Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

"Εξεύρεση εργασίας ή η καινούργια δουλειά" του Berthold Brecht (1898 - 1956)

.........................................................




23 Εξεύρεση εργασίας ή
η καινούργια δουλειά






Να κι αυτοί που δίνουνε δουλίτσα στον κοσμάκη
στα μάτια τους οι εργάτες είναι παιχνιδάκι
και μαζί του παίζουν όποτε θελήσουν.

Άρματα θέλουν και όπλα πολλά
γι’ αυτό και πάλι τους δίνουν δουλειά
ο ιδρώτας και το αίμα τους θα τα κινήσουν.

(Σπάνταου 1937. Ένας εργάτης γυρνάει σπίτι του και βρίσκει εκεί μια γειτόνισσά του)

Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Καλησπέρα κύριε Φενν. Ήρθα να παρακαλέσω τη γυναίκα σας να μου δανείσει λίγο ψωμί. Έχει βγει για λίγο.
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ευχαρίστως, ευχαρίστως κυρία Ντιτς. Τι λέτε για τη δουλειά που βρήκα;
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Βέβαια, τώρα βρίσκουνε όλοι δουλειά. Δουλεύετε στο καινούργιο εργοστάσιο που φτιάχνουν κινητήρες, έτσι; Και τους φτιάχνετε για τα βομβαρδιστικά…
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, ασταμάτητα.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Τους χρειάζονται στην Ισπανία.
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και γιατί ειδικά στην Ισπανία;
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Ακούμε ένα σωρό γι’ αυτά που στέλνουνε εκεί. Είναι ντροπή.
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καλύτερα να προσέχετε τις κουβέντες σας!...
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Τώρα πήγατε κι εσείς μαζί τους;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν πήγα με κανέναν. Κάνω μόνο τη δουλειά μου. Μα πού είναι η Μάρθα;
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Ναι… Ίσως θα έπρεπε να σας προετοιμάσω… Μπορεί να είναι κάτι δυσάρεστο. Την ώρα που έμπαινα ήταν εδώ ο ταχυδρόμος κι άφησε ένα γράμμα που αναστάτωσε τη γυναίκα σας. Καλύτερα να πήγαινα στους Σίρμαν για το ψωμί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μπα!...  (Φωνάζει:) Μάρθα!

(Μπαίνει η γυναίκα του. Φοράει μαύρα)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μάρθα, τι έπαθες; Ποιος πέθανε;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ο Φραντς. Ήρθε ένα γράμμα.

(Του δίνει το γράμμα)

Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Για όνομα του Θεού! Από τι;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ήταν ατύχημα.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ (δύσπιστα) : Ήταν πιλότος, έτσι δεν είναι;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Κι έπαθε ατύχημα;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Στο Στέτιν. Σε μια νυχτερινή άσκηση, στο πεδίο ασκήσεων, έτσι γράφει εδώ.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Δεν έπαθε ατύχημα. Σε ποιον τα πουλάνε αυτά;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εγώ λέω τι γράφει εδώ. Το γράμμα είναι από τη διοίκηση της μονάδας του.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Και σας είχε γράψει τον τελευταίο καιρό; Από το Στέτιν;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Έλα, μην ταράζεσαι Μάρθα. Δε βοηθάει σε τίποτα.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ (με λυγμούς) : Ναι, το ξέρω.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Κι ήτανε τόσο εντάξει άνθρωπος ο αδελφός σας. Να σας κάνω λίγο καφέ;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αν έχετε την καλοσύνη, κυρία Ντιτς.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ (ψάχνοντας για κατσαρόλι) : Αυτά είναι μεγάλα χτυπήματα.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άντε να πλυθείς, Χέρμπερτ. Δε σε παρεξηγεί η κυρία Ντιτς.
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καλά, έχουμε ώρα γι’ αυτό.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Και σας είχε γράψει από το Στέτιν;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τα γράμματά του έρχονταν πάντα από το Στέτιν.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ (ρίχνει ένα βλέμμα …) : Α, έτσι μήπως ήταν κι αυτός στα νότια;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι θα πει «στα νότια»;
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Κάτω στα νότια κλίματα, στην ωραία Ισπανία.
Ο ΑΝΤΡΑΣ (ενώ η ΓΥΝΑΙΚΑ ξεσπάει και σ’ άλλους λυγμούς) : Συγκρατήσου, Μάρθα! Δεν πρέπει να τα λέτε αυτά κυρία Ντιτς.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Ήθελα να ΄ξερα τι θα σας έλεγαν στο Στέτιν, αν πηγαίνατε να ζητήσετε το σώμα του…
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δε θα πάω στο Στέτιν.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Τι ωραία και καλά που τα κουκουλώνουν όλα. Θα τον κάνουν ήρωα τον άνθρωπο φτάνει να μη βγει τίποτα στη φόρα. Ήτανε ένας στη Δημαρχία, και κοκορευότανε πόσο έξυπνα κρύβουνε τον πόλεμό τους. Άμα τύχει και κτυπηθεί κανένα βομβαρδιστικό και το πλήρωμα πέσει με αλεξίπτωτο για να σωθεί, τα άλλα βομβαρδιστικά τους χτυπάνε με τα πολυβόλα, τους ίδιους, τους δικούς τους, μην τυχόν και ομολογήσουν (ή φανερώσουν) στους κόκκινους από πού έρχονται.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ (της έρχεται λιποθυμία) : Λίγο νερό Χέρμπερτ, δεν αισθάνομαι καλά.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Δεν ήθελα να σας ταράξω περισσότερο, λέω μονάχα: πώς τα κουκουλώνουνε! Ξέρουνε καλά πως είναι έγκλημα και ο πόλεμός τους δεν πρέπει να βγει στο φως. Ακόμα κι εδώ σε μας! Άκου, «πέθανε σε άσκηση»! Σε τι τους ασκούνε; Στον πόλεμο τους ασκούνε!
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τουλάχιστον μη μιλάτε δυνατά εδώ μέσα! (στη ΓΥΝΑΙΚΑ του) Νιώθεις καλύτερα;
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Είστε κι εσείς ένας από τόσους που το βουλώνουν και δε λένε τίποτα. Ορίστε, το λάβατε σήμερα το «ευχαριστώ» τους!
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για κάντε μου τη χάρη …!
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Χέρμπερτ!
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: «Για κάντε μου τη χάρη», λέει! Επειδή σας δώσανε δουλειά! Και στο γαμπρό σας δώσανε «δουλειά». Μόνο που πέθανε σε «ατύχημα» μ’ ένα απ’ αυτά τα μαραφέτια που φτιάχνετε εσείς στο εργοστάσιο.
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ε, αυτό πάει πολύ κυρία Ντιτς. Ναι, εγώ δουλεύω σ’ αυτά τα μαραφέτια! Κι οι άλλοι που δουλεύουν; Ο άντρας σας, πού δουλεύει; Στους λαμπτήρες, έτσι; Και οι λαμπτήρες δεν είναι για τον πόλεμο. Θα μου πείτε ότι είναι μόνο για φωτισμό! Και για πού είναι ο φωτισμός; Τι φωτίζουν οι λαμπτήρες; Μήπως τανκς; Ή πολεμικά καράβια; Ή μήπως αυτά τα «μαραφέτια»; Πάντως ο δικός σας ο άντρας φτιάχνει αθώους λαμπτήρες! Θεέ και Κύριε, βρείτε μου κάτι που να μην είναι για τον πόλεμο! Πού θα βρω δουλειά αν αρχίσω να λέω, «δε δουλεύω για τον πόλεμο»; Να  πεινάσω θέλετε;
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ (μαζεμένα): Μα δεν είπα να πεινάσετε. Και βέβαια έπρεπε να την πάρετε τη δουλειά. Λέω μονάχα γι’ αυτούς τους φονιάδες! Ωραίες δουλειές μας βρίσκουν!
Ο ΑΝΤΡΑΣ (σοβαρά) : Κι εσύ, Μάρθα, δεν πρέπει να κυκλοφορείς έτσι, με τα μαύρα. Δεν το θέλουν αυτό.
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Τις ερωτήσεις του κόσμου δε θέλουνε, γιατί φοράτε πένθος.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ (ήρεμα): Μου λες να τα βγάλω;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, γιατί αλλιώς θα χάσω πάλι τη δουλειά μου.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θα τα βγάλω.
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι θα πει αυτό;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θα τα βγάλω, είπα. Πέθανε ο αδελφός μου. Θα τον πενθήσω.
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα αν δεν τα είχες, αν δεν τα είχε αγοράσει η Ρόζα όταν πέθανε η μάνα της, δε θα ’χες μαύρα να βάλεις.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ (φωνάζει) : Δε θα μου απαγορέψουνε να βάλω πένθος! Δεν μπορούνε να μου σφάζουν τον αδελφό και να μου απαγορεύουνε να τον κλάψω! Πού ακούστηκε αυτό; Τέτοια απανθρωπιά δεν έχει ξαναδεί ο κόσμος! Αυτοί είναι φονιάδες, κακούργοι! 
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ (ενώ ο ΑΝΤΡΑΣ μένει άφωνος από την τρομάρα): Κυρία Φενν!
Ο ΑΝΤΡΑΣ (βραχνά) : Έτσι που μιλάς μπορεί να μας συμβεί κάτι χειρότερο απ’ το να χάσω τη δουλειά μου.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε ας με πιάσουν. Έχουν και στρατόπεδα συγκέντρωσης για γυναίκες. Ας με χώσουνε μέσα, δε με νοιάζει, αφού σκοτώσανε τον αδελφό μου! Τι δουλειά είχε στην Ισπανία;
Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μη μιλάς για την Ισπανία!
Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΑ: Θα βρείτε το μπελά σας κυρία Φενν!
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για να μη σε διώξουνε από τη δουλειά θα το βουλώσουμε; Γιατί βέβαια θα ψοφήσουμε αν δεν τους φτιάξουμε τα βομβαρδιστικά! Κι άμα τους τα φτιάξουμε, μήπως δε θα ψοφήσουμε, όπως ο Φραντς; Κι αυτουνού του βρήκανε θέση! Ένα μέτρο κάτω απ’ τη γη! Τέτοια θέση την έβρισκε και δω.
Ο ΑΝΤΡΑΣ (κάνει να της κλείσει το στόμα): Σώπα, σου λέω! Δεν ωφελεί σε τίποτα αυτό!
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε τι ωφελεί; Κάντε λοιπόν κάτι που να ωφελεί! 


Δεν υπάρχουν σχόλια: