλο είναι το δάσος. Πριν πάρω σύνταξη, δούλευα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αργεντινής, στην οδό Μεξικού, που έχει εννιακόσιες χιλιάδες τόμους. Ήξερα πως δεξιά της εισόδου υπάρχει μια στριφτή σκάλα που οδηγεί κάτω στο υπόγειο, όπου φυλάγονται βιβλία, χάρτες και περιοδικά. Μια μέρα πήγα εκεί και, αποφεύγοντας με τρόπο ένα φύλακα – αποφεύγοντας συνάμα να προσέξω το ύψος του σημείου ή την απόστασή του απ’ την πόρτα – έχωσα το βιβλίο σ’ ένα από τα μουχλιασμένα ράφια του υπογείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: