Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

"Το πουκάμισο το θαλασσί" διήγημα που έγραψε η Κωνσταντία Σωτηρίου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 08.08.2015)

............................................................

Το πουκάμισο το θαλασσί

Κωνσταντία Σωτηρίου 
Η συγγραφέας
 Κωνσταντία Σωτηρίου

Στο σπίτι ξανά Νταλάρα δεν βάζετε. «Αυτός έφερε τους Τούρκους», επέμενε η μάνα σου. Να μην τον ακούσει ξανά στο ράδιο. «Τουρκόσπορος, γρουσούζης». Καλέ μαμά, τι λες, τρελάθηκες; της φώναζες και σου έγνεφε να σωπάσεις. Ηξερε αυτή.
Δεκαπέντε Ιουλίου στις οκτώ και είκοσι το πρωί ακριβώς τραγούδαγε στο ΡΙΚ ο Γιώργος ο Νταλάρας. Μετά πέθανε ο Μακάριος, ήρθαν με τα τανκς οι τρισκατάρατοι και άρχισαν να παίζουν οι σειρήνες. Ισως όχι με αυτή τη σειρά, έχουν περάσει και σαράντα τόσα χρόνια, πού να θυμάται.
Αλλά αυτό με τον Νταλάρα που τραγούδαγε ενώ χανόταν ο τόπος και καιγότανε δεν μπορεί να το ξεπεράσει. Και πέντε μέρες μετά να, σας κατέβηκαν οι Τούρκοι. Και χαθήκαμε, θυμάσαι που χαθήκαμε; Αυτός φταίει, αυτός. Και ούτε ύστερα που τραγούδαγε, έκανε συναυλίες και έδινε τα λεφτά του στους πρόσφυγες τον συμπάθησε.
Καλέ μαμά μου, τους ποιητάδες μας τραγουδάει, της φώναζες, τον Λιπέρτη, «Καρτερούμε μέρα νύχτα…». Πάλι νευρίαζε και σου έγνεφε να σωπάσεις. «Μαζί καρτερούμε;» σου φώναζε. «Καρτερά μαζί μας ο Νταλάρας;» και σου απαγόρευε να τραγουδάς ακόμα και στη χορωδία του σχολείου που είχατε τελική γιορτή για το «Δεν ξεχνώ».
Να τους πεις ότι βράχνιασες, φώναζε, να τους πεις πως δεν γίνεται να τραγουδήσεις τραγούδια του Νταλάρα εσύ. Το χειρότερο που σε έπειθε και δεν συμμετείχες ποτέ σε τελική γιορτή στο Δημοτικό. Και ήταν τότε που ήταν οι γιορτές για τα κατεχόμενα στο φόρτε τους.
«Λευκωσία μοιρασμένη πρωτεύουσα, ο μακρύδρομος δεν μας βγάζει πια πουθενά». Να σου πάρει το ποίημα από το στόμα η Σοφία Κυνηγού επειδή η δασκάλα δεν έχαβε το βραχνιασμένο λαρύγγι. «Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις στη χορωδία, γλυκιά μου, δεν μπορείς ούτε να απαγγείλεις», σου έλεγε χαιρέκακα.
Πόση κακία πια με αυτόν τον Νταλάρα. Είδες, σου έλεγε η μάνα σου, αυτός φταίει, αυτός. Ούτε και αργότερα στις μεγάλες αντικατοχικές συναυλίες του που είχαν αφήσει εποχή σε άφηνε να πηγαίνεις.
Τα επιχειρήματα πως ήταν για το «Δεν ξεχνώ» και τα έσοδα πήγαιναν στα στρατευμένα παιδιά μας δεν την έπειθαν ποτέ και σε τράβαγε από την κοτσίδα και σου έδειχνε τον Πενταδάκτυλο από τη βεράντα. «Αυτό να βλέπεις», σου έλεγε, αυτό μόνο και θα θυμάσαι. Τι ξέρει ο Νταλάρας; Τι μπορεί να ξέρει αυτός;
Οταν ήρθαν όλα τούμπα και άνοιξαν τα οδοφράγματα, μόνη της σου είπε να πάτε να δείτε το σπίτι σας. Περίμενε λίγο να καταλαγιάσει η φασαρία με όλες αυτές τις χιλιάδες που συνωστίζονταν στις γραμμές για να πάνε απέναντι και περάσατε με το αυτοκίνητο ένα πρωί για την Κυθρέα.
Είχε φορέσει και το καλό της ταγιέρ, ένα μαύρο μάλλινο, Ιούνιο μήνα μέσα στον καύσωνα. Βρε μαμά, σύνελθε, θα σκάσεις. Εσύ θα με σκάσεις, σκασμένο, σου είπε και έβαλε στο τέλος εσένα να αλλάξεις. Φορούσες τζιν και γαλάζιο πουκάμισο. Καλά, δεν θα μάθεις ποτέ σου;
Σαν φτάσατε στο χωριό, δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να βρει πού ήταν το σπίτι σας και σου έδινε οδηγίες πώς να περάσεις από τα στενά δρομάκια. Στρίψε από εδώ και στρίψε από εκεί. Και τελικά, αυτό, σου φώναξε, εκεί, σαν είδε το μικρό κτίσμα με τα μισοσπασμένα κεραμίδια, σταμάτα! Και έμεινε να το κοιτάζει αποσβολωμένη.
Μετά χτυπήσατε την πόρτα σας και σας άνοιξε η Φατμά. Σας περίμενα, είπε. Αυτό είναι το σπίτι μου, απάντησε η μάνα σου και άρχισαν να κλαίνε και οι δύο.
Γενικά τα βρήκε μια χαρά με την Τουρκάλα που καθόταν στο σπίτι σας. Προέκυψε πως κατάγονταν και οι δυο από την Πάφο και πως πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια σε διπλανά χωριά. Γειτόνισσες, θα μπορούσαν να είχαν πάει και σχολείο μαζί. Εφτιαξαν καφέ και άρχισαν να ανταλλάσσουν και συνταγές. Σας τράταραν και γλυκό χρυσομηλάκι.
Στην επιστροφή ωστόσο δεν μίλαγε και σε άφηνε να φλυαρείς για το χωριό και το σπίτι σας και να μην απαντά που την ρώταγες αν ήταν έτσι όπως το άφησε. Τίποτε δεν είναι όπως το αφήνεις, σου ψιθύρισε μόνο. Τίποτα. Ποτέ.
Το κακό είναι πως έπιασε φιλίες με την Τουρκάλα και θέλει να την τρέχεις τώρα κάθε λίγο να πίνει καφέ στα οδοφράγματα. Είναι που κάνει καλά το γλυκό της, σου έλεγε. Το καλύτερο γλυκό καϊσί το κάνεις μόνο από τα δέντρα μας, τη χρυσομηλιά που φύτεψε 60 χρόνια πριν ο παππούς σου στην αυλή μας. Δεν είχε κι άδικο. Θέλει και το καϊσί τη μαστοριά του. Τα καλά τα φρούτα του. Πώς κάνεις τα πικρά γλυκά; Ετσι. Τίποτε δεν είναι όπως το αφήνεις, σου ψιθύριζε.
Τίποτα. Τα πάντα αλλάζουν και πρέπει να ξέρεις να συγχωρείς. Και η Φατμά ήξερε να της λέει και την τύχη στο φλιτζάνι. Μόνο τον Νταλάρα δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρέσει. Καλέ μαμά, εδώ έγινες φίλη με την άλλη που μένει στο σπίτι σου. Αλλο αυτό, σου έλεγε. Η Φατμά είναι σαν εμένα, αθώα. Τι φταίει η Φατμά; Αυτός ο Νταλάρας. Αυτός! Μας έφερε τους Τούρκους. «Τουρκόσπορος, γρουσούζης». Και θαλασσιά πουκάμισα σπίτι μας να μη βάζεις.


Η νουβέλα «Η Αϊσέ πάει διακοπές» (Πατάκης, 2015) είναι το πρώτο βιβλίο της Κωνσταντίας Σωτηρίου και κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό

 ...........................................................


Από τα 12 καλοκαιρινά διηγήματα

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις


Το «Ανοιχτό Βιβλίο», για τρίτη συνεχή χρονιά, στεγάζει στις σελίδες του πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες.
Μ’ άλλα λόγια, έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη, ενδοσκοπικά, ανατρεπτικά ή αναστοχαστικά, που θα μας συντροφεύουν όλο το φετινό καλοκαίρι. Για άλλη μια φορά το «Ανοιχτό Βιβλίο», εκτός από κριτική πυξίδα, προσφέρει και λογοτεχνική απόλαυση.
Mετά τους Α. Παπαντώνη, Δ. Παπαμάρκο, Μ. Ξυλούρη, Ν. Σεβαστάκη, Ν. Μάντη, Δ. Κούρτοβικ και Αλέξη Πανσέληνο συνεχίζει η Κωνσταντία Σωτηρίου.


≈≈≈≈≈≈

Δεν υπάρχουν σχόλια: