Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Δεύτερο απόσπασμα από το "Κιβώτιο", το σημαδιακό μυθιστόρημα του Άρη Αλεξάνδρου (1922-1978)

.........................................................
  

"...θυμάμαι πως είπα βλακωδέστατα, «Είναι άδειο», λες και δεν το ξέρατε..."






Άρης Αλεξάνδρου
(1922 - 1978) 









…και θυμάμαι πως όταν το φορτώναμε στο δεύτερο κάρο, ξεκινώντας από την πόλη Ν και θελήσαμε να το σπρώξουμε πιο μέσα στο υπόγειο, κάπου σκάλωσε, δεν γλίστραγε και το φέραμε τούμπα και δεν ξέρω πόσες τούμπες ξαναπήρε όταν έπεσε ο πεύκος πάνω στο δεύτερο κάρο και φορτώσαμε το κιβώτιο στο πρώτο, ποιο πάνω λοιπόν και ποιο κάτω, αφού δεν είχε καμιά απολύτως ένδειξη, όπως γίνεται με ορισμένα κιβώτια, που περιέχουν εύθραυστα κυρίως εμπορεύματα) και με το κεφάλι μου χωμένο μέσα στο ανοιχτό κιβώτιο, μέσα σε κείνη τη μεγάλη, τετράγωνη τρύπα, έχουσα μέγεθος η τρύπα ένα τετραγωνικό μέτρο μείον τους τρεις πόντους της λαμαρίνας γύρω γύρω εν είδει πλαισίου, είδα το φως του γλόμπου, που ήτανε κρεμασμένος απ’ το θολωτό ταβάνι και έφεγγε αρκετά, μολονότι σκονισμένος, είδα πως το κιβώτιο ήταν άδειο και έσκυψα ακόμη περισσότερο, βάζοντας μέσα και τα χέρια μου και άρχισα να ψαχουλεύω, μεθοδικά, να ψάχνω παντού, όλες τις μέσα επιφάνειες, ανασηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου για να φτάσουνε τα χέρια μου στην κάτω έδρα του κύβου και ψαχουλεύοντας έτσι, βρήκα κάτι μετάλλινα, κολλημένα στην κάτω λαμαρίνα γρομπαλάκια, που προχωρούσανε σε ίσια σχεδόν γραμμή κατά μήκος των κάτω τεσσάρων ακμών, σε απόσταση δύο δάχτυλα περίπου όλα τους απ’ τις ακμές και δεν άργησα να καταλάβω πως ήτανε το λιωμένο μέταλλο (ξαναπαγωμένο τώρα πια) που έπεφτε κόμπους κόμπους, καθώς έλιωνε η γαλάζια φλόγα την απάνω λαμαρίνα και έχοντας πειστεί πως δεν πρόκειται να βρω τίποτε άλλο, όρθωσα το κορμί μου, σας κοίταξα μην ξέροντας τι να πω, ή μάλλον, θυμάμαι πως είπα βλακωδέστατα, «Είναι άδειο», λες και δεν το ξέρατε, μα εσείς, είχατε κιόλας ηρεμήσει, ή αλλάξατε τακτική και με πήρατε απ’ το μπράτσο, σχεδόν φιλικά και ξανανεβήκαμε στο γραφείο σας, όπου συνεχίσατε ψυχραιμότατα την προανάκριση, ρωτώντας συνεχώς τα ίδια και τα ίδια κι εγώ απαντούσα «Δεν ξέρω», καθισμένος στην καρέκλα μου (γιατί είχατε την καλοσύνη να μου πείτε να καθίσω, μου προσφέρατε μάλιστα και τσιγάρο, ενώ εσείς κόβατε βόλτες στο γραφείο κι από το παράθυρο φαινότανε να κυματίζει στο φεγγαρόφωτο, πέρα στο βάθος, πάνω στην πιο ψηλή πολεμίστρα του Ενετικού Φρουρίου, η σημαία μας) απαντούσα, «Δεν ξέρω» σε όλες τις ερωτήσεις σας («Ποιος το γέμισε το κιβώτιο;» «Ποιος το άδειασε» «Ποιος έφερε το περιεχόμενο του κιβωτίου στην πόλη Ν;») δεν ξέρω και τώρα, ό,τι ήξερα το έχω καταθέσει, το ‘γραψα, το ξανάγραψα, το διόρθωσα, το συμπλήρωσα, ομολόγησα περιπτώσεις όπου απέκρυψα μέρος της αλήθειας, γιατί βέβαια κανένας κατηγορούμενος δεν πάει να επιβαρύνει τη θέση του, αν και πάλι αναρωτιέμαι για εκατοστή φορά, πως είναι δυνατόν να είμαι κατηγορούμενος, αφού σας απέδειξα με την πιο τετράγωνη λογική, από την πρώτη κιόλας μέρα, ότι δεν είναι δυνατόν να ευθύνομαι ούτε στο ελάχιστο για όλη αυτήν την ιστορία, δεν φταίω εγώ που το κιβώτιο βρέθηκε άδειο, εγώ το πίστευα γεμάτο και γι’ αυτό το έφερα στην πόλη Κ και το παρέδωσα στις αρμόδιες αρχές και συνεπώς αν ήξερα ότι ήτανε άδειο, θα πρέπει να ‘μουνα τρελός, γιατί μόνο ένας τρελός κουβαλάει εν γνώσει του ένα άδειο κιβώτιο, παίζοντας χίλιες φορές κορόνα γράμματα τη ζωή του…

Δεν υπάρχουν σχόλια: